Όνειρο, σκοτάδι και ρομαντισμός στην ποιητική πραγματικότητα του Έντγκαρ Άλλαν Πόε

3.01.2020

γράφει η Εμμανουέλα Αλεξάνδρου

Τι είναι η ποίηση; Μερικά αόρατα νήματα της φαντασίας, χαοτικά κρυμμένα στο σκοτάδι της Ύπαρξής μας, δηλητηριασμένα από όνειρα που παρέμειναν ελπίδες ενός καλύτερου αύριο και, τελικά, στάχτες άλλων εποχών στις οποίες το μέλλον φάνταζε μακρινό, μα ήταν τόσο κοντινό. Η πράξη της ποίησης είναι να αγγίζεις τα νήματα αυτά, με τα ακροδάχτυλά σου, να ηχούν σιωπηλά στα ερέβη των φυλακών σου και να τραντάζουν την σκέψη τόσο, ώστε η μόνη απελευθέρωση να βρίσκεται στο μολύβι και το χαρτί.

Ο Πόε καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του αναζητούσε νήματα φαντασίας, όντας βαθιά ρομαντικός, συγκρουόμενος με τους προσωπικούς του δαίμονες. Δεν ήταν ένας ποιητής, αλλά ένας επιστήμονας του λόγου και της ποιητικής γραφής, αναλύοντας σε μελέτες του στοιχεία της θεωρίας της λογοτεχνίας αλλά γράφοντας και δίνοντας διαλέξεις ακόμα και για θέματα όπως η κοσμογονία και η αστροφυσική.

Το 1827 δημοσιεύτηκε ο «Ταμερλάνος», απόσπασμα του οποίου θα επιδιώξω να αναλύσω σε συνδυασμό με ένα από τα τελευταία δημιουργήματά του «Όνειρο μέσα σε όνειρο» (1849). Στην προσπάθεια αυτή θα θέσω δύο δεδομένα: Αρχικά, είναι χαρακτηριστικό ότι σε μερικές από τις εργασίες του, ο Πόε είχε υπογράψει ως Ταμερλάνος, οπότε θα θεωρήσω δεδομένο ότι στο συγκεκριμένο ποίημα αναφέρεται στην ίδια του την ποιητική οντότητα. Επιπλέον, υπάρχει πληθώρα πληροφοριών στο διαδίκτυο και για τα δύο ποιήματα οπότε δεν θα αφοσιωθώ σε ιστορικά στοιχεία ή στην ανάπτυξη δεδομένων που θα μπορούσαν να βρεθούν σε μία σύντομη αναζήτηση. Έτσι, λοιπόν, τόσο τα λάθη όσο και η ταύτιση που ενδέχεται να συναντήσεις, ανήκουν κατ’ αποκλειστικότητα σε εμένα.

Στο άκουσμα, λοιπόν, του ονόματος του Πόε η πρώτη σκέψη είναι ένα γοτθικό παραμύθι, απλωμένο σε λευκό καμβά, με σκουρόχρωμες αποχρώσεις και καλαίσθητες λεπτομέρειες, κάθε μία με τον δικό της Συμβολισμό.

«Αετός, η Ελπίδα, που επέταξε ψηλά στον ουρανό

Και σαν αγνάντεψε από εκεί τα άγρια βράχια

Τ’ ακρόφτερά του εδίπλωσε κατάκοπος

Και κατά τη φωλιά έστρεψε τη ματιά του ήμερα.

 Μία προσωποποιημένη ελπίδα, αετός που αρνείται την ίδια του τη φύση, όχι απλά παραδίνεται και διπλώνει τα φτερά του αλλά μεταφέρει το κουρασμένο του βλέμμα από την άγρια ομορφιά των βράχων στην ασφάλεια της φωλιάς του. Όπως, λοιπόν, ένας περήφανος αετός που στο όνομά του έχουν δημιουργηθεί θρύλοι και προσδοκίες, αρνείται το κάλεσμα της φύσης του που είναι η περιπέτεια και αναζητεί την ηρεμία, πιθανόν απογοητευμένος, έτσι και η Ελπίδα στο όνομα της οποίας ο άνθρωπος έχει προσπαθήσει να στριμώξει τα κομμάτια της ψυχής που του έχουν απομείνει˙ χάνει πια την ίδια της τη μεγαλειώδη φύση, απαρνείται τον Σκοπό της. Στην ποίηση του Ποέ η ελπίδα δεν υπάρχει, η πραγματικότητα είναι ασφυκτική και, ενδεχομένως, μία οφθαλμαπάτη.

