landscape

Κολλημένη στο φανάρι και περνάω φρίκη!

Έχω αργήσει, εννοείται… Τίποτα δεν πάει καλά κι αναρωτιέμαι στωικά αν φταίει η μαγνητική καταιγίδα, όπως είπε η Άννα. ‘Oλα τα ξέρει αυτό το κορίτσι… Μου τα μετέφερε όπως τ’ άκουσε στις ειδήσεις ή όπως το ποστάρισε μια τύπισσα, αδύνατον να θυμηθώ. Και την μετεωρολογική εξήγηση που έκανε τη ζωή μου μπάχαλο ακόμη περισσότερο, ναι, καλά, αν υποθέσουμε ότι αυτή φταίει!

Κι εκεί που το βλέπω ότι ο σκελετός μου μετά από πολλές δεκαετίες θα ανακαλυφθεί πάνω σ΄αυτό το τιμόνι - θα αναρωτιούνται, δε, πώς ήρθε το τέλος των κολλημένων σ’ εκείνη την απίστευτη κίνηση, έρευνες, κανάλια, συσκέψεις, γκρο πλαν της αποστεωμένης πια φάτσας μου! – ακούω από το διπλανό ραδιόφωνο τους Mamas and the Papas στο California Dreaming… Και φίλε, νιώθω το μυαλό μου να ξεκολλάει και να ίπταται σα ροζ σαπουνόφουσκα, πάνω από σταματημένους, αγανακτισμένους και πονεμένους, πίσω στο εφηβικό μου δωμάτιο και το ραδιόφωνο της εποχής.

Εξετάσεις και διάβασμα, το άγρυπνο μάτι της μάνας να επιτηρεί χειρότερα από της μαθηματικού μας - όταν βέβαια δεν έστιβε πορτοκαλάδες και σε ρωτούσε δήθεν καλότροπα: «πώς πας, πουλάκι μου, τελειώνεις;» Και κάτι τηλέφωνα από θείες κι ένα σφίξιμο στο λαιμό μόνιμο και «πέτρα, μολύβι, χαρτί» και ατελείωτες ημερομηνίες στο θεωρητικό μυαλό μου.

Τέλειωσα, ρε μάνα, κι αυτά και όλα τα υπόλοιπα και κόλλησα τη ζωή μου σε μια άλλη κρίση, που οι ψυχολόγοι μάς τρώνε να την ψάξουμε μέσα μας και καλά και απ’ έξω μας να ψιθυρίζουμε «πού πάμε, ρε;» και η απορία να γίνεται συμπέρασμα, φανάρι κατακόκκινο.

Το θυμητικό μου έχει γυρίσει σ΄εκείνα τα ζαχαρωτά μεσημέρια του καλοκαιριού που πάταγα στις μύτες μην σε ξυπνήσω κι αλλοίμονό μου! Που ανέμιζε η λευκή γάζα στα παράθυρα και το φως ήταν τόσο όμορφο και γεμάτο υποσχέσεις… Το δωδέκατο παγωτό ξυλάκι το απόγευμα, δυο περισσότερα από την Άννα και μόλις τρία λιγότερα από τον Πέτρο, αλλά αυτός δεν πιάνεται, γιατί η θεία του είχε το περίπτερο… Που, αν με άφηνες, θα πηγαίναμε θερινό σινεμά και θα ‘ βλεπα και τον ψηλό από το άλλο τμήμα.

Έλιωσα σ’ εκείνα τα βιβλία και κορνάρετε όσο θέλετε οι πίσω. Σελίδα σελίδα και επίθετο επίθετο κατέβαζα τη λίστα για να βρω το όνομά μου στους επιτυχόντες, λέξη που είχε γίνει συνώνυμο του ζω, δεν ζω. Και το βρήκα και ζαλίστηκα και το διάβασα όσο πιο αργά μπορούσα, να σιγουρευτώ…

Πώς το’ πε η Δημουλά;

«Ένα μόνο δεν μου δίνει το όνειρο.

Το όριο. Ως πού να κινδυνέψω.

Γιατί τότε πια δεν θα ήταν όνειρο.

Θα 'ταν γεράματα.»

Κι εγώ τα γεράματα δεν τα θέλω… Έναν δρόμο που να φεύγεις, γίνεται; Να χαμογελάς και να ερωτεύεσαι; Να σου λένε καλά το πέτυχες και το όνομα και το όνειρο, ζήσ’ το τώρα. Γίνεται;

Βάζω πάλι μπροστά τη μηχανή…

 

_

γράφει η Ρέα Ζαχαριά

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!