Select Page

Όλοι φοβούνται το σ’ αγαπώ

Όλοι φοβούνται το σ’ αγαπώ

 

marilena repa

«Είσαι καιρό εδώ;»

«Ναι... Δηλαδή όχι πολύ»

«Α»

...

«Καλά ρε συ, και δεν πήρες ένα τηλέφωνο;»

«Ε... σου είπα δεν είμαι πολύ καιρό. Περισσότερο πηγαινοέρχομαι»

...

 

Παύση∙ βαρυσήμαντη και παρατεταμένη. Από εκείνες που υπονοούν μια κρίσιμη καμπή, μια μεγάλη ανατροπή ή ένα σιωπηρό χάσμα∙ πιθανόν καταλυτικό, πιθανόν αγεφύρωτο. Εκείνη δεν πρέπει να είναι μεγαλύτερη από είκοσι. Ξανθιά, κατάλευκη, με μικρές φακίδες στα μάγουλα και την κομψή μύτη. Εκείνος... Ανεξιχνίαστος. Είναι, άλλωστε, και με γυρισμένη την πλάτη.

Μπροστά μου μερικά ανηλεή πιτσιρίκια τρέχουν σαν τρελαμένα. Πέφτουν, κλαίνε, ξανασηκώνονται και πέφτουν πάλι με τα μούτρα στα αρμυρά βότσαλα... Πιο δίπλα, ο σερβιτόρος πασχίζει να ανταπεξέλθει σε όλο αυτό το συνονθύλευμα των καλοκαιρινών προσδοκιών για άμεση χαλάρωση, τέλεια εξυπηρέτηση, οικονομική πολυτέλεια, πολυτελή ψευδαίσθηση... Ουφ... και όλα αυτά στριμωγμένα σ’ ένα βιαστικό διήμερο ταξίδι, ή μια περισσότερο παρατεταμένη αλλά εξίσου φιλόδοξη περίοδο διακοπών.

«Το τηλέφωνό σου είναι το ίδιο;»

«Ναι, δεν έχω αλλάξει»

....

«Το 69........»

...

«Σου είπα. Δεν έχω αλλάξει»

...

 

Δεν έχω αλλάξει! Μια φράση νόμος, απειλή και υπόσχεση μαζί. Όπως συνήθως είναι οι φράσεις των πολύ ερωτευμένων, και των πολύ ανόητων. Φράση και θάνατος, θάνατος και έρωτας. Και κάπως έτσι, σχεδόν ρομαντικά, σχεδόν ασυναίσθητα, εκνευρίζομαι με τη σύγχυση που μου προκαλούν τα λόγια εκείνα που σχέση καμία δεν έχουν με μένα. Μα πιο πολύ θυμώνω που ο αριθμός αυτός τρυπώνει- αβίαστα- στη μνήμη μου και εντυπώνεται- εσκεμμένα. Όμως ας μην είμαι τόσο αυστηρή με τον εαυτό μου∙ φύσει αριθμομνήμων.

«Αύριο»

«Ναι».

«Σίγουρα;»

«Παιδιά είμαστε;»

«Εσύ είσαι παιδί...»

Κατηγορεί. Εκείνος. Αυτό μάλλον της το έχει ξαναπεί. Ίσως ένα περασμένο καλοκαίρι, από εκείνα τα αμέτρητα περασμένα καλοκαίρια, τα χαμένα, τα ανεκπλήρωτα, από εκείνα τα καλοκαίρια που έδωσαν τη θέση τους σε μια σειρά από άδειους χειμώνες με τη θέρμανση αναμμένη στο τέρμα, μπας και ζεστάνει καθόλου το μέσα.

«Αντίο».

Αυτή το ξεστομίζει. Φυσικά. Μόνο μια γυναίκα θα μπορούσε άλλωστε. Πόσο μάλλον μια γυναίκα στα είκοσί της χρόνια. Πόσο μάλλον μια γυναίκα με αηδιαστικά χαριτωμένες φακίδες στο χρώμα εκείνο, που θυμίζει κάτι από ήλιο στη χάση του ή από θολό, ακατέργαστο κεχριμπάρι. ‘Αντίο’∙ μια λέξη θάνατος. Μια λέξη που όλοι μας σιχαινόμαστε, και για ετούτον ακριβώς το λόγο λατρεύουμε να χρησιμοποιούμε.

«Οι γονείς μου», «είναι στο δρόμο» και άλλα τέτοια ξεφεύγουν τώρα από τα χείλη της και πασχίζουν να δικαιολογήσουν το έκτακτο της ξαφνικής και τόσο επιβεβλημένης φυγής της. Κι έτσι, εκείνος βολεύεται ακόμα καλύτερα στην πλαστική ασφάλεια της ξαπλώστρας του, και εκείνη τρέχει γρηγορότερα προς την κοντινότερη έξοδο. Και εγώ, μόνη και σε πλήρη σύγχυση, παραμένω ένας αθέατος παρατηρητής με έναν ανόητο αριθμό κινητού καρφωμένο στο μυαλό μου.

«Γιατί δεν της το λες;». Ο τύπος δίπλα του μοιάζει αγανακτισμένος. Βιαστικά στρίβει ένα τσιγάρο και το ανάβει -εξίσου βιαστικά.

«Δεν είμαι σίγουρος». Με την πλάτη του χαμηλώνει το κεφαλάρι της ξαπλώστρας, και ύστερα το ανασηκώνει ξανά. Άβολες ετούτες οι ξαπλώστρες, θα έλεγε κανείς.

«Απλά πες το». Ο τύπος δίπλα του παίζει με τις άσπρες τολύπες του καπνού. Κύκλοι μέσα σε κύκλους, μια υποψία χάους.

‘Απλά πες το’∙ φωνάζω και εγώ σιωπηρά. Μπα σε καλό μου, μετανιώνω, και αποφασίζω να επιστρέψω ξανά στα χαράτσια και τους προϋπολογισμούς μιας νέας κρίσης.

Εκείνος τώρα σηκώνεται και βουτάει επιτέλους στη θάλασσα. Το κινητό του είναι παρατημένο πάνω στην πετσέτα. Μπλε και κόκκινες ρίγες τυλίγουν ασφυκτικά την επικοινωνία. Θα της το πει;

Περπατώ τώρα στο πλακόστρωτο, δίπλα στο λιμάνι. Η θάλασσα ταξιδεύει με βοριά. Το κύμα αυτό, το πλάγιο, παραείναι ενοχλητικό άμα δεν θέλεις να βρέξεις τα μαλλιά σου, ή άμα δεν θέλεις να γεμίσει αλάτια το πρόσωπο και τα φρύδια. Ω, αυτό είναι το χειρότερο∙ χιονισμένα φρύδια... Δόξα τω θεώ, σκέφτομαι, που δεν μπορούν ακόμα να μαντέψουν τις σκέψεις μας. Παναγιά μου! Να ανακάλυπτε κανείς μια μέρα πως όλου του κόσμου τα ‘όχι’, ήτανε ‘ΝΑΙ’. Θάνατος.

Από ψηλά, στον τρίτο, η θάλασσα φαίνεται καλύτερα. Η θάλασσα- αυτή τα φταίει, εγώ το έχω πει πολλές φορές. Όχι τόσο που είναι πράσινη και μπλε, και ό,τι άλλο της καπνίσει. Περισσότερο που ριγά και ανακατώνει σκέψεις και αισθήματα. Και αρώματα. Πολλά αρώματα. Ιώδιο, μιαν υποψία συνθετικής καρύδας, καλαμαράκια, αντρική κολόνια...

«Γεια σου όμορφη»

«Γεια σου και σένα»

«Διακοπές;»

«Μπα, πηγαινοέρχομαι».

 

Ο ‘δίπλα’, δεν θυμάμαι ποτέ το όνομά του, είναι -όπως και να τον λένε- καλός γείτονας. Με τα κοπλιμέντα του, τα σαχλαμαρίσματά του, και όλα, τέλος πάντων, εκείνα που διευκολύνουν την παροδική συνύπαρξη το θέρος. Περίεργα τα ονόματα, σκέφτομαι και ανάβω ένα τσιγάρο. Άμα δεν τα συγκρατείς, εννοώ. ‘Γιώργηδες’ και ‘Κώστηδες’ και όλα τα υπόλοιπα αδιάφορα χαρακτηριστικά γειτόνων που έρχονται και φεύγουν, όπως φεύγουν οι μέρες οι αδιάφορες∙ ανεπαίσθητα. Αχ! Αυτά βαριέμαι, κατάλαβες, τα πράγματα του καφέ και του τσιγάρου, που έτσι εμποτισμένα που είναι από γεύση και άρωμα και ηδονή, σε κάνουν και σενα να νομίζεις ότι μπορείς να καταλάβεις τον κόσμο όλο σ’ ένα βράδυ!

Ασυναίσθητα αναπολώ τα λόγια της. Τη φυσική συστολή, την αναμενόμενη ανασφάλεια, την πιθανή απογοήτευση. Γιατί κάπως έτσι τελειώνουν, συνήθως, οι ιστορίες ετούτες∙ του θέρους. Γιατί κάπως έτσι τελειώνουν οι ιστορίες ετούτες∙ οι βαθιά ερωτικές, οι αμείλικτα προσωπικές. Ω, ανάθεμα! Ανάθεμα το γαλλικό κινηματογράφο με τον αργόσυρτο αισθησιασμό του, και τις ρομαντικές νουβέλες με την μοιραία ανατροπή τους... Αυτά τα φταίνε. Που μας ξεμυάλισαν. Που μας έταξαν. Που μας απογοήτευσαν.

Ο Κώστας, ή Γιώργος, ή Γιάννης έχει ανοίξει τώρα στη διαπασών το ραδιόφωνο. Παλιομοδήτης, σκέφτομαι, σαν γέρος κάνει... Και ύστερα το μετανιώνω. «Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που αποπνέουν ακόμα μιαν ανάσα γνήσιου ρομαντισμού», θυμάμαι τα λόγια ενός φίλου στενού. Και έτσι - αυτόματα- τον συγχωρώ, και αφήνομαι και εγώ για λίγο στους μελαγχολικούς κυματισμούς μιας βασανιστικά μποέμ, βασανιστικά μακρινής εποχής.

‘Αντίο’, μονολογώ. Για το θεό! Ποιος άνθρωπος μπορεί να έχει τόσο θράσος και τόση πίστη και τόσα νιάτα! Και έτσι δεν ξέρω ακριβώς τι με ωθεί. Ίσως μια ανάγκη προσωπική, ίσως μια αγάπη παλιά και σίγουρα ανεκπλήρωτη. Ίσως απλά η θέση μου- η αποστασιοποιημένη. Αλλά το κάνω. Έτσι απλά, χωρίς σκέψη αναλυτική, χωρίς προσωπικές αναστολές, ή φόβους μύχιους, καλά απωθημένους, τα χέρια μου κινούνται ανεξέλεγχτα ανάμεσα σε γράμματα και αριθμούς∙ αυθαίρετα σύμβολα μιας γλώσσας κοινής. Και πολυσήμαντης.

«Σ’ αγαπάει... »

-‘Παραδόθηκε’-

Φύσει αριθμομνήμων, μονολογώ, και ανάβω ένα ακόμα τσιγάρο.

 

_

γράφει η Μαριλένα Αβραάμ – Ρέπα

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

6 Σχόλια

  1. Μάχη Τζουγανάκη

    Πολύ ωραίο το στυλ στη γραφή σας! Πατήσατε σε μια απλή ιστορία με πολλές περιγραφές που μας δίναν όλο το σκηνικό και καταφέρατε να μας κάνετε να το ζήσουμε και να ταυτιστούμε με το τρίτο πρόσωπο της ιστορίας με μια ενδόμυχη χαρά που ανέλαβε να την πει τη ρημάδα τη φράση!

    Απάντηση
    • Μαριλένα Αβραάμ-Ρέπα

      Σας ευχαριστώ πολύ για την κριτική σας!!

      Απάντηση
  2. Έλενα Σαλιγκάρα

    Μπράβο σας! ΄Ομορφα γραμμένη η ιστορία σας. Με αμεσότητα και χιούμορ. Μου κράτησε το ενδιαφέρον ως το τέλος.

    Απάντηση
    • Μαριλένα Αβραάμ-Ρέπα

      Χαίρομαι πολύ που σας άρεσε!

      Απάντηση
  3. ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΔΕΛΙΑΝΑΚΗΣ

    Πραγματικά ανατριχιαστικό. Και ανατριχιαστικό γιατί διαβάζοντας το καταλαβαίνουμε πόσο δύσκολο είναι να ξεστομίσεις μια τόσο… εύκολη λέξη!Μπράβο!!!

    Απάντηση
    • Μαριλένα Αβραάμ-Ρέπα

      Ευχαριστώ πολύ!

      Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!