Ήταν ηλιοβασίλεμα, όταν ο ήλιος χάνεται

Πίκρα περνάει στην καρδιά

Κείνου που ακόμα θέλει να χαρεί

Τη δόξα του ήλιου μες το καλοκαίρι.                

Σε ένα γαλήνιο τοπίο, στο τέλος της ημέρας,  εκείνος που μέχρι πριν ήλπιζε στην ευτυχία συνειδητοποιεί με θλίψη ότι οποιαδήποτε χαρά ανήκει στο παρελθόν, όσο και αν επιθυμεί περισσότερη. Η «δόξα» ενός καλοκαιριού, ή αλλιώς, μίας ευτυχισμένης στιγμής αποθηκεύεται στη μνήμη και τη σειρά λαμβάνει ο παγωμένος χειμώνας, με την καταχνιά και τη μελαγχολία της βροχής.

Δεν θέλει καταχνιά το απόγευμα ο πικραμένος,

Κι ας είναι κάποτε ευχάριστη, κι ακούει

Του σκοταδιού τον ήχο που έρχεται (γνώριμο

Για τα πνεύματα, που ξέρουνε ν’ ακούν) σαν κάποιος

Που παλεύει ν’ αποφύγει άγριο κίνδυνο

Μέσα σε όνειρο της νύχτας, και είναι ανήμπορος.

Γιατί ένας άνθρωπος θλιμμένος και «πικραμένος» μπορεί να θεωρεί «κάποτε ευχάριστη» τη ζωή του χειμώνα; Η απάντηση βρίσκεται στη δύναμη της συνήθειας, αυτή που ισοπεδωτικά καλύπτει και σβήνει κάθε αυθόρμητη πράξη αλλαγής. Η ασφάλεια του γνωστού, του δεδομένου που αν και μας απογοητεύει, το αναζητούμε σαν κομμάτι της ύπαρξης μας- μίας ύπαρξης που εμείς οι ίδιοι διαμορφώσαμε έτσι. Γιατί, αγαπητέ αναγνώστη, εσύ θα εγκατάλειπες τα ήρεμα πρωινά του χειμώνα σου για να ζεις στην θερμότητα, την αστάθεια και την άγρια ομορφιά ενός καλοκαιριού;

Τι ήχος χαρακτηρίζει το σκοτάδι; Ίσως κάποιος μονότονος, σταθερός, σχεδόν απειλητικός, αντιληπτός μονάχα στα πνεύματα, σε όσους έχουν αισθανθεί την κενότητα του χρόνου.

Ανήμποροι να αποφύγουμε τον κίνδυνο, που ενδεχομένως ο Πόε να εννοεί την εκάστοτε μεταβολή ή και ολόκληρη την ζωή, εγκλωβισμένοι στη σφαίρα της φαντασίας μας μέχρι να τελειώσει το όνειρο.

Αυτό το απόσπασμα, δημοσιεύτηκε αρκετά νωρίτερα από το επόμενο ποίημα το οποίο δημοσιεύτηκε την χρονιά που ο Ποέ, μυστηριωδώς, έχασε τη ζωή του.

 

Δέξου ετούτο το φιλί στο μέτωπό σου!

Ήδη από την πρώτη φράση, διαπιστώνουμε ότι ο ποιητής έχει απέναντι του κάποιον ακροατή ή απευθύνεται σε κάποιο πρόσωπο. Θα μου επιτραπεί να σχολιάσω την συγκεκριμένη πρόταση, σκόπιμα, στο τέλος.

Και τώρα που χωρίζουμε,

Άφησε με να σου πω-

Ότι οι μέρες μου εκύλησαν μέσα στ’ όνειρο

Είναι αλήθεια, όπως το ‘λεγες

 

Ο ποιητής φαίνεται να συμφωνεί με κάποια παλιότερη σκέψη που είχε μοιραστεί με τον συνομιλητή του, ενώ φανερώνει έναν βιαστικό λόγο μερικές στιγμές πριν χωρίσει με το πρόσωπο που μιλάει.

Συμφωνεί ότι οι μέρες προσπέρασαν γρήγορα η μία την άλλη σαν να βρίσκονταν σε ένα όνειρο, σαν να πρόκειται για μερικά δευτερόλεπτα που περνούν μπροστά στα μάτια μας και εμείς, ανήμποροι να πράξουμε, δεν μένει παρά να κοιτάμε απορροφημένοι.

Αν, όμως, η ελπίδα πέταξε

Μες σε μια νύχτα ή σε μια μέρα,

Μες σ’ένα όραμα η μες στο τίποτα,

Είναι γι’αυτό λιγότερο χαμένη;

Η ελπίδα, εδώ, δεν είναι ένα εγκλωβισμένο πουλί αλλά ελευθερώνεται και πετάει μέσα στο σκοτάδι της ύπαρξης ή στο φως της συνειδητοποίησης αυτής.

Πετάει μέσα στο όνειρο που ονομάζεται ζωή ή στο κενό, αλλά αυτό δεν μειώνει την αξία της, γιατί σε κάθε περίπτωση πληροί την φύση της που είναι η πνευματική ανύψωση και στήριξη του ανθρώπου.

Όλα όσα βλέπουμε ή ό,τι φαινόμαστε

Όνειρο είναι μονάχα μέσα σε όνειρο.

Τα πάντα γύρω μας, απτά ή νοερά, ακόμα και εμείς οι ίδιοι, δεν είμαστε παρά όνειρα και σκέψεις της φαντασίας. Η Φαντασία για τον Πόε, ξεπερνάει την ανθρώπινη Φύση και προσδίδει, μέσω της Ελπίδας, το «ωραίο», την Τέχνη. Ο ποιητής γράφει γιατί έτσι προσεγγίζει την Τέχνη, ακόμα και αν γνωρίζει την ματαιότητα που πλημμυρίζει τη ζωή.

Στέκομαι ανάμεσα στο βογγητό

Μιας θαλασσόδαρτης ακτής,

Και μες στα χέρια μου κρατώ

Κόκκους χρυσούς της άμμου-

Πόσο λίγοι! κι όμως πώς γλιστράνε

Από τα δάχτυλά μου και βαθιά πάνε,

Καθώς θρηνώ-καθώς θρηνώ!

Η χρυσή άμμος, που χωρίς αποτέλεσμα, επιδιώκει να κρατήσει λίγο περισσότερο είναι οι ελάχιστες στιγμές ανακούφισης, ευτυχίας θα λέγαμε, που έχει βιώσει ο ποιητής. Στο πλαίσιο μίας αγριεμένης ζωής, «θαλασσόδαρτη ακτή», ακούγοντας τους ήχους πόνου που προκαλεί το κάθε κύμα, συσσωρεύοντας άμμο, δηλαδή στιγμές, συνήθως αδιάφορες, υπάρχουν αυτοί οι χρυσοί κόκκοι. Μετρημένοι στα δάχτυλα άλλα επαρκή, ώστε η θύμησή τους σε συνδυασμό με την απώλειά τους να σε κάνουν να κλάψεις.

Θεέ μου! μήπως θα μπορούσα

Μέσα στο χέρι πιο σφιχτά να τους κρατούσα;

Σκέφτεσαι, τότε, αποκρινόμενος στη θεϊκή δύναμη, πώς θα μπορούσε να είχες διαχειριστεί διαφορετικά αυτές τις πολύτιμες στιγμές, μήπως θα μπορούσες να τις είχες αυξήσει ή να είχες αποκτήσει περισσότερη δύναμη, ώστε τώρα, τη στιγμή του αποχαιρετισμού να κρατούσες σφιχτότερα;

Θεέ μου! πώς θα κατορθώσω

Μόνο ένα απ’ το ανίλεο κύμα να γλιτώσω;

Όλα όσα βλέπουμε ή ό,τι φαινόμαστε

Όνειρο είναι μονάχα μέσα σε όνειρο;

Φτάνοντας, λοιπόν, στη στιγμή του αποχωρισμού, έχοντας απέναντι σου το ύστατο κύμα, αρχίζεις να αναρτιέσαι όλα όσα έχεις σκεφτεί νωρίτερα. Η ζωή είναι ένα όνειρο, αλλά είναι μονάχα αυτό; Ο Πόε αν και απογοητευμένος, μακάβρια ρομαντικός, δεν αποκάλεσε τη ζωή εφιάλτη, αλλά όνειρο. Φροντίζοντας να προσδώσει τη ματαιότητα του, βέβαια, πάντα όμως με σεβασμό στο ονειρικό στοιχείου.

Τι και αν η πρώτη φράση, που αφήσαμε για το τέλος, « Δέξου ετούτο το φιλί στο μέτωπό σου!» γεμάτη ζωντάνια, δεν απευθύνεται σε κάποιον συνομιλητή του αλλά στον ίδιο του τον εαυτό; Ο Ποέ έχασε τη μητέρα του, σε μικρή ηλικία, όπως και την σύζυγό του. Η έλλειψη αγάπης και φροντίδας σημάδεψαν την ευαίσθητη ψυχή του, οπότε σε μία στιγμή απελπισίας, ο ποιητής αναζητά ένα φιλί ως ένδειξη συμπαράστασης. Ίσως φαντάζεται την ύπαρξη των δύο αγαπημένων προσώπων που έχασε, κάνοντας ένα όνειρο στα πλαίσια ενός ονείρου. Νοερά τοποθετώ αυτή τη φράση πριν από κάθε στροφή, τότε συνειδητοποιώ ότι ο ποιητής έψαχνε ξανά την Ελπίδα.

Το ποίημα αυτό, φαντάζει, στα μάτια μου σαν ένας εσωτερικός μονόλογος. Σκέψεις, με αυθόρμητη μορφή, ονειρικά τοποθετημένες με εφιαλτικές νότες ρεαλισμού.

Τι και αν ξυπνούσες αύριο και όλα ήταν όνειρο;

Σημείωση: Και τα δύο δημιουργήματα του Πόε που αναλύθηκαν ανήκουν στον Α’ Τόμο «Ποιήματα Κριτική Επιστολές του Πόε», σε επιμέλεια του Στέφανου Μπεκατώρου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πλέθρον. Ο παρών διαχωρισμός έχει γίνει για καλύτερη ανάλυση των ποιημάτων και δεν αποτελεί οδηγό.

Ακολουθήστε μας!

Οι προσφορές των εφημερίδων

Οδηγός ιστοσελίδας

Αρχείο

Διαβάστε κι αυτά

Για την ποίηση τής Louise Glück

Για την ποίηση τής Louise Glück

  _ γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης - Το φετινό Νομπέλ Λογοτεχνίας απονεμήθηκε στην ποιήτρια από τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, Λουίζ Γκλικ. Η Αμερικανίδα ποιήτρια κουβαλάει μία ποιητική εμπειρία ετών, προσιδιάζοντας προς την κατεύθυνση μετουσίωσης σε ποιητικό λόγο,...

Μαύρος Καβαλάρης

Μαύρος Καβαλάρης

- γράφει η Βάλια Καραμάνου - Η μορφή τού ιππέα που τρέχει κυνηγημένος ενάντια στο θνητό πεπρωμένο του και στην Μοίρα αποτελεί συχνό λογοτεχνικό μοτίβο σε πολλές χώρες. Στην ουσία πρόκειται για έναν αδιέξοδο, άνισο αγώνα, μια απέλπιδα προσπάθεια να ξεφύγουμε από τον...

Η διπολική σχέση τής φιλοσοφίας με την λογοτεχνία

Η διπολική σχέση τής φιλοσοφίας με την λογοτεχνία

_ γράφει η Φαίη Ντόντη -   Για να εξετάσουμε τη σχέση ανάμεσα στη φιλοσοφία και τη λογοτεχνία πρέπει να απαντήσουμε αρχικά στο ερώτημα τι εστί φιλοσοφία και τι λογοτεχνία. Η λέξη φιλοσοφία είναι σύνθετη και αποτελείται από την αρχαία ελληνική λέξη φιλείν που σημαίνει...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου