fantasy_kingdom

Μοιάζει λίγο με παραμύθι γατί συνέβη σε χρόνο παλαιό και σκονισμένο. Τότε δηλαδή που η σκόνη από τους χωματόδρομους άφηνε μια άσχημη γεύση στο στόμα, οι αποστάσεις κάτι χοντρούς κάλους στα πόδια και για να κερδίσεις την καρδιά και τα υπάρχοντα μιας ωραίας πριγκίπισσας έπρεπε να κάνεις το κατόρθωμά σου και ν’ αποδείξεις την αξιοσύνη σου, γιατί οι καιροί ήταν σκληροί κι οι βασιλοπατέρες δεν σπαταλούσαν τα κορίτσια τους και τα υπάρχοντά τους σε βουτυρομπεμπέδες χαραμοφάηδες, αλλά σε σκληρόπετσους πολεμιστές χαραμοφάηδες.

Έτσι, λοιπόν, για να αποκτήσεις το χέρι και κατά συνέπεια και τις υπόλοιπες κρυφές αρετές της Mοναχοκόρης του βασιλιά της Χαραμοφαγίας, έπρεπε καταρχήν να απαντήσεις στο αμείλικτο ερώτημα αν βλέπεις ή όχι ρυτίδες στο πρόσωπο της Μοναχοκόρης. Η Μοναχοκόρη παρ’ όλο το νεαρό της ηλικίας της, είχε όντως μια μοναδική αδιόρατη ρυτίδα στη μέση του μετώπου της, κι αυτό ήταν άσχετο με τη βασιλική της καταγωγή και την τριχωτή κρεατοελιά στο μάγουλο. Δεκάδες παλικάρια συνέρρεαν από όλο το βασίλειο, και μάλιστα και αρκετοί αλλοδαποί που είχαν πράσινη κάρτα απεριορίστου παραμονής, για να κάνουν την τύχη τους και να ανακουφίσουν την… να ξεχαρμανιάσουν δηλαδή… πώς να το πω ευγενικότερα. Αλλά λόγω του ότι η ειλικρίνεια ήταν η ύψιστη αξία της εποχής -γι’ αυτό είχαμε και τόσα πολλά θύματα τότε- όλοι επεσήμαναν αυτό το μικρό ελάττωμα και τους έστελναν κατόπιν να σκοτώσουν δράκοντες με πολλά κεφάλια που ξερνούσαν φωτιές και δεν υπήρχε πιθανότητα καμία να την βγάλουν καθαρή και να ξαναγυρίσουν όρθιοι να διεκδικήσουν το βραβείο τους. Ξέρω πως όλα αυτά δεν ακούγονται πολύ καλά και θα νομίζετε ότι ήταν μια βάναυση εποχή, αλλά έτσι ήταν το ΑΣΕΠ της εποχής, και επιπλέον τοιουτοτρόπως έλυναν ασφαλώς και το πρόβλημα στα ασφαλιστικά τους ταμεία.

Ο Δικός μας πήγε κι αυτός να κονταροχτυπηθεί με την τύχη του κι ως δια εκπλήξεως δεν είδε καμία ρυτίδα, όχι μόνον γιατί ηράσθη σφόδρα και ειλικρινά, αλλά επειδή είχε κι ολίγον μυωπία. Και να γιατί το τρία είναι ιερός αριθμός και το βρίσκουμε όλη την ώρα μπροστά μας.

  1. Η Μοναχοκόρη το εκτίμησε δεόντως,
  2. Ο Δικός μας φορούσε ένα στενό κολάν και…
  3. Το γράμμα του νόμου το επέτρεπε -σε όλους τους νόμους υπάρχει κι ένα παραθυράκι- και έτσι τον έστειλαν να καταστρέψει μια επικίνδυνη μυρμηγκοφωλιά με κόκκινα, όπως λένε και οι ιστορικοί, μερμήγκια.

Ο Δικός μας άρχισε να περιπλανιέται σε βουνά, λαγκάδια και πεδιάδες ψάχνοντας να κατορθώσει το ακατόρθωτο, γιατί πώς να βρεις μια βελόνα στ’ άχυρα αν δεν βλέπεις την τύφλα σου; Ο καιρός περνούσε και ο Δικός μας έχανε σιγά – σιγά την όρασή του και μαζί μ’ αυτήν, κάπως γρηγορότερα, και τη μνήμη του. Αν και πάντα θυμόταν ότι ήταν ερωτευμένος, η μορφή του έρωτά του ξεθώριαζε, και το κυριότερο, δεν θυμόταν πια τι έψαχνε. Κάποτε επέστρεψε στην πρωτεύουσα όπου διέπρεψε ως φιλόσοφος και ως κυνηγός. Σαν φιλόσοφος, γιατί πρέσβευε ότι τα μικρά πράγματα, αυτά δηλαδή που δεν βλέπουμε, δεν έχουν και μεγάλη σημασία και ως κυνηγός, γιατί θήρευε μεγάλα ζώα σε αντίθεση με τα μικρά που απλώς, επειδή δεν τα έβλεπε, τα πατούσε.

Στο μεταξύ η ρυτίδα της πριγκίπισσας μεγάλωνε από την αγωνία της που δεν γυρνούσε ο καλός της με το στενό κολάν, αν και η ελπίδα σιγόκαιγε μέσα της αφού ποτέ δεν έβρισκαν το πτώμα του ανάμεσα στις επιστροφές των αποτυχόντων νεκρών υποψήφιων γαμπρών. Ώσπου μια μέρα… πρέπει να ήταν Κυριακή, μετά τη θεία λειτουργία, έξω από τον καθεδρικό ναό της Χαραμοφαγίας, ο Δικός μας και η Μοναχοκόρη επιτέλους συναντήθηκαν. Δεν μπορώ να σας πω πόσος καιρός πέρασε στο μεταξύ, γιατί τότε μετρούσαν αλλιώς το χρόνο, με τα φεγγάρια, και οι μήνες είχαν άλλο αριθμό ημερών, οι εβδομάδες αυξομειωνόντουσαν κατά βούληση και, το χειρότερο, ήταν εξαιρετικά δύσκολο να βρεις μια αξιόπιστη κλεψύδρα που να μη νοτίζει η άμμος και η τρύπα να έχει την σωστή διατομή. Σύμφωνα όμως με αξιόπιστες μετρήσεις είχαν περάσει εικοσιπέντε ολόκληρα χρόνια, με μια μικρή απόκλιση -στατιστικό λάθος- δεκαετίας.

Ο Δικός μας φορούσε πάντα το ίδιο κολάν που όμως είχε, ομολογουμένως, ξεχειλώσει και η ρυτίδα της Μοναχοκόρης δέσποζε βαθιά ανάμεσα σε άλλες περισσότερες κι ήταν ορατή κι από τυφλό. Έτσι, κανείς δεν αναγνώρισε κανένα, αν και οι δυο είχαν βαθιά χαραγμένο στην μνήμη τους τον έρωτά τους, αυτός για εκείνη κι αυτή για εκείνον.

Έτσι, αγαπητοί μου αναγνώστες, καμιά φορά, διαγράφονται τα ιστορικά γεγονότα πάνω σ’ έναν καμβά ειρωνείας, αν παρακολουθείτε φυσικά τη ροπή των παρατηρήσεών μου.

Τώρα που ολοκλήρωσα τον σκοπό μου, θα ρουφήξω αργά τον καφέ μου, ώστε να αποκομίσω προσωπική ικανοποίηση από τη γλύκα του και θα ανάψω με την άνεσή μου ένα πούρο, για να αναλογιστώ την άψογη εξαιρετικότητα του νοήματος αυτής της ιστορίας, που μου θυμίζει επιτακτικά, όσο ανόητο ή παράξενο κι αν φαίνεται, κάτι που δεν ξαναέγραψα ή δεν έχω ξανακούσει.

 

_

γράφει ο Νίκος Γιαννόπουλος
                    Σκηνοθέτης - Παραγωγός

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!