6. Γραφείο ταξιδιών

6. Γραφείο ταξιδιών

 

world_travel

Ξεφύλλιζα ένα διαφημιστικό της Μanos που κάποιος έριξε κάτω απ’ την πόρτα στο γραφείο μου. Φτηνές κρουαζιέρες για όλα σχεδόν τα μέρη του κόσμου. Όχι και πολύ φτηνές εδώ που τα λέμε, τουλάχιστον για την τσέπη μου. Βέβαια, δεν μου άρεσαν ιδιαιτέρως οι μετακινήσεις, αλλά το γραφείο έκαιγε σαν φούρνος παρόλο που το καλοκαίρι δεν είχε στρίψει ακόμα απ’ τη γωνία. Τα ρολά ήταν κατεβασμένα και ο ανεμιστήρας ιδροκοπούσε για να το δροσίσει. Στη παρέα μας ήταν και η Stolichnaya, που ως γνωστό πίνεται παγωμένη. "Cool before drinking" γράφει στην ετικέτα. Αλλά για να την παγώσω θα ‘πρεπε να στάξω τουλάχιστον 10 πράσινα για ένα ψυγείο δεύτερο ή τρίτο χέρι που επιπλέον θα λειτουργούσε σύμφωνα με την δική του ελεύθερη βούληση. Έτσι κι εγώ την έπινα ζεστή και οι αναθυμιάσεις μ’ έστελναν κανονικά και χωρίς άλλο μεταφορικό μέσο στις έγχρωμες φωτογραφίες του διαφημιστικού. Ξαπλωμένος σε μια αναπαυτική σεζλόνγκ μιας ηλιόλουστης πισίνας μεγάλου παραθαλάσσιου ξενοδοχείου, παρέα με γυμνόστηθες γκόμενες, σκεφτόμουν ότι και να αγόραζα ψυγείο θα μου ήταν αδύνατο να το πάρω μαζί μου. Από μικρά ηχεία σκορπισμένα ολόγυρα απολάμβανα την παγωμένη βότκα στον ήχο του τραγουδιού των Eagles:

[…] Welcome to the Hotel California
Such a lovely place, such a lovely face
They’re livin’ it up at the Hotel California
What a nice surprise, bring your alibis […] [i]

Το τηλέφωνο με γύρισε πίσω κατεπειγόντως. Μια απαλή γυναικεία φωνή μού ζήτησε ένα ραντεβού για τον κο Κοξ, από την εταιρία "The only way". Είπαμε για το απόγευμα στις πέντε και μου το έκλεισε πριν προλάβω να τη ρωτήσω αν οι γκόμενες ήταν στην τιμή της κρουαζιέρας. Την εταιρία δεν την είχα ακουστά, αλλά αυτό δεν σήμαινε ότι δεν υπήρχε κιόλας. Ειλικρινά δεν μου καιγότανε καρφί. Το μόνο που είχε σημασία ήταν ότι κάποιος πελάτης θα διάβαινε το κατώφλι του ξεχασμένου γραφείου μου για να με φέρει πάλι σ’ επαφή με τον κόσμο και τους δανειστές μου.
Ο μίστερ Κοξ ήταν αδύνατος, μεσαίου αναστήματος και κουστουμάτος στην περιοχή του πολύχρωμου καρό. Φορούσε και μια καλοσιδερωμένη γραβάτα με το λογότυπο της εταιρείας του. Ένα λευκό μαντηλάκι, προσεκτικά διπλωμένο, φώλιαζε στο τσεπάκι του σακακιού του. Δεν θέλω να το πω, αλλά έμοιαζε με κινούμενη ταπετσαρία. Αν εξαιρέσουμε την ελαφριά αυστραλέζικη προφορά στα πολύ καλά, κατά τα άλλα, ελληνικά του και το ελαφρά υπεροπτικό του ύφος, δεν θα σας μεταφέρω όλο τον διάλογό μας, παρόλο που ο μίστερ Κοξ- από το Κονταξακης, για τ’ όνομα του θεού - υπήρξε ομιλητικότατος. Θα αρκεστώ μόνο σε μια μικρή περίληψη για να μην σας κουράσω. Μου άφησε μάλιστα κι ένα φάκελο τίγκα στα πενηντάευρα ως προκαταβολή για μια στενότερη και ταυτόχρονα ευρύτερη συνεργασία που δεν είμαι βέβαιος όμως αν θα εξελισσόταν σε βαθιά φιλία. Όχι, όχι, δεν επρόκειτο για διαζύγιο, αλλά για κάτι παρεμφερές. Για την παρακολούθηση κάποιων ατόμων που είχαν σχέση με την εταιρεία. Με την πολυεθνική εταιρεία, της οποίας αρχιερέας στην Ελλάδα ήταν ο ίδιος ο μίστερ Κοξ. Απ’ όσα μου αράδιασε χαμογελαστός- μιλούσε σχεδόν δυο ώρες χωρίς διάλειμμα- κατάλαβα ότι αντιπροσώπευε κάτι που θύμιζε περισσότερο ένα είδος θρησκευτικής αίρεσης. Ο ίδιος την ονόμαζε επιχείρηση, αλλά ουσιαστικά λειτουργούσε σαν σέχτα.
Ο μίστερ Κοξ σπούδασε οικονομικά στο Σίντνεϊ όπου μετανάστεψε η οικογένεια του το 1954 όταν ο ίδιος ήταν ακόμα 14 χρονών. Αποφοίτησε κακήν κακώς και μετά από 5-6 χρόνια στην ανεργία, άλλαξε το όνομά του από Κονταξάκης σε Κοξ και ίδρυσε μαζί με άλλους δυο φίλους του την εν λόγω εταιρεία που από τις αρχές της δεκαετίας του ενενήντα έγινε πλέον πολυεθνική. Μ’ άλλα λόγια οι δουλειές του πήγαν πολύ καλά και εδώ και μερικά χρόνια άνοιξε τα πρώτα υποκαταστήματα στην Ελλάδα, την 18η χώρα των δραστηριοτήτων του ανά τον κόσμο και καλό ορμητήριο για τα Βαλκάνια. Το δόγμα αυτής της αίρεσης ήταν η ομοούσιος και αδιαίρετη φύση του Πλούτου, της Εξουσίας και της ανθρώπινης Ευτυχίας. Η μύηση συνίστατο, στο να εμφυσήσει στον καθένα μας, ανεξαρτήτου ηλικίας, φύλλου, χρώματος και κοινωνικής προέλευσης - ως προς αυτό δεν διέκρινα καμιά απολύτως προκατάληψη- την θέληση και την βούληση να μετατρέψουμε τον εαυτό μας, τους φίλους και τους γνωστούς μας, συμπεριλαμβανομένων και των συγγενών πρώτου βαθμού, σε καταναλωτές και πωλητές, για να εκπληρωθεί έτσι το θέλημα του ιδρυτή-θεού για μεγάλη κατανάλωση, μεγάλους τζίρους και μεγάλα κέρδη. Υπήρχε ολόκληρο τελετουργικό για το πώς μπορεί να γίνει αυτό, το οποίο και μου εξήγησε περιληπτικά. Η αίρεση αυτή θεοποιούσε μια σειρά από καταναλωτικά προϊόντα, δικής της παραγωγής και διάθεσης, που ήταν αγιασμένα από τα χημικά της εργαστήρια και ως εκ τούτου απαλλαγμένα από κάθε ακαθαρσία. Κι όπως κάθε αξιοπρεπής δοξασία είχε κι αυτή τους δικούς της τόπους λατρείας. Δεν ήταν ναοί ιωνικού, κορινθιακού ή δωρικού ρυθμού, όπως του Δωδεκάθεου, ούτε βασιλικού ή γοτθικού, όπως των χριστιανών ορθόδοξων ή καθολικών. Λυπάμαι, αλλά καμιά απολύτως σχέση. Ήταν τεράστια τετράγωνα Σούπερ-μάρκετ με αναλογίες: ένα τέταρτο κτίριο και τρία τέταρτα πάρκινγκ, ένα σχεδόν σε κάθε πόλη, για να μπορούν εύκολα και αποκλειστικά, όχι μόνον οι πιστοί, αλλά και οι γνωστοί και οι φίλοι τους να κάνουν skateboard στους διαδρόμους τους και να θυσιάζουν τις οικονομίες τους στον ιερό βωμό της κατανάλωσης. Βέβαια, κάθε πιστός κέρδιζε ένα ποσό, ανάλογα με την κατανάλωση που έκαναν οι άλλοι πιστοί που μύησε αυτός με την σειρά του στην εν λόγω θρησκεία. Ο στόχος του ήταν να καταφέρει να κερδίζει τόσα πολλά που θα του χάριζαν τον επίγειο παράδεισο, δηλαδή την δυνατότητα να ζει, και να απολαμβάνει με όποιον τρόπο θέλει αυτός τον πλούτο του, χωρίς να χρειάζεται να δουλεύει, μόνο από την κατανάλωση των πιστών που είχε στη δική του γραμμή. Αυτό σημαίνει ότι κάθε πιστός ήταν ταυτόχρονα και ιεραπόστολος και ιερέας, σε μια κλιμακούμενη ιεραρχία που το κριτήριό της ήταν τα έσοδά του. Όσο αυξάνονταν τα έσοδα του κάθε πιστού, τόσο πιο ψηλά ανέβαινε ιεραρχικά και τόσο πιο κοντά πλησίαζε στον παράδεισο. Όσοι απ’ αυτούς ήταν αρκετά δραστήριοι, η εταιρία για να τους ενθαρρύνει τους προσκαλούσε, δωρεάν ως ανταμοιβή, σε κρουαζιέρες, στα ωραιότερα μέρη του κόσμου, για να πάρουν μια γεύση του ποθητού στόχου. Φυσικά για τα ταξίδια αυτά δεν απευθύνονταν στη Manos. Είχαν το δικό τους πρακτορείο.

