Όταν φιλούσαμε το ψωμί, της Αλμουδένα Γκράντες

12.12.2020

σχόλια

γράφει ο Άγγελος Κουτσούκης

Η Αλμουδένια Γκράντες, η συγγραφέας του, δεν είναι χθεσινή. Έχει γράψει αρκετά μυθιστορήματα από το 1989 που μας πρωτοσυστήθηκε. Κάποια από αυτά έχουν μεταφερθεί στο θέατρο και τον κινηματογράφο και κάποια άλλα έχουν βραβευτεί. Απολαμβάνει αδιάλειπτα την εκτίμηση αναγνωστών και κριτικών. Και αν κρίνουμε από το τελευταίο της βιβλίο, δικαίως.

“Μικρές ιστορίες με απέραντη δύναμη. Ένα βιβλίο για την αξιοπρέπεια, την αλληλεγγύη και την ικανότητα των ανθρώπων να ξυπνούν από το λήθαργο”, έγραψαν στη Libreria Muga, που είναι ένα από τα σημαντικότερα βιβλιοπωλεία της Ισπανίας.

Δεν πρόκειται για νουβέλες. Το “Όταν φιλούσαμε το ψωμί”, είναι ένα μυθιστόρημα με αρχή, μέση και τέλος. Περιγράφει την ζωή μιας συγκεκριμένης γειτονιάς της Μαδρίτης και των ανθρώπων που ζουν σε αυτή. Ένας κύκλος ανθρώπων που γνωρίζονται μεταξύ τους ή έχουν πέσει ο ένας πάνω στον άλλο στο δρόμο ή στην αγορά. Που είναι κανονικοί άνθρωποι, με τα καθημερινά τους προβλήματα και αυτά που τους φόρτωσε η οικονομική κρίση. Η ίδια η συγγραφέας σημειώνει: “Τούτη είναι μια ιστορία με πολλές ιστορίες, η ιστορία μιας γειτονιάς της Μαδρίτης που επιμένει να αντιστέκεται, επιμένει να παραμένει ο εαυτός της μες το μάτι του κυκλώνα, μέσα σε αυτή την κρίση που απείλησε να τη φέρει τα πάνω κάτω κι ακόμα δεν τα έχει καταφέρει”.

Οι ήρωες του βιβλίου είναι οι άνθρωποι της διπλανής πόρτας. Απλοί και καθημερινοί όπως όλοι οι άνθρωποι που μένουν σε μια κεντρική γειτονιά σε όλες τις πόλεις του κόσμου. Και ο καθένας προσπαθεί με τον τρόπο του, ζώντας στον κυκλώνα της κρίσης, να τα βγάλει πέρα και να πάει λίγο παρακάτω. Από τη γιαγιά που αποφασίζει να στολίσει το χριστουγεννιάτικο δέντρο δυο μήνες νωρίτερα για να κάνει να χαρούν οι δικοί της, μέχρι την Αμέλια που έχει το δικό της κομμωτήριο και ενώ αγωνίζεται να το κρατήσει ανοιχτό, βρίσκει τον χρόνο και την διάθεση να έχει μία κούτα στο πίσω μέρος του μαγαζιού της, όπου οι πελάτισσες αφήνουν, διακριτικά, τρόφιμα, που θα μοιραστούν σε αυτούς που τα έχουν ανάγκη. Που, πολύ γρήγορα διαπιστώνει ότι οι Κινέζες που άνοιξαν απέναντι της μαγαζί πεντικιούρ-μανικιούρ με πολύ φτηνές τιμές, δεν είναι ντε και καλά ανταγωνίστριες της, αλλά θύματα και αυτές, της κατάστασης που ζούμε.

Ο Πασκουάλ που έχει το μπαρ της γειτονιάς, καταφέρνει να βρει χρόνο και τραπέζια στο μαγαζί του για να γευματίζουν οι μικροί μαθητές του σχολείου που η Σοφία, η καθηγήτρια, διαπίστωσε ότι δεν τρέφονται καλά, γιατί τα οικονομικά των γονιών τους δεν επιτρέπουν να τραφούν καλύτερα. Και η Ντιάνα, η γιατρός στο κέντρο Υγείας, που απειλείται με κλείσιμο λόγω οικονομικών περικοπών, μπορεί και αγωνίζεται για τους γέρους και τα παιδιά της γειτονιάς που έχουν ανάγκη τις υπηρεσίες των γιατρών του Κέντρου Υγείας. Και η φίλη της, η δικηγόρος, αγωνίζεται για να βρει ένα σπίτι η οικογένεια του Μαροκινού μετανάστη, που τους πήρε το σπίτι η Τράπεζα. Ιστορίες που τα τελευταία χρόνια έχουμε ζήσει όλοι και στην Αθήνα και στη Μαδρίτη και στη Λισσαβόνα. Και επειδή οι λέξεις που η συγγραφέας βάζει στη σειρά είναι πολύ δυνατές, ας της δώσουμε το λόγο.

“Στη Μαδρίτη, στα μέσα του εικοστού αιώνα, που το παλτό ήταν μια πολυτέλεια απλησίαστη για τις υπηρέτριες και τους μεροκαματιάρηδες που βόλταραν στους δρόμους για να περάσει η ώρα τους ώσπου να φτάσει η στιγμή που θα ανέβαιναν στο τρένο που θα τους πήγαινε πολύ μακριά, στη Γαλλία για τον τρύγο ή σε κάποιο εργοστάσιο στη Γερμανία, η φτώχεια εξακολουθούσε να είναι μοίρα οικογενειακή, η μόνη κληρονομιά που πολλοί γονείς άφηναν στα παιδιά τους. Ωστόσο, σε αυτή την κληρονομιά υπήρχε και κάτι άλλο, ένας πλούτος που οι Ισπανοί σήμερα έχουμε χάσει.

Γι’ αυτό οι μεγάλοι φοβούνται λιγότερο. Εκείνοι αναπολούν τη νιότη τους και θυμούνται τα πάντα, το κρύο, τους ακρωτηριασμένους που ζητούσαν ελεημοσύνη στους δρόμους, τις σιωπές, τη νευρικότητα που έπιανε τους γονείς τους σαν διασταυρώνονταν στο πεζοδρόμιο με κάποιον αστυνομικό και μια παλιά συνήθεια ξεχασμένη πια, που δε φρόντισαν ή δε θέλησαν να μεταδώσουν στα παιδιά τους. Όποτε έπεφτε ένα κομμάτι ψωμί στο πάτωμα, οι ενήλικες υποχρέωναν τα παιδιά να το μαζέψουν και να το φιλήσουν προτού το ξαναβάλουν στην ψωμιέρα, τόση πείνα είχαν περάσει οι οικογένειές τους εκείνα τα χρόνια, τότε που χάθηκαν όλα αυτά τα αγαπημένα πρόσωπα, τις ιστορίες των οποίων κανείς δεν ήθελε να τους διηγηθεί. Κι εμείς, τα παιδιά που μάθαμε να φιλάμε το ψωμί, αναπολούμε την παιδική μας ηλικία και θυμόμαστε την κληρονομιά μιας άγνωστης σήμερα πια για μας πείνας, εκείνες τις αηδιαστικές ομελέτες που έφτιαχναν οι γιαγιάδες μας για να μη πάει χαμένο ότι περίσσευε από το χτυπημένο αυγό στο οποίο βουτούσαν το ψάρι πριν το τηγανίσουν. Όμως δε θυμόμαστε τη θλίψη. Θυμόμαστε, εν τούτοις, την οργή, τα σφιγμένα σαγόνια, σμιλεμένα, θαρρείς, σε πέτρα, κάποιων αντρών ή γυναικών που σε μια ζωή μόνο, τους είχαν τύχει τόσες συμφορές, αρκετές για να καταρρεύσουν ίσαμε έξι φορές, ωστόσο εξακολουθούσαν να στέκονται στα πόδια τους. Γιατί στην Ισπανία, μέχρι πριν από τριάντα χρόνια, τα παιδιά μπορεί να κληρονομούσαν τη φτώχεια, κληρονομούσαν όμως και την αξιοπρέπεια των γονιών τους, τον τρόπο να είναι φτωχοί δίχως να νοιώθουν ταπεινωμένοι, δίχως να χάνουν το ήθος τους ούτε το σθένος να αγωνίζονται για το μέλλον. Ζούσαν σε μια χώρα όπου η φτώχεια δεν ήταν λόγος για να ντρέπεται κανείς, πόσο μάλλον για να καταθέτει τα όπλα.

Ούτε ο Φράνκο, στα τριάντα εφτά χρόνια ωμής δικτατορίας που έφερε ο καταραμένος πόλεμος τον οποίο ο ίδιος ξεκίνησε, δεν κατάφερε να εμποδίσει τους εχθρούς του να προκόβουν σε συνθήκες φρικτές, να ερωτεύονται, να κάνουν παιδιά, να είναι ευτυχισμένοι. Δεν πάει πολύς καιρός που σε τούτη δω τη γειτονιά η ευτυχία ήταν κι αυτή ένας τρόπος για να αντιστέκεται κανείς”.

Η ευτυχία, λοιπόν, ήταν ένας τρόπος για να αντιστέκεται κανείς. Πιστεύω ότι δεν χρειάζεται τίποτα άλλο για να καταλάβουμε τι αντιπροσωπεύει αυτό το μυθιστόρημα.

Ακολουθήστε μας

Βαγγέλης Χρόνης: ‘Ποίηση 1999-2020’

Βαγγέλης Χρόνης: ‘Ποίηση 1999-2020’

Εκδόσεις Καστανιώτη _ γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης - Βαγγέλης Χρόνης: ‘Ποίηση 1999-2020’ «Πως νοσταλγείς ωραία καλοκαίρια που δεν έζησες. Μόνο να ονειρεύεσαι μπορείς αυτά που ίσως έλθουν» Βαγγέλης Χρόνης, ‘Νοσταλγία’   Από τις εκδόσεις Καστανιώτη, κυκλοφορούν, το...

Ιστορίες της θάλασσας, της Καρίνας Βέρδη (επιμ.)

Ιστορίες της θάλασσας, της Καρίνας Βέρδη (επιμ.)

Η Καρίνα Βέρδη, σε συνεργασία με τον Γιώργο Δάγλα, ετοίμασαν μια συλλογή διηγημάτων με το αγαπημένο θέμα πολλών, τη θάλασσα, συγκεντρώνοντας κείμενα σκληρά και διασκεδαστικά, πρωτότυπα και διαφορετικά, που όλα μυρίζουν αλάτι και ιώδιο. Φίλοι και γνωστοί που συνδέονται...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News

Επιμέλεια άρθρου Ομάδα σύνταξης

Επιμέλεια άρθρου

Διαβάστε κι αυτά

Ιστορίες της θάλασσας, της Καρίνας Βέρδη (επιμ.)

Ιστορίες της θάλασσας, της Καρίνας Βέρδη (επιμ.)

Η Καρίνα Βέρδη, σε συνεργασία με τον Γιώργο Δάγλα, ετοίμασαν μια συλλογή διηγημάτων με το αγαπημένο θέμα πολλών, τη θάλασσα, συγκεντρώνοντας κείμενα σκληρά και διασκεδαστικά, πρωτότυπα και διαφορετικά, που όλα μυρίζουν αλάτι και ιώδιο. Φίλοι και γνωστοί που συνδέονται...

Φάκελος Καταρίνα, του Jorn Lier Horst

Φάκελος Καταρίνα, του Jorn Lier Horst

Το Φάκελος Καταρίνα αποτελεί τη δωδέκατη -σύμφωνα με την πρωτότυπη χρονολογική σειρά- περιπέτεια του επιθεωρητή Βίλιαμ Βίστιν, αλλά και την πρώτη ενασχόλησή του με μια από τις αποκαλούμενες «ξεχασμένες υποθέσεις», δηλαδή παλιές ανεξιχνίαστες υποθέσεις που παραμένουν...

Υπατία, του Δημήτρη Βαρβαρήγου

Υπατία, του Δημήτρη Βαρβαρήγου

ΥΠΑΤΙΑ Δημήτρης Βαρβαρήγος 24 γράμματα εκδόσεις - Γράφει ο Απόστολος Τριφύλλης καθηγητής φιλόλογος στο πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου - Στο έργο του με τίτλο «Υπατία» ο Δημήτρης Βαρβαρήγος τέθηκε ενώπιον της πρόκλησης να σκιαγραφήσει μια μεγάλη μορφή των ελληνικών...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου