Μελέκ

Μελέκ

 

ΜΕΛΕΚ

2016

 

Κοιτάζει το μεγάλο ρολόι στον τοίχο της. Κόντευε πέντε και σε λίγη ώρα θα έφτανε η θεία της. Δεν ήθελε να την δει έτσι, σε αυτή την κατάσταση. Μόλις είχε χωρίσει με τον αρραβωνιαστικό της και της ήταν πολύ δύσκολο να συνέλθει. Ή καλύτερα, δεν ήθελε να συνέλθει. Δεν ήθελε και δεν μπορούσε να ξεχάσει όλα όσα είχε ζήσει με τον Μίλτο. Επτά χρόνια σχέσης και δυο χρόνια αρραβώνας δεν ήταν λίγα και σήμαιναν πολλά για εκείνη. Βέβαια αυτό δεν ήταν ίδιο για τον Μίλτο. Μπόρεσε να πετάξει έτσι ξαφνικά αυτά τα εννέα χρόνια, σαν να μην υπήρξαν ποτέ. Μπόρεσε να κάνει παράλληλη σχέση με την κολλητή της Μελέκ και με αυτό τον τρόπο να την διαλύσει.

Η Μελέκ μαθαίνοντας για τη σχέση του συντρόφου της με την παιδική της φίλη, αιφνιδιάστηκε. Ποτέ της δεν περίμενε να της φερθεί έτσι η Εύα και… Ξαφνικά το κουδούνι της πόρτας διέκοψε τις σκέψεις της.

Κατάλαβε πως είχε φτάσει η θεία της, η Ερασμία. Σκουπίζει τα μάτια της με ένα μαντήλι, τακτοποιεί λίγο το σαλόνι και ανοίγει την πόρτα. Χαρούμενη η θεία της πέφτει στην αγκαλιά της, δίνοντας της φιλιά ασταμάτητα. Της είχε λείψει πολύ η ανιψιά της, καθώς την έβλεπε πια πολύ λίγες φορές τον χρόνο.

-Έλα θεία μου, πέρασε μέσα, είπε και βοήθησε τη θεία της με τις βαλίτσες και τα μεγάλα κουτιά που έχει φέρει μαζί της.

Μπαίνοντας στο σπίτι, η Ερασμία άρχισε να μιλά στη Μελέκ και να της εξιστορεί όσα είχε περάσει στη Ρόδο, όπου έμενε, τον τελευταίο καιρό. Το μαγαζί με τα υφάσματα που διέθετε στο νησί πήγαινε από το καλό στο καλύτερο κι έτσι αποφάσισε να το αφήσει για λίγες μέρες κλειστό ώστε να επισκεφθεί την γλυκιά της ανιψιά. Πάντα της άρεσε να χαζεύει τα μακριά, γυαλιστερά μαλλιά της και τα μεγάλα γαλανά μάτια της.

Η Μελέκ αγαπούσε πολύ τη θεία της. Η θεία Ερασμία ήταν μια γλυκιά κυρία, με κοντά καστανά μαλλιά και λίγο εύσωμη-κάτι που όπως έλεγε και η ίδια ήταν και το γοητευτικό της στοιχείο! Εκείνη είχε μεγαλώσει τη Μελέκ, αφού η μητέρα της και ο πατέρας της έφυγαν από τη ζωή σε τροχαίο ατύχημα λίγο καιρό πριν κλείσει η μικρή τον ένα χρόνο. Αυτό όμως δεν την εμπόδιζε στο να της κρατά ‘’μούτρα’’ όταν της έφερνε πολλά δώρα, κάτι που της είχε απαγορεύσει.

Η Ερασμία έκανε ακριβώς το ίδιο και τώρα που η Μελέκ κόντευε να μπει στα τριάντα. Της έφερνε πάντα κάποιο μικρό δώρο, όμως αυτή την φορά το είχε παρακάνει. Ερχόμενη από τη Ρόδο είχε φέρει μαζί της δύο κούτες με πράγματα από το μαγαζί της.

Ερασμία: Αυτά είναι για ‘σένα.

Μελέκ: Δεν το πιστεύω… Τί έκανες πάλι;

H Μελέκ ανοίγει τις κούτες μπροστά της και βρίσκει μέσα σεντόνια, τραπεζομάντιλα και πολλά μικρά σεμέν. Κοιτάζει τη θεία της θέλοντας να τη μαλώσει, όμως η Ερασμία την προλαβαίνει . Της λέει πως θέλει κάθε φορά που την βλέπει να της κάνει και κάποιο δώρο για να μπορεί η Μελέκ να τη νιώθει κοντά της όταν εκείνη θα λείπει.

Τότε, το βλέμμα της Ερασμίας πέφτει στο μικρό τραπεζάκι του σαλονιού. Πάνω του παρατηρεί μια σκισμένη φωτογραφία. Η Μελέκ προσπαθώντας να τραβήξει το βλέμμα της θείας της από ‘κει, της προτείνει να περάσουν στην κουζίνα για να πιούν τον καφέ τους.

Ερασμία: Χωρίσατε; (ρωτάει με αγωνία.)

Η ερώτηση της θείας Ερασμίας- που είχε καταλάβει πως στην τσαλακωμένη φωτογραφία απεικονιζόταν η ανιψιά της και ο Μίλτος- κάνει τη Μελέκ να αναστατωθεί. Προσπαθεί να βρει μια δικαιολογία, αλλά ήξερε πολύ καλά πως δεν θα κατάφερνε να πείσει τη θεία της.

Μελέκ: Ναι! (πέφτει στην αγκαλιά της κλαίγοντας).

 

 Πίνοντας τον καφέ τους, της τα είπε όλα. Για τον Μίλτο και για την κολλητή της φίλη, για τη στιγμή που τους έπιασε μαζί, και…

Ερασμία: Μη στενοχωριέσαι καρδιά μου (λέει προσπαθώντας να την κάνει να νιώσει καλύτερα).

Επίσης, της θύμισε πως εκείνη δεν είχε συμπαθήσει και πολύ τον Μίλτο όταν η Μελέκ της τον είχε πρωτογνωρίσει, αλλά και όλα όσα της είχε πει αργότερα για εκείνον.

 

Οι μέρες περνούν …

Οι μέρες που ακολούθησαν ήταν πολύ χαλαρές και για τη Μελέκ αλλά και για τη θεία της. Η Ερασμία πήγαινε καθημερινά σε φίλες της, κι όταν γυρνούσε έβρισκε πάντα στο σπίτι της τα άλλα της ανίψια, Τάσο και Ρούλα, να συζητούν με τη Μελέκ.

Η Μελέκ τους τα είχε πει όλα για τον αρραβωνιαστικό της, κι έτσι τα ξαδέρφια της θέλησαν να τη βοηθήσουν να ξεφύγει λιγάκι και να ξαναβγεί από το σπίτι.

Μια μέρα, η θεία Ερασμία ενημέρωσε τη Μελέκ πως θα πήγαινε να συναντήσει μια παιδική της φίλη στο κέντρο. Την ρώτησε επίσης αν ήθελε να πάει μαζί της, γιατί η βόλτα της με τη Ρούλα και τον Τάσο είχε ακυρωθεί. Εκείνη όμως αρνήθηκε.

Έμεινε σπίτι, είδε μια ταινία και πήγε νωρίς για ύπνο.

Το άλλο πρωί όμως είδε τη θεία της πολύ ευδιάθετη. Δεν ήταν έτσι πάντα.

Μελέκ: Τι έγινε; Πώς πέρασες εχθές; (τη ρωτάει ενώ βάζει καφέ και για τις δύο).

Ερασμία: Πού να στα λέω! Η Φρόσω, η φίλη μου, έχει ένα υπέροχο σπίτι και… και έναν ωραίο γιο! (απαντά με υπονοούμενο).

Μελέκ: Θεία, μην ξεκινάς πάλι….. (ενώ τα μάτια της θολώνουν.)

Δεν την αφήνει να ολοκληρώσει. Την πηγαίνει στο σαλόνι και της λέει τα πάντα για τον Φίλιππο, τον γιο της φιλενάδας της. Ήταν μουσικός κι έπαιζε πολλά μουσικά όργανα. Ένα από αυτά ήταν το πιάνο, που άρεσε απίστευτα στη Μελέκ.

Ερασμία: Κανονίσαμε απόψε κιόλας να φάμε πάλι όλοι μαζί! της ανακοίνωσε στο τέλος.

Μελέκ: Τι πράγμα; Βρε θεία αφού σου είπα πως… (έκανε να φέρει αντίρρηση…)

Η θεία της την σταματά για δεύτερη φορά. Δεν μπορούσαν να ακυρώσουν το τραπέζι που θα τους έκανε η Φρόσω στο σπίτι της. Έπρεπε να πάνε για να γνωρίσει στη Μελέκ και τον Φίλιππο, που ήθελε τόσο πολύ να τον δει πλάι στην ανιψιά της. Η Μελέκ βέβαια το κατάλαβε από την αρχή, αλλά με τα πολλά δέχτηκε να συνοδεύσει την Ερασμία στο δείπνο μόνο για να της κάνει το χατίρι. Ήθελε να δει μέχρι που θα έφτανε η θεία της για να της βρει και πάλι σύντροφο!

Η μέρα που ακολούθησε τις βρήκε και τις δύο να κάνουν ψώνια για το βράδυ. Η Ερασμία ήθελε η ανιψιά της να είναι πανέμορφη για χάρη του Φίλιππου. Της αγόρασε μάλιστα και ένα πανέμορφο κόκκινο φόρεμα, θέλοντας έτσι να αναδείξει την ανατολίτικη ομορφιά της!

Εκείνος βέβαια δεν ήξερε τίποτα για το δείπνο που είχε οργανώσει η μητέρα του. Η Φρόσω είχε αποφύγει να του το πει, διότι ήξερε τι θα ακολουθούσε. Ο Φίλιππος θα έφευγε από το σπίτι αν το μάθαινε και θα γύριζε το άλλο πρωί. Πάντα αυτό έκανε όταν καταλάβαινε πως η μητέρα του τού ετοίμαζε κάποιο προξενιό.

Ήταν τριάντα χρόνων και ανύπανδρος. Αυτό βέβαια δεν δικαιολογούταν, καθώς ο Φίλιππος ήταν ένας πολύ ωραίος άνδρας, με κομψά σκούρα μαύρα μαλλιά και με ένα εντυπωσιακό, γοητευτικό χαμόγελο. Τα πράσινα μάτια του, επίσης, δεν έμεναν απαρατήρητα από καμιά γυναίκα! Η μητέρα του βιαζόταν να τον παντρέψει και να δει πολλά εγγόνια που θα την έκαναν περήφανη.

 Απόψε περήφανη θα γινόταν και η θεία Ερασμία, η οποία θα έβλεπε την ανιψιά της να βγαίνει έξω από το σπίτι μετά από αρκετό καιρό. Αυτή η επίσκεψη θα της έκανε καλό.

Στις εννέα ακριβώς- όπως είχε κανονίσει με τη Φρόσω- η Ερασμία φτάνει μαζί με τη Μελέκ στο σπίτι της. Χτυπούν το κουδούνι και μόλις τους ανοίγει μια υπηρέτρια, η Μελέκ καταλαβαίνει πως οι φίλοι της θείας της καταγόντουσαν από πλούσια οικογένεια.

Το σπίτι ήταν άψογα διακοσμημένο, το καθετί εκεί που έπρεπε να είναι. Η οικοδέσποινα τις καλωσόρισε και τις οδήγησε στο σαλόνι προσφέροντας τους ένα ποτό.

Φρόσω: Ο Φίλιππος δε θα αργήσει να κατέβει.

Είχε ενημερώσει το γιό της λίγη ώρα πριν, κι έτσι εκείνος δεν είχε άλλη επιλογή από το να ντυθεί και να δειπνήσει μαζί με το νέο του «προξενιό».

Όταν όμως εκείνος αργούσε πολύ, η Φρόσω οδήγησε τις καλεσμένες της στην τραπεζαρία.

Φρόσω: Σε δυο λεπτάκια θα ξεκινήσουμε το φαγητό μας. Μουμού, φώναξε τον Φίλιππο σε παρακαλώ.

 Η νεαρή υπηρέτρια έτρεξε να κάνει πράξη όσα της είπε το αφεντικό της.

«Τι κύριος!», σκέφτηκε η Μελέκ. «Έχει δυο κυρίες στο σπίτι του να περιμένουν τόση ώρα για να…».

Σταματά απότομα όσα σκεφτόταν. Βλέπει έναν άνδρα να κατεβαίνει τη μεγάλη σκάλα και της πήρε λίγα δευτερόλεπτα για να καταλάβει πως ήταν εκείνος. Ναι, ήταν ο Φίλιππος! Ήθελε να τον επεξεργαστεί ακόμα περισσότερο, όμως εκείνος τις είχε πλησιάσει πολύ τώρα.

Φίλιππος: Σας ζητώ συγγνώμη κυρίες μου! Ήταν άκομψο εκ μέρους μου να σας αφήσω να περιμένετε τόση ώρα.(η μητέρα του κάνει τις συστάσεις.)

Κατά τη διάρκεια του δείπνου, η Μελέκ είχε συνεχώς το βλέμμα της καρφωμένο πάνω του. Κάποια στιγμή εκείνος γύρισε και την κοίταξε στα μάτια.

Φίλιππος: Μελέκ είπαμε, σωστά; Είσαι από την πόλη;

Μελέκ: Ε...όχι, απλά έχω ρίζες από εκεί.

Ξεκίνησε μεταξύ τους μια συζήτηση που αφορούσε την Κωνσταντινούπολη. Η Μελέκ του διηγήθηκε όλες τις ιστορίες που τις έλεγε όταν ήταν μικρή η θεία Ερασμία. Του είπε επίσης για όλα τα παραδοσιακά γλυκά και εδέσματα που της έφτιαχνε η θεία, αλλά και για τα ταξίδια που είχαν κάνει εκεί μαζί χρόνια πριν!!!

Tο επόμενο πρωί η Μελέκ ξυπνάει πολύ χαρούμενη και υποδέχεται τη Ρούλα στο σπίτι για να πιούν τον καθημερινό τους καφέ. Βέβαια η Ρούλα διαπιστώνει πως η ξαδέρφη της δεν την παρακολουθεί και πολύ.

Όταν της λέει πως ετοιμαζόταν να παντρευτεί τον σύντροφο της και πως ήδη διένυε τον τέταρτο μήνα της εγκυμοσύνης της, η Μελέκ δείχνει να την κοιτά χωρίς να καταλαβαίνει τίποτα για όσα της λέει.

Ρούλα: Τι έχεις σήμερα; Κοιτάζεις περίεργα… αλλιώτικα.

Η Μελέκ κατάλαβε τι ήθελε να πει η ξαδέρφη της . Ναι, ήταν διαφορετική σήμερα και ήξερε και για ποιο λόγο. Ο Φίλιππος! Ο Φίλιππος ήταν εκείνος που την είχε κάνει να χάσει το μυαλό της και να μην μπορεί να συγκεντρωθεί ούτε μια στιγμή στη συζήτηση τους.

Η Ερασμία ακούει με χαρά τη Ρούλα να της λέει όσα έμαθε από τη Μελέκ για τον Φίλιππο, το πόσο τον είχε συμπαθήσει, αλλά και το ότι της άρεσε πολύ σαν άνδρας.

Η θεία Ερασμία δεν έχασε καιρό. Καλεί τη Φρόσω στο σπίτι και σε συνεννόηση με ‘κείνη κανονίζει ένα ραντεβού για τον Φίλιππο και τη Μελέκ.

Όταν χτύπησε η κόρνα του αυτοκινήτου, η Μελέκ είχε ήδη κάνει το μπάνιο της, είχε ξαπλώσει και διάβαζε ένα βιβλίο. Πετάχτηκε από το κρεβάτι και κατευθύνθηκε προς το παράθυρο για να δει ποιος είναι.

-Ο Φίλιππος είναι.

Ήταν η θεία της που την ενημέρωσε για τον μυστήριο άνδρα με το μεγάλο μαύρο καπέλο, που είχε πια βγει από τη θέση του οδηγού και είχε κάτσει κάτω από μια κολόνα.

Μελέκ: Εμένα ήρθε να πάρει;

Ερασμία: Εμ… Ποιόν λες, εμένα;

H Μελέκ ετοιμάστηκε γρήγορα για να φύγει με τον Φίλιππο. Έβαλε ένα όμορφο πανωφόρι και το αγαπημένο της καπέλο, θέλοντας να τον εντυπωσιάσει. Κάτι που λίγα λεπτά έκανε με επιτυχία.

Για ώρες ο Φίλιππος της μιλούσε για ‘κείνη και της έλεγε το πόσο όμορφη ήταν , το πόσο πολύ την είχε συμπαθήσει και για το ότι ήθελε να βγαίνουν μαζί συχνότερα.

Οι μέρες περνούν…

Έτσι κι έγινε! Από εκείνη την μεσημεριανή βόλτα τους κοντά στη λίμνη της Βουλιαγμένης, και για τους επόμενους πέντε- έξι μήνες συνέχιζαν να κάνουν μικρές εκδρομές σε κοντινές περιοχές, σαν ζευγάρι πλέον!

Όμως, ένα άσχημο γεγονός λίγο καιρό μετά ήρθε για να τους κρατήσει για μικρό χρονικό διάστημα χώρια.

Μελέκ: Παρακαλώ! Ναι, η ίδια! (λέει αφού σηκώνει το τηλέφωνο του σπιτιού). Ορίστε; Πού τους έχουν; Πείτε μου που τους έχουν… (συνεχίζει ενώ η φωνή της τρέμει ακόμη!)

Η Ρούλα και ο σύζυγος της είχαν βρει τραγικό θάνατο σε τροχαίο ατύχημα, κι έτσι η Μελέκ ένιωσε την ανάγκη να αφοσιωθεί για λίγο στη μικρή νεογέννητη κόρη τους, την οποία δυστυχώς θα έπρεπε να αναλάβει κάποιο ορφανοτροφείο μετά το χαμό των γονιών της.

Η Μελέκ, μαζί με τη βοήθεια της θείας Ερασμίας, προσπάθησε να βρει μια λύση ώστε να μην μπει η μικρή στο ίδρυμα. Είχε σκεφτεί κάτι πολύ ωραίο, αλλά πολύ δύσκολο για να γίνει πραγματικότητα. Ήθελε να το συζητήσει μαζί με τον Φίλιππο προτού κάνει κάποια κίνηση.

Μελέκ: Σκέφτηκα κάτι πολύ σοβαρό που μας αφορά… Κάτι για τη ζωή μας, (λέει όταν συναντιούνται το ίδιο κιόλας βράδυ.)

Φίλιππος: Τι εννοείς; Πες μου.(λέει ανήσυχος πλέον.)

Μελέκ: Πήρα μια απόφαση. Θέλω να υιοθετήσουμε τη μικρή της ξαδέρφης μου…

Ο Φίλιππος δεν πίστευε στ’ αυτιά του. Αυτό που είχε μόλις ακούσει ήταν κάτι πολύ δύσκολο και ένα μεγάλο, γρήγορο, βήμα για την κοινή τους ζωή.

Φίλιππος: Δε ξέρω Μελέκ… Δε ξέρω τι να πω. Δεν είμαι έτοιμος για κάτι τέτοιο…

Την επόμενη στιγμή είχε κιόλας σηκωθεί από τη θέση του και είχε ξεκινήσει να τρέχει προς την πόρτα. Ήθελε να φύγει, ήθελε να μείνει μόνος του να σκεφτεί. Και από ότι κατάλαβε η Μελέκ αργότερα ήθελε να σκεφτεί πολύ, γιατί τις μέρες που ακολούθησαν εκείνος δε σήκωνε ούτε το τηλέφωνο του, ούτε ήθελε να την δει όταν αυτή τον επισκεπτόταν στο σπίτι του.

Η συμπεριφορά του βέβαια ήταν δικαιολογημένη. Δεν γίνεται από τη μια στιγμή στην άλλη, να παίρνεις τέτοιες αποφάσεις που θα σου αλλάξουν τη ζωή καθοριστικά. Η Μελέκ προσπάθησε να καταλάβει πώς μπορεί να ένιωθε εκείνος. Ίσως και να ήθελε να δεχτεί να προχωρήσουν στην υιοθεσία, όμως μπορεί να φοβόταν και γι’ αυτό να αντέδρασε έτσι!

Εκείνη όμως είχε πάρει την απόφαση της. Η Ρούλα τον τελευταίο καιρό της είχε σταθεί σαν αδελφή και δεν μπορούσε να αφήσει ένα μικρό μωρό-που ήταν και αίμα της- να φύγει από την οικογένεια τους.

Μία εβδομάδα μετά, έβαλε μπροστά την υιοθεσία. Άρχισε να ετοιμάζει τα χαρτιά, κάτι στο οποίο βοήθησε και η Ερασμία, η οποία το τελευταίο διάστημα ήταν δυσαρεστημένη με την τροπή που είχαν πάρει τα πράγματα για την ανιψιά της και τον Φίλιππο.

Η Μελέκ μετά τον χωρισμό της από τον νεαρό μουσικό, ξεκίνησε να κάνει σχέδια για το μέλλον και για το πώς θα μεγάλωνε το μωρό αφού θα θεωρούταν μητέρα του μετά την υιοθεσία. Έτσι, αφού τον τελευταίο καιρό είχε μείνει χωρίς δουλειά, αποφάσισε να φύγει μαζί με τη θεία της για τη Ρόδο ώστε να δουλέψει στο μαγαζί της σαν υπάλληλος.

Η Ερασμία δε θα αργούσε να γυρίσει στη Ρόδο, κι αυτό σήμαινε πως ο Φίλιππος θα έχανε για πάντα τη Μελέκ. Η Φρόσω, συνεννοημένη για ακόμα μια φορά με τη θεία Ερασμία, μίλησε στον γιο της για το μωρό και προσπάθησε να τον μεταπείσει για την υιοθεσία. Εκείνος όμως δεν ήθελε να ακούσει λέξη. Κάτι τέτοιο θα ήταν πολύ μεγάλο βήμα για τη ζωή του, κι εκείνος πίστευε πως δεν ήταν έτοιμος ακόμα για να κάνει οικογένεια και να αναλάβει τέτοιες ευθύνες.

Ο καιρός περνούσε κι ο Φίλιππος δεν άλλαζε γνώμη. Όμως η Μελέκ ήταν πλέον έτοιμη για τη νέα της ζωή στη Ρόδο. Η θεία της προσπάθησε να της αλλάξει γνώμη, χωρίς κανένα αποτέλεσμα.

Μελέκ: Θεία μου, ήρθε η ώρα να κοιτάξω και λίγο τη ζωή μου. Δε θέλω πια να σκέφτομαι τι μπορεί να θέλουν οι άλλοι για να γίνουν ευτυχισμένοι-και να κάνω τα πάντα για να τους βοηθήσω- και μόλις έρθει η ώρα για τη δική μου βοήθεια να με βγάζουν απ’τη ζωή τους. Τώρα θα κοιτάζω εμένα. Εμένα, και το μωρό.(δήλωσε στην Ερασμία το τελευταίο τους πρωί στην Αθήνα.

Είχαν πάρει το δρόμο για το αεροδρόμιο. Η Μελέκ κάθεται στην πίσω θέση του ταξί που είχαν σταματήσει λίγο πριν έχοντας στην αγκαλιά της το μωρό, ενώ η θεία βρίσκεται δίπλα της. Αρχίζει να σκέφτεται τον Φίλιππο και όλα όσα πέρασαν μαζί τον τελευταίο καιρό.

lash back: η Μελέκ θυμάται προηγούμενες σκηνές.

 Είχαν ζήσει τον απόλυτο έρωτα. Πήγαιναν μαζί βόλτα στην παραλία, εκείνος της τραγουδούσε κι εκείνη χόρευε και γελούσε με τα αστεία που της έκανε.

Μελέκ: Δε με ήθελε στη ζωή του. Δεν ήμουν τίποτα για ‘κείνον. (λέει στη θεία της όταν πια κατεβαίνουν από το όχημα και είναι έτοιμες να ανέβουν στο αεροπλάνο.)

-Λάθος κάνεις. (ακούει μια γνώριμη φωνή!)

Γυρνάει να δει ποιος είναι! Ήταν ο Φίλιππος, που βρισκόταν λίγο πιο πίσω και τα είχε ακούσει όλα.

Μελέκ: Τι κάνεις εδώ; (έκπληκτη.)

Ερασμία: Σε παρακαλώ κορίτσι μου, εμείς τι κάνουμε εδώ; (δείχνοντας και τη Φρόσω που βρισκόταν τώρα πια κοντά της.)

Φίλιππος: Ξέρω πως είναι δύσκολο… Αλλά δε χάνουμε και κάτι αν προσπαθήσουμε, ε; (ρωτάει τη Μελέκ περιμένοντας την απάντηση της.)

Δε χρειαζόταν να πάρει απάντηση. Την ήξερε ήδη. Η Μελέκ πέφτει στην αγκαλιά του, μαζί με το παιδί, κι αρχίζει να κλαίει από χαρά.

Φίλιππος: Μη φύγεις. Εδώ σε θέλω… κι εσένα και το παιδί μας!

Δεν είχε ξανανιώσει έτσι. Ήταν ευτυχισμένη. Ξαφνικά όλα είχαν αλλάξει μέσα της! Τώρα πια μπορούσε να κάνει και πάλι όνειρα για τους δυο τους. Λίγο καιρό μετά, η Μελέκ παντρεύτηκε τον Φίλιππο κι έκαναν μια μεγάλη οικογένεια με πολλά παιδιά. Έζησαν μαζί μέχρι τα βαθιά γεράματα!

 

_

γράφει ο Γιάννης Αδελιανάκης

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Υποβολή συμμετοχής!

Εγγραφείτε στο newsletter

Αρχείο

Είσοδος