- Αγαπητέ μου Αμβρόσιε, είπε θεατρικά ο μίστερ Κοξ, τι όνειρα έχετε εσείς για την ζωή σας; Πώς φαντάζεστε τον εαυτό σας μετά από δέκα χρόνια; Δεν επιθυμείτε να απαλλαγείτε από το άγχος, το στρες και την αγωνία την καθημερινής επιβίωσης; Δεν θα θέλατε να βγάλετε γρήγορα και εύκολα τόσα πολλά λεφτά που να μπορείτε να εξαγοράσετε την ελευθερία σας, υιοθετώντας έναν τρόπο ζωής που υπάρχει μόνο στα πιο μακρινά και άπιαστα όνειρά σας; Σκεφτείτε, τι είναι αυτό που κάνει έναν άνθρωπο ευτυχισμένο. Ποιο είναι το μεγαλύτερο δώρο που μπορεί να κάνει στον εαυτό του. Είναι ο ελεύθερος χρόνος. Αλλά γι’ αυτό χρειάζεται χρήμα και εξουσία. Εμείς γνωρίζουμε τον τρόπο. Βοηθήστε τον εαυτό σας βοηθώντας τους άλλους να γλιτώσουν από ωράρια και εργοδότες. Μπορείτε να γίνετε επιχειρηματίας, μέτοχος στην μεγαλύτερη επιχείρηση του κόσμου, και μάλιστα χωρίς καθόλου κεφάλαιο. This is, the only way. Βέβαια καταλαβαίνω ότι από την φύση της δουλειάς σας είστε καχύποπτος, δύσπιστος. Αλλά είμαι σίγουρος ότι σύντομα θα πειστείτε, κατέληξε αλαζονικά χαμογελαστός.
Θα σας γελάσω αν σας πω ότι τον συμπάθησα. Κάτω από άλλες συνθήκες θα προτιμούσα να τον πετύχω μόνο του σε κάποια ερημιά και να τα λέγαμε ένα χεράκι οι δυο μας, χωρίς διαιτητές και με μόνο έπαθλο την ευχαρίστηση. Θα ήθελα να του αλλάξω τα φώτα και κυρίως αυτό το ψευτοχαμόγελο που ήταν μόνιμα σκαλωμένο στην σκατόφατσά του. Δεν είμαι βίαιος τύπος αλλά δεν μ’ αρέσει να τσαλακώνονται όλα τα πράγματα και μάλιστα από κάτι τέτοιου τύπου υποκείμενα. Τι ήταν αυτός ο εξυπνάκιας στην προηγούμενη ζωή; Μπορεί και να κολλούσε κάπου γραμματόσημα. Πάντως τώρα είναι εδώ ματσωμένος και μου πουλάει μούρη και νάιλον ιδεολογία.
- Θα το σκεφτώ, απάντησα, αλλά αυτό που ήθελα πραγματικά να πω ήταν ότι μετά απ’ όλα αυτά που μου περιέγραψε τόσο γλαφυρά, ήρθε επιτέλους η ώρα για διαφημίσεις: "Η μοναδική περιουσία που διαθέτει ένας φτωχός είναι ο κώλος του, γι’ αυτό βάζει τα χέρια του στην πίσω τσέπη του παντελονιού, για να τον προφυλάξει".
Φεύγοντας μου άφησε διάφορα προπαγανδιστικά φυλλάδια και κασέτες και ένα βιβλίο του Χβαρτς: "The magic of succeeding".[ii]
Η εργασία που μου ανέθεσε ο μίστερ Κοξ, συνίστατο στο να μαζεύω στοιχεία για διάφορα άτομα που μου έδινε επιλεκτικά η εταιρία, σχετικά με το οικογενειακό και επαγγελματικό τους περιβάλλον και την αισθηματική και οικονομική τους κατάσταση. Ήταν μια εύκολη δουλειά, γιατί είχα ανοιχτό λογαριασμό ώστε να εξασφαλίζω εύκολα για την έρευνά μου πρόσβαση σε νόμιμους και παράνομους χώρους πληροφόρησης. Οι λίστες μού δινόντουσαν κατά τριάδες ή πεντάδες, περίπου μία κάθε μήνα, αλλά εγώ εισέπραττα την αμοιβή μου κανονικά κάθε βδομάδα. Η φύση της εργασίας μου με ανάγκαζε να συχνάζω όλο και περισσότερο σε τελετές που οργάνωνε η εταιρία σε αίθουσες εκδηλώσεων γνωστών ξενοδοχείων της πόλης. Στην αρχή έμεινα έκπληκτος από το κλίμα που υπήρχε εκεί. Μαζεύονταν από 150 ως 3 000 άτομα και επαναλάμβαναν ξανά τις βασικές αρχές της μύησης. Ύστερα επιβράβευαν τους πιο πετυχημένους μέσα από αλαλαγμούς, χειροκροτήματα και δυνατή ρυθμική μουσική. Η όλη παράσταση θύμιζε παγανιστική ιεροτελεστία. Σ’ όσους ανέβαιναν στην ιεραρχία τούς δίνονταν διάφορα κοσμήματα σαν διακριτικά βαθμού και άλλα δώρα.
Ομολογώ ότι ποτέ μου μέχρι τώρα δεν συνάντησα τόσους πολλούς αισιόδοξους και χαρούμενους, ηλίθιους ανθρώπους σ’ ένα μέρος. Δεν μπορούσα να καταλάβω την πηγή της ευφορίας τους, που όμως έβαζε σε δεύτερη μοίρα κάθε άλλου είδους κοινωνική αξία. Ούτε πέρασε ποτέ από το μυαλό μου ότι το χρήμα θα μπορούσε να γίνει τόσο άμεσα και απροκάλυπτα αντικείμενο λατρείας. Άραγε δεν υπάρχει κανείς μέσα σ’ αυτό το πλήθος που να συνειδητοποιεί ότι στην πραγματικότητα χειροκροτεί αυτούς που πλούτιζαν στην καμπούρα του; Ένιωθα σαν να έχω έρθει από το φεγγάρι. Ή εγώ δεν έχω καλή σχέση με την πραγματικότητα ή η πραγματικότητα… Συγνώμη αλλά ξέχασα τι ήθελα να πω… Το ίδιο κάνει.  Άλλωστε, ας μην ξεχνάμε, ήρθε η ώρα να τα ψάλω και στον εαυτό μου, αφού ήμουν κι εγώ μπλεγμένος κατά κάποιο τρόπο και μάλιστα τέτοιο που μάλλον δεν μου δίνει το δικαίωμα να το παίζω ιεροκήρυκας. Δεν ήμουν σύμβολο του ασυμβίβαστου, ο τύπος των ανυποχώρητων αρχών και του αδιαπραγμάτευτου. Απλά από μιζέρια δεν έβαζα τα χέρια μου βαθιά μες στα σκατά. Αλλά τα έβαζα. Κι ας είχα την ικανοποίηση ότι δεν τα ‘βαζα τόσο βαθιά όσο ο μίστερ Κοξ και το ιερατείο του. Μπορεί με το Πολυτεχνείο, εκείνα τα ένδοξα χρόνια της δεκαετίας του ’70, να μην αλλάξαμε τον κόσμο. Μπορεί να μην αλλάξαμε τελικά ούτε τον εαυτό μας, αλλά διατηρήσαμε έναν αυτοσαρκασμό όταν ανακαλύψαμε ότι για να επιβιώσουμε θα πρέπει να κάνουμε πράγματα που δεν θα θέλαμε να κάνουμε. Ε, αυτός ο αυτοσαρκασμός μας ταλαιπωρούσε αλλά κι εξάγνιζε μ’ έναν τρόπο την κατά τα άλλα ελαστική συνείδησή μας.

Έτσι λοιπόν, ως ήταν αναμενόμενο, άρχισα σιγά-σιγά να συνηθίζω. Κακό πράγμα η συνήθεια. Καθόμουνα σε μια γωνιά και παρακολουθούσα τα άτομα που έβρισκα στις λίστες μου. Δεν είχα και ιδιαίτερη δυσκολία γιατί ήταν άτομα συνήθως υψηλόβαθμα. Μάλιστα γνώρισα και μια ωραία μικρή, που δούλευε σαν γραμματέας και ήθελε με πάθος να γίνει πολυεκατομμυριούχος, κι έτσι περνούσα ακόμα καλύτερα. Η μικρή φυσικά δεν ήξερε τι δουλειά κάνω ακριβώς, ούτε υπήρχε λόγος να το μάθει. Είχε πάθος για τη ζωή κι εγώ δε θέλω να σας πείσω ότι δεν επωφελήθηκα. Απλά αναγκαζόμουν κάθε τόσο ν’ αγοράζω απορρυπαντικά και οδοντόκρεμες που δεν είχα ανάγκη και να την ακούω να μου μιλάει συνεχώς για γραμμές εκπροσώπησης, εξάπλωση του συστήματος σε βάθος, για δίκτυα, ποσοστά, πόντους και μεγάλα κέρδη. Μου μιλούσε γι’ αυτά ακόμα κι όταν κάναμε έρωτα. Την βρίσκαμε κοιτάζοντας φωτογραφίες που έβγαζε με μια πολαρόιντ κάθε τόσο μπροστά σε πολυτελή αυτοκίνητα και πλουσιόσπιτα που θα αγόραζε όταν θα γινόταν 24ων καρατίων. Το μόνο σκοτεινό σημείο στη σχέση μας ήταν ότι επέμενε να της δώσω ονόματα, αλλά εγώ εκτός από κάποιους πρώην πελάτες μου – εδώ υπεισέρχεται το επαγγελματικό απόρρητο - το μόνο άλλο πρόσωπο που γνώριζα στη πόλη ήταν ο αστυνόμος Έλπις - και κάτι χαμένα κορμιά στο Dacapo, στην ανεξάρτητη εκκλησία της κραιπάλης, της μέθης και του πεθαμένου χρόνου, αρχιερέας της οποίας ήταν ο Παναγιότατος Μίλτος. Η μικρή όμως ήταν πεισματάρα. Αν και το σεξ στην σχέση μας ήταν σε ημερήσια διάταξη, εν τούτοις έμοιαζε να ‘χει καταπιεσμένη λίμπιντο κι αναζητούσε διέξοδο σε άλλες μαλακίες. Εργαζόταν σαν τρελή και δεν τα πήγαινε καθόλου άσχημα. Ευτυχώς που δεν τη γνώρισε ο Φρόιντ. Θα τον είχε κάνει ρεζίλι. Ανέβαινε γρήγορα στην σκάλα της ιεραρχίας, τόσο γρήγορα που μέσα σε δυο μήνες πέρασε τους 10 000 πόντους και μπήκε έτσι σε μια από τις λίστες μου. Δεν χρειαζόταν να κάνω ιδιαίτερη έρευνα. Μου τα είχε ήδη πει όλα μόνη της. Ήταν μοναχοκόρη από ένα μικρό χωριό της Κρήτης. Οι γονείς της, έμεναν στο χωριό και ήταν σχετικά φτωχοί και προχωρημένης ηλικίας. Οι σχέσεις τους δεν ήταν καλές. Ο πατέρας της την είχε σχεδόν αποκληρώσει, γιατί αντί να παντρευτεί το έσκασε για να εργαστεί στην πόλη, πράγμα απαράδεχτο για την συντηρητική μικροκοινωνία του χωριού. Η μικρή πίστευε ότι με τα λεφτά θα ξανάφτιαχνε η σχέση τους, αλλά θεωρούσε ότι δεν έβγαλε ακόμα αρκετά για να δοκιμάσει. Λογάριαζε να τους εντυπωσιάσει. Το πιο κοντινό της πρόσωπο στην πόλη ήμουν εγώ, αν κι η μικρή μου το ‘χε ξεκαθαρισμένο ότι σαν χαρακτήρας δεν ήμουν ο άνδρας των ονείρων της κι ας της έμαθα διάφορα ερωτικά τερτίπια, ούτε αρκετά νέος για να γίνω ο άνδρας των παιδιών της. Οι υπόλοιποι ήταν γνωστοί και μέλη της εταιρίας με τους οποίους είχε σχέση μόνο συναλλακτική. Όλα αυτά τα περιέγραψα στην αναφορά μου εκτός φυσικά από την σχέση της μαζί μου.
Πέρασαν έτσι τρεις μήνες. Η πιο εύπορη και ζεστή περίοδος στη ζωή μου και στο επάγγελμα και στην πόλη. Ο μίστερ Κοξ ήταν ιδιαίτερα ευχαριστημένος μαζί μου σε σημείο που ούτε τον ενοχλούσε το γεγονός ότι δεν έγινα ακόμη οπαδός τους.
Ξαφνικά με κάλεσε σε κρουαζιέρα.
- Αγαπητέ Αμβρόσιε υπάρχει μια δεκαπενθήμερη κρουαζιέρα για Χαβάη. Αν θέλετε να συμμετάσχετε θα είναι ευχαρίστησή μας.
Τον φαντάστηκα να χαμογελάει στην άλλη άκρη της γραμμής. Θα με θεωρούσε σίγουρα μαλάκα και θα νόμιζε ότι θα αρπάξω με ενθουσιασμό το ξεροκόμματο της ψευδαίσθησης που μου πέταξε. Έλα όμως που δεν μου άρεσαν οι μετακινήσεις. Αρνήθηκα. Τον άφησα να καταλάβει ότι είχα πολύ δουλειά, αλλά η αλήθεια είναι ότι ήταν καλεσμένη κι η μικρή και δεν θα περνούσε απαρατήρητη η πραγματική μας σχέση. Βέβαια η μικρή δεν συμφωνούσε αλλά κι εγώ δεν μπορούσα να της εξηγήσω τη σχέση μου με την εταιρεία. Όπως ήταν αναμενόμενο, δεν κατάφερα να την πείσω και χωρίσαμε μαλωμένοι. Αυτή πήρε την κρουαζιέρα κι εγώ στη "μια από τα ίδια". Κι αυτό ήταν και το μεγάλο λάθος μου. Έλα όμως που πολλές φορές σ’ αυτή τη ζωή τα διλήμματα είναι μοιραία ό,τι και να διαλέξει κανείς. Η μικρή δεν γύρισε από την κρουαζιέρα. Μας τελείωσε μυστηριωδώς, σε 48ώρες, από νόσο που μεταδίδουν μόνο τα ποντίκια. Μου στοίχισε. Αγόρασα βότκα και την ήπια ζεστή μέχρι που έπεσα σε κώμα. Ονειρεύτηκα… ούτε κι εγώ θέλω να θυμάμαι τι ονειρεύτηκα. Ξύπνησα, δυο μέρες μετά, με μια φριχτή ιδέα να γρατζουνάει τον εγκέφαλο μου. Έμεινα μισή ώρα κάτω απ’ το ντους για να συνέλθω κι ύστερα μάζεψα τον πονοκέφαλο και τις λίστες μου και πήγα να συναντήσω τον Έλπι.
- Θέλω μια χάρη, του δήλωσα αποφασιστικά. Δεν ξέρω ακριβώς τι συμβαίνει, αλλά ελπίζω να το μάθω αρκεί να τσεκάρεις αυτά τα ονόματα. Αν υπάρχουν αγνοούμενοι ή νεκροί θα σε παρακαλούσα να μου το αναφέρεις.
- Είναι καλύτερα να πας σε εφημερίδα, με συμβούλεψε. Οι δημοσιογράφοι είναι πιο ενημερωμένοι.
- Ας δούμε πρώτα τι μπορείς να βρεις εσύ και μετά βλέπουμε, είπα εγώ.
Πέρασαν τρεις μέρες και ο Έλπις δεν με πήρε τηλέφωνο. Από την εταιρία, η ίδια απαλή γυναικεία φωνή, με ειδοποίησε ότι ο Κοξ έφυγε μόνιμα για το εξωτερικό και δεν χρειάζονται άλλο τις υπηρεσίες μου. Έλαβα μάλιστα με courier έναν φάκελο με την εξόφληση του λογαριασμού - σαφώς αρκετά περισσότερα από τα "τριάντα αργύρια" – κι ένα ευχαριστήριο σημείωμα για τις υπηρεσίες μου. Αποφάσισα να ξαναπεράσω από το τμήμα. Ο Έλπις ήταν εκεί και με δέχτηκε εύκολα.
- Τέσσερα άτομα έχουν πεθάνει, μου ανακοίνωσε. Αιτίες: ατύχημα ή σπάνια ασθένεια.
- Υποθέτω ότι και τα τέσσερα άτομα δεν είχαν καθόλου φίλους και συγγενείς για να τα αναζητήσουν. Ή σχεδόν καθόλου, σχολίασα.
- Πολύ πιθανόν, είπε ξερά ο Έλπις.
- Δεν θες να μάθεις περί τίνος πρόκειται; τον ρώτησα.
- Εμείς τι νομίζεις ότι κάνουμε εδώ Αμβρόσιε, μύγες βαράμε; Ό,τι και να ‘ναι δεν μπορούμε να αποδείξουμε τίποτα. Απολύτως τίποτα, μου είπε αγαναχτισμένος ο Έλπις και σηκώθηκε για να με κάνει να φύγω.
Δεν κούνησα. Ήθελα να του πω όλη την ιστορία για να τον μεταπείσω, όταν πήρε το μάτι μου στο γραφείο του το βιβλίο του Χβαρτς "The magic of succeeding".

Έφυγα χωρίς να πω τίποτα. Γύρισα στο γραφείο και την έπεσα πάλι στη ζεστή Stolichnaya. Ακόμα μια υπόθεση έγινε καπνός μέσα απ’ τα χέρια μου.
Ξαναβούτηξα στ’ Όνειρο. Ίσως γιατί στ’ Όνειρο τα φαντάσματα κάνουν πάρτι σαν στο σπίτι τους, ενώ στην πραγματικότητα όλα είναι πιο εξωπραγματικά κι απ’ τα φαντάσματα. Αυτή τη φορά βρέθηκα σ’ ένα σούπερ ταξιδιωτικό γραφείο- καμιά σχέση με τη Manos - γεμάτο έγχρωμες φωτογραφίες, στην υποδοχή ενός πολυτελούς ξενοδοχείου και δίπλα σε μια παραλία με γυμνόστηθες γκόμενες.
- Θέλω ένα εισιτήριο επιστροφής, είπα σ’ έναν υπάλληλο που ήταν κρυμμένος πίσω από ένα κομπιούτερ.
- Γιατί, με ρώτησε ψιλοειρωνικά και χωρίς καν να μπει στον κόπο να με κοιτάξει. Δεν σας αρέσουν οι γκόμενες;
- Καλές είναι, απάντησα, αλλά δεν είναι στην τιμή του δωματίου μου, κι αυτό μου τη σπάει.
- Δεν μπορείτε, μου ξαναείπε.
- Και γιατί παρακαλώ; Έχω λεφτά, και έσπρωξα προς το μέρος του το φάκελο της εξόφλησής μου.
- Δεν είναι οικονομικό το θέμα, επανέλαβε αυτός. Απλά δεν μπορείτε.
- Και γιατί δεν μπορώ παρακαλώ; Ρώτησα έκπληκτος. Έχω μήπως κάποιο ελάττωμα και δεν το ξέρω;
- Δεν μπορείτε γιατί είστε καλεσμένος και η κρουαζιέρα αυτή είναι one way, μου εξήγησε αργά σαν να μιλούσε σε καθυστερημένο, αλλά εξακολουθώντας να μένει κρυμμένος.
- Τι θα πει one way και μαλακίες. Θα υπάρχει κάποιος τρόπος για να γυρίσω πίσω. Για όλα υπάρχει κάποιος τρόπος, ξέσπασα εγώ.
- Και βέβαια υπάρχει τρόπος, είπε ο υπάλληλος. Δεν έπρεπε να δεχτείτε την πρόσκληση. This is the only way, είπε και ξεπρόβαλε πίσω απ’ το κομπιούτερ χαμογελαστός. Ήταν ο μιστερ Κοξ, αυτοπροσώπως.

Ένιωσα τα γόνατά μου να λυγίζουν. Πήγα στο μπαρ και παράγγειλα μια διπλή Stolichnaya, καλά παγωμένη. Άρχισα να την πίνω αργά και να χαζεύω τα ατελείωτα πόδια μιας γκόμενας που δήθεν αδιάφορα άφησε το σκαμπό να της σηκώσει τη φούστα μέχρι τη μέση. Από τα ηχεία του μπαρ ακουγόταν πάλι το γνωστό τραγούδι
των Eagles:
[…]Last thing I remember
I was running for the door
I had to find the passage back
To the place I was before
Relax said the nightman, We are
Programmed to receive
You can check out any time you like
But you can never leave […][iii] 

Μερικά πράγματα τα αντιλαμβανόμαστε αργά στη ζωή μας. Ο κόσμος είναι μπουχτισμένος από δημοκρατία. Έχει κουραστεί να κάνει επιλογές. Ολοκληρωτικές οργανώσεις τέτοιου τύπου, όπου άλλοι διαλέγουν γι’ αυτόν, τον απαλλάσσουν από μεγάλες σκοτούρες. Ίσως πάλι και να μην είναι πολύ αργά. Φαντάστηκα τον εαυτό μου αρχηγό μιας αίρεσης που να λατρεύει τις πολυγαμικές σχέσεις. Θαυμάσια σκέψη. Απόδειξη ότι η βότκα που με μεθούσε ήταν ανόθευτη κι αγνή σαν αγιασμός.

 

 

[i]  μτφρ. […]Καλώς ήρθατε στο ξενοδοχείο Καλιφόρνια
Ένα τόσο όμορφο μέρος, ένα τόσο όμορφο πρόσωπο,
Περνούν καλά στο ξενοδοχείο Καλιφόρνια
Τι ωραία έκπληξη, φέρε μαζί σου τα άλλοθι σου […]
[ii] "Η μαγεία της επιτυχίας"
[iii] μτφρ. […]Το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι

Έτρεχα να βρω την πόρτα
Έπρεπε να βρω το δρόμο της επιστροφής
Για το μέρος που ήμουνα πριν
Ηρέμησε μου είπε ο νυχτερινός receptionist
Είμαστε προγραμματισμένοι να δεχόμαστε
Μπορείς να δηλώσεις αναχώρηση ότι ώρα θέλεις
Αλλά δεν μπορείς ποτέ να φύγεις[…]

_

περιγράφει ο Αμβρόσιος Σακάδας  &   καταγράφει ο Νίκος Γιαννόπουλος  (Σκηνοθέτης -Παραγωγός) 

Αμβρόσιος Σακάδας

sakadasΟ Αμβρόσιος Σακάδας είναι ένα χαμένο κορμί. Ένας καθυστερημένος του ’68. Ένας ανώριμος σαρανταπεντάρης. Δεν στερείται σπουδών ούτε γνώσεων. Αγαπάει το διάβασμα κι έχει γνώμη σχεδόν για τα πάντα. Δεν επιδιώκει την επωνυμία. Την θεωρεί πηγή μπελάδων. Δεν αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα που τον περιβάλει παρά μόνο σαν μια σύμβαση. Σαν μια σειρά από εικόνες και λεκτικά τερτίπια. Η ζωή γι’ αυτόν είναι μια χειρονομία, ένα παιχνίδι όπου δεν τον ενοχλεί συνεχώς να χάνει. Το μεγάλο ελάττωμα του όμως είναι η τεμπελιά. Ο Αμβρόσιος Σακάδας βαριέται. Η κλασική του παιδεία τον βοήθησε να διαπιστώσει ότι η εργασία ουδέποτε υπήρξε μια ελληνική αρετή, γιατί ποτέ δεν καταγράφεται ως τέτοια στα αρχαία κείμενα. Γι’ αυτό δεν κάνει τίποτα για να αλλάξει τη δική του πραγματικότητα. Θεωρεί ότι οι επιθυμίες, οι φαντασιώσεις και τα διάφορα κορόιδα που κυκλοφορούν ανάμεσα μας έλκουν τις αλλαγές και την εκπλήρωση τους πολύ πιο αποτελεσματικά απ’ ότι αν ξόδευε τις δυνάμεις του και κουραζόταν. Έτσι κάθεται και περιμένει. Αντιδρά μόνο σ’ ένα πρωτογενές επίπεδο επιβίωσης κάνοντας περιστασιακά διάφορες δουλειές του ποδαριού. Η λιτή ζωή του στηρίζεται στα απολύτως αναγκαία: φαγητό, ύπνο, έρωτα, αλκοόλ και φυγή. Όταν τα πράγματα δυσκολεύουν, απλά την κοπανάει για κάπου αλλού. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι ένας σύγχρονος φυγάδας ή πιο σωστά ένας αναχωρητής που αντί να διαλέξει την έρημο, επιλέγει συνεχώς μια πολύβουη πόλη. Άλλωστε στην έρημο θα ήταν από δύσκολο ως απίθανο να κάνει τον ντετέκτιβ. Θα ήταν επίσης δύσκολο να βρει κορόιδα και αλκοόλ. Και το χειρότερο, θα έπρεπε να προσεύχεται…

προσοχη:
Οι ιστορίες αυτές είναι αποτέλεσμα τυχαίων λαθών και μοιραίων συμπτώσεων. Οι χώροι, τα γεγονότα και τα πρόσωπα (εκτός από τον συγγραφέα) είναι φανταστικά. Οποιαδήποτε ομοιότητα ή σχέση με την πραγματικότητα είναι απλά συμπτωματική.

 

 

Νίκος Γιαννόπουλος : Βιογραφικό

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Μάχη Τζουγανάκη

Από τότε που με θυμάμαι, μουντζουρώνω τα χαρτιά. Η πένα μου το εισιτήριό μου για «όπου». Στο tovivlio.net ήρθα επισκέπτρια και έγινα οικοδέσποινα. Αυτό θα πει ευτυχισμένη συνεργασία! Κάνοντας επιμέλειες κειμένων, τρέφομαι από τις ψυχές των άλλων και από το μεγαλείο της δικής τους πένας, για να φορτίζω τη δική μου. Διηγήματα και ποιήματά μου υπάρχουν στις τέσσερις πολύ επιτυχημένες μας συλλογές: «Μια εικονα…1000 λέξεις» Α&Β τόμος, στις «Τρενογραφίες» και στις "Ιστορίες μπονσάι". Κείμενά μου επίσης "κρεμαστήκαν" στους μήνες του εξαιρετικού Καλλιτεχνικού ημερολογίου της σελίδας στα έτη 2015, 2016 και 2017. Πριν από ένα χρόνο, εκδόθηκε και η πρώτη προσωπική συλλογή διηγημάτων μου «23&1 σταθμοί», για να μου επιβεβαιώσει ότι τα όνειρα μπορούν να γίνουν πραγματικότητα αρκεί να τους φερόμαστε με αγάπη. Το μέλλον κρύβει καινούριους στόχους, νέες συλλογές και ένα μυθιστόρημα που όλο μου ξεγλιστρά και όλο επιστρέφει πιο σίγουρο…

1 σχόλιο

  1. Μάχη Τζουγανάκη

    «Μπορεί με το Πολυτεχνείο, εκείνα τα ένδοξα χρόνια της δεκαετίας του ’70, να μην αλλάξαμε τον κόσμο. Μπορεί να μην αλλάξαμε τελικά ούτε τον εαυτό μας, αλλά διατηρήσαμε έναν αυτοσαρκασμό όταν ανακαλύψαμε ότι για να επιβιώσουμε θα πρέπει να κάνουμε πράγματα που δεν θα θέλαμε να κάνουμε. Ε, αυτός ο αυτοσαρκασμός μας ταλαιπωρούσε αλλά κι εξάγνιζε μ’ έναν τρόπο την κατά τα άλλα ελαστική συνείδησή μας.»

    Πάντα με τρόπο ελαφρύ και χιουμοριστικό…χτυπάς τις ελαστικές κατά τα άλλα συνειδήσεις των αναγνωστών σου…σχεδόν…(ναι… σχεδόν) αναιμακτα…

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Υποβολή συμμετοχής!

Εγγραφείτε στο newsletter

Αρχείο

Είσοδος