Καθισμένη στο τραπέζι της κουζίνας με την κούπα γεμάτη αχνιστό καφέ, απολάμβανε το κυριακάτικο πρωινό. Ένα χαμόγελο θρονιάστηκε στο στόμα της και το μυαλό σεργιάνισε στο χθεσινοβραδινό όνειρο. Μα τι απρόσμενη επίσκεψη ήταν αυτή; Πόσο καιρό, χρόνια θαρρώ, είχα να δω τον παππού μου αναρωτήθηκε.

Οι αναμνήσεις, χείμαρρος ορμητικός παρέσυραν τη σκέψη, που κύλησε σε χρόνια ξέγνοιαστα, γλυκά, γεμάτα από την αγέρωχη φιγούρα του γλυκού Κωνσταντινοπολίτη. Ο παππούς μου, χαμογέλασε χαρούμενη, ο παππούς μου με το φωτεινό, καθάριο βλέμμα, βλέμμα ψυχής και αγάπης.

Αλήθεια, συλλογίστηκε, ρουφώντας μια γερή γουλιά από το καλοψημένο χαρμάνι, ποτέ του δεν της είχε χαλάσει χατίρι. Ακόμη και τότε που προσπαθούσε να της φέρει αντίρρηση, πράγμα σπάνιο, οι λέξεις μπερδεύονταν στα χείλη του και χαμογελούσε πλατιά μη μπορώντας να αντισταθεί στο σκερτσόζικο μουτράκι της. Τα χέρια του, τα πελώρια χέρια του, γεμάτα σοκολάτες και πολίτικες λιχουδιές, προσφέρονταν απλόχερα σ’ αυτή, στον αδερφό της, στα ξαδέρφια της, σ’ όλη του την οικογένεια.

Τα πρωινά της Κυριακής ντυμένος με το καρό πουκάμισο και την καζάκα με το σμαραγδί χρώμα, έπινε καϊμακλίδικο καφεδάκι στο καφενείο της πλατείας παρέα με τα φιλαράκια της γειτονιάς, ενώ τα απογεύματα της Δευτέρας και της Τετάρτης η αντροπαρέα χαλάρωνε από τον καθημερινό κάματο με κρασί και μεζεδάκια, προσφορά των συζύγων τους, στο κοντινό ταβερνάκι του κυρ- Αντρέα. Με ένα ελαφρύ μειδίαμα ακουμπώντας τα χείλη της στη μεγάλη φλιτζάνα με τον καφέ, θυμήθηκε πως στο ταβερνάκι αυτό διαδραματίστηκε μια γλυκιά συνωμοσία διοργανωμένη με απόλυτη επιτυχία από το γιο του και πατέρα της.

Ο πολυμήχανος γιος, του είχε υποσχεθεί για το βράδυ της Δευτέρας γκιούλμπασι μαγειρεμένο μοναδικά από τη μητέρα της, γεμάτο σκόρδα και άφθονα πιπέρια, που ήταν η λατρεία του. Στη ροδοκόκκινη λαδόκολλα, που καμάρωνε σφιχταγκαλιασμένη από το λεπτό σπάγκο, κρύφτηκε όμως ένα τεράστιο κόκκαλο μαγειρεμένο με εξαιρετικό τρόπο. Στο κόλπο και ο έτερος Καππαδόκης, ο παππούς ο Λάμπρος, που είχε έρθει από το χωριό. Η λαδόκολλα προσγειώθηκε στο τραπέζι των φίλων και όταν άρχισε να ανοίγεται, για να παρουσιάσει το θησαυρό της, ο παππούς μούδιασε, μπέρδεψε τα λόγια του, τα μάτια του υγράνθηκαν και τα χέρια του έτρεμαν μπρος στο καμαρωτό κόκκαλο. Η γλυκιά σουπιά, ο παππούς ο Λάμπρος άρχισε να γελάει και να παρασύρει και την υπόλοιπη παρέα. Τους εξομολογήθηκε την πονηροδουλειά του γαμπρού του. Γυρίζοντας στο σπίτι χαμογελούσε πονεμένα, με τα αθώα μάτια του να κοιτούν με απορία τον πατέρα της.

Η Τετάρτη που γοργόφτασε, έκρυβε βραδινή έκπληξη γι’ αυτόν. Γίγαντες πλακί, σπεντζοφάι και μια σπεσιαλιτέ με παστουρμά στο πήλινο συνόδεψαν τον ουρανίσκο των παππούδων και της παρέας τους, ένα μικρό δείγμα επανόρθωσης από τη μητέρα της στη ζαβολιά που είχε ετοιμάσει ο γιος του. Αμήχανα άδραξε τα δέματα αφήνοντας τη ζεστή ματιά του να κυλήσει στη νύφη του ζητώντας βεβαίωσή, πως όλα είναι εντάξει. Όταν σιγουρεύτηκε, κίνησε καμαρωτός για το γνωστό στέκι. Στο ξύλινο τραπέζι τοποθέτησε ξετυλίγοντάς ανυπόμονα τα εκλεκτά εδέσματα, που ξεχείλιζαν από μυρωδιές και χαμογελούσε αυτάρεσκα όλη την υπόλοιπη βραδιά στις επευφημίες των συνδαιτυμόνων του.

Τι ωραία χρόνια! Χρόνια γεμάτα αγάπη, χαμόγελα και πολίτικες μυρωδιές.

Α! παππούλη μου φώναξε δυνατά η Μαρία! Τι καλά που έκανες και ήρθες να με δεις! Όνειρο ήταν, μα είχε τόση γλύκα σαν τις σοκολάτες που μου ’φερνες.

 

_

γράφει η Μαριάνθη Παπάδη

Η Μαριάνθη Παπάδη εργάζεται στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση, ως δασκάλα Ειδικής Αγωγής. Αγαπημένες της ασχολίες είναι η κατασκευή χειροποίητου κοσμήματος από ασήμι, αλπακά ή μπρούτζο και η δημιουργία διαφόρων αντικειμένων με ξύλα θαλάσσης και άλλα φυσικά υλικά.

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!