Μια ιστορία επιστημονικής πραγματικότητας

Μια ιστορία επιστημονικής πραγματικότητας

keyboard

«Αν ξαναζούσα τη ζωή μου, τα πράγματα ίσως να ήταν καλύτερα». Δεν μπορώ να καταλάβω πώς αυτή η φράση κόλλησε στο μυαλό μου. Μου άρεσε μ’ έναν τρόπο και ίσως να γίνονταν η αφορμή να γράψω μια ακόμα ιστορία. Την έλεγα και την ξανάλεγα στον εαυτό μου από φόβο μην τη ξεχάσω. Έπρεπε πάση θυσία να βρω ένα κομμάτι χαρτί κι ένα στυλό να την γράψω.
Εκείνη τη στιγμή άνοιξε η πόρτα και μπήκε στο δωμάτιο ένας τύπος με μια κυρία.
-Ο κύριος Γιαννόπουλος; με ρώτησε σαν να υπήρχε περίπτωση να είναι κάποιος άλλος στη θέση μου.
-Εξαρτάται, απάντησα.
-Γεώργιος Παραλής, υπαστυνόμος Β’, μου συστήθηκε, και από δω, η αρχιφύλακας Δήμητρα Νισορόπου, προϊσταμένη ψυχολόγος της υπηρεσίας.
Δώσαμε τα χέρια. Μετά κάθισαν με το πάσο τους απέναντί μου. Ο υπαστυνόμος ακούμπησε ένα ντοσιέ στο τραπέζι γεμάτο με χαρτιά και η αρχιφύλαξ έβγαλε ένα μπλοκάκι για σημειώσεις.
-Το μικρό σας αν επιτρέπεται;
-Νίκος, είπα εγώ. Η ταυτότητά μου γράφει Νικόλαος… αλλά γιατί με ρωτάτε; Προφανώς και το ξέρετε αυτό. Μ’ αφήσατε δυο ώρες μόνο μου να περιμένω.
-Τυπικό είναι κύριε Γιαννόπουλε. Μην εξάπτεσθε.
-Εύκολο είναι να το λέει κανείς, αλλά εγώ πέρασα να σας δώσω στοιχεία για να βρείτε το κομπιούτερ μου κι εσείς με κλειδαμπαρώσατε σ’ αυτό το δωμάτιο σαν να είμαι κατηγορούμενος. Αλήθεια, κατηγορούμαι για κάτι;
-Απολύτως όχι. Απλώς μας έκαναν εντύπωση τα όσα μας είπατε. Κανονικά δεν θα έπρεπε να ασχοληθούμε. Σας έκλεψαν ένα κομπιούτερ δεκαετίας, που για να είμαι ειλικρινής αν το χαρίζατε στο ανιψάκι μου θα σας σνόμπαρε. Κάνατε την καταγγελία πριν δεκαπέντε ημέρες και σας εξηγήσαμε ότι δεν είναι εύκολο να το βρούμε. Σωστά;
Κούνησα καταφατικά το κεφάλι μου.
-Σήμερα επανήλθατε με μια εξωφρενική ιστορία. Λοιπόν, για να μην μακρολογούμε, θα ήθελα να μας τα ξαναπείτε ακόμα μια φορά. Εγώ θα διασταυρώνω τα λεγόμενά σας με την αρχική σας κατάθεση που έχω μπροστά μου.
-Από πού ν' αρχίσω; Απο το ΑΜΚΑ;
-Καλύτερα να αφήσετε τα αστειάκια. Δεν είναι της ώρας. Είπατε ότι γυρίσατε σπίτι πριν δεκαπέντε μέρες, ημέρα Πέμπτη και ώρα μία πρωινή και το βρήκατε ανοιχτό. Πώς ξέρετε ότι εκτός από το εν λόγω κομπιούτερ δεν σας πήρανε και κάτι άλλο;
-Το ξέρω γιατί έκανα το σπίτι μου φύλλο και φτερό. Έχω κρύψει κάτι ψιλά στο… δεν έχει καμιά σημασία. Δεν μου τα πήραν. Τι θα γίνει με το κομπιούτερ; Θα το βρείτε; Εμένα μόνο αυτό μ’ ενδιαφέρει. Αν όχι, να προσλάβω ιδιωτικό ντετέκτιβ.
-Ακούστε κύριε Γιαννόπουλε. Όσο πιο γρήγορα ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα, τόσο καλύτερα θα είναι για όλους. Σύμφωνοι; Λοιπόν, μπορείτε να επαναλάβετε ξανά αυτά που είπατε για το περιβόητο κομπιούτερ;
-Είμαι συγγραφέας. Όχι πολύ καλός, το ξέρω. Εδώ και τρία χρόνια γράφω λήμματα σε μια ηλεκτρονική εγκυκλοπαίδεια. Έτσι βιοπορίζομαι. Στο μεταξύ έγραψα και κάτι ιστορίες, όχι πολύ σπουδαίες. Έχω μεγάλο πρόβλημα με τις περιγραφές. Αντιλαμβάνομαι όμως κάτι που αξίζει ακόμα κι αν είναι δικό μου. Μια μέρα που έψαχνα κάτι στο Ίντερνετ, έπεσα τυχαία πάνω σε μια αγγελία ενός ηλεκτρονικού λογοτεχνικού περιοδικού. Χωρίς να το καλοσκεφτώ έστειλα μια από τις ιστορίες μου. «Τις γράφω που τις γράφω… ας τις διαβάσει και κάποιος». Την επόμενη μέρα έλαβα ένα ευχαριστήριο email από τον υπεύθυνο, που έλεγε ότι «είναι μια καλή ιστορία και ταιριάζει απολυτά με το ύφος του περιοδικού μας». Τα έχω φυλαγμένα τα email αν θέλετε να τα διαβάσετε…
-Δε χρειάζεται, συνεχίστε…
-Μια βδομάδα αργότερα την είδα την ιστορία μου δημοσιευόμενη. Κοίταξα τα σχόλια των αναγνωστών. Ήταν κολακευτικά. «Ευρηματική ιστορία», «Καλογραμμένη», «Εξαιρετική αφήγηση» κι άλλα τέτοια. Ξεθάρρεψα κι εγώ κι όχι μόνο έστειλα τις ήδη γραμμένες, αλλά άρχισα να γράφω και καινούργιες. Αυτό για κανένα τρίμηνο. Κοίταζα όμως πάντα τα σχόλια των αναγνωστών χωρίς να τις ξαναδιαβάζω.
Όλη αυτή την ώρα που μιλούσα, ο υπαστυνόμος με άκουγε προσεκτικά, ενώ η αρχιφύλαξ ή κρατούσε σημειώσεις ή κοιτούσε το πάτωμα.
-Μπορώ να έχω λίγο νερό, παρακαλώ;
Η πόρτα άνοιξε αμέσως κι ένας αστυφύλακας με στολή μου έφερε ένα μικρό εμφιαλωμένο. Μάλλον κάποιοι μας παρακολουθούσαν πίσω από το μεγάλο καθρέφτη του τοίχου. Ήπια να καθαρίσει ο λαιμός μου και συνέχισα.
-Δεν ξέρω πώς, αλλά μια μέρα διάβασα την τελευταία δημοσιευμένη ιστορία μου και έμεινα με το στόμα ανοιχτό. Ήταν πολύ καλύτερα γραμμένη απ’ αυτήν που έστειλα. Κοίταξα και τις άλλες κι η υποψία μου επιβεβαιώθηκε. Η επιμελήτρια μου ξανάγραφε τις ιστορίες. Τη λένε…
-Αφήστε τα ονόματα. Υπάρχουν στην κατάθεσή σας. Επικεντρωθείτε παρακαλώ στα γεγονότα, μ’ έκοψε αυστηρά ο υπαστυνόμος.
-Μετά βασάνων, βρήκα το τηλέφωνο του περιοδικού και ζήτησα να της μιλήσω. Όταν ήρθε στο τηλέφωνο την ευχαρίστησα θερμά για ό,τι έκανε. Μου απάντησε ότι δεν έκανε και τίποτα σπουδαίο. Άπλα διόρθωνε τα τυχόν ορθογραφικά, κάποια ασήμαντα συντακτικά και έβαζε κόμμα εκεί που έπρεπε. Αυτό μ’ έβαλε σε μεγάλη σκέψη. Πήρα μια από τις ιστορίες μου και την έστειλα στον εαυτό μου. Την άνοιξα και τη διάβασα. Ως δια μαγείας η ιστορία μου ήταν ξαναγραμμένη καλύτερα. Η δουλειά γινόταν από το κομπιούτερ. Ακούγεται λίγο τρελό;
-Να το συζητήσουμε στο τέλος; μου συνέστησε ξερά ο υπαστυνόμος. Συνεχίστε…
-Ναι… Δεν καταλάβαινα τι συμβαίνει, αλλά ήταν κάτι που με βόλευε. Το άφησα κι εγώ έτσι. Ένα βράδυ, λίγους μήνες μετά… ξέρετε κάποιες ιδέες για τις ιστορίες μου μού έρχονται όταν πάω για ύπνο. Αν δεν τις σημειώσω μέχρι το πρωί τις ξεχνάω. Έτσι μου ήρθε μια ιδέα και για να μην την ξεχάσω άνοιξα ένα word και την σημείωσα. Και τώρα θα σας πω το πιο τρελό! Το πρωί που άνοιξα το word η ιστορία ήταν γραμμένη. Έτοιμη για δημοσίευση!
-Κύριε Γιαννόπουλε, ρώτησε η αρχιφύλαξ, είστε σίγουρος ότι δεν υπνοβατείτε;
-Τι δηλαδή; Να σηκώνομαι τη νύχτα και να γράφω ιστορίες κοιμισμένος; Εσείς το βρίσκετε λογικό;
-Αν είναι κάτι που το θέλετε πάρα πολύ, κάτι που σας καίει διακαώς, η αρχιφύλαξ συνέχισε το χαβά της. Υπάρχουν τέτοια κλινικά περιστατικά ανθρώπων που υλοποιούσαν καταπιεσμένες τους επιθυμίες υπνοβατώντας, χωρίς να θυμούνται τίποτα το πρωί.
-Αν μιλάτε σοβαρά, εγώ λέω ότι δεν πάμε καθόλου καλά. Αυτό εμένα μου φαίνεται τελείως τρελό. Όχι ότι δεν σηκώνομαι το βράδυ. Αλλά το κάνω μόνο για να πάω στην τουαλέτα και την άλλη μέρα το θυμάμαι.
Μεσολάβησε μια μικρή σιωπή. Ο υπαστυνόμος γελούσε κάτω από τα μουστάκια του και η αρχιφύλαξ έγραφε μανιωδώς. Εγώ το σκέφτηκα λιγάκι και…
-Αν υποθέσουμε ότι έχετε δίκιο κυρία αρχιφύλαξ, σας πληροφορώ ότι δεν θα μπορούσα ποτέ να γράψω τις ιστορίες τόσο καλά. Σας είπα ήδη ότι έχω πρόβλημα με τις περιγραφές.
-Αυτό είναι το πιο λογικό απ’ όσα μας είπατε μέχρι τώρα κύριε Γιαννόπουλε, σχολίασε ο υπαστυνόμος.
-Αν εξαιρέσουμε αυτό που γίνεται στο κομπιούτερ μου και που κι εγώ δυσκολεύομαι να εξηγήσω, ό,τι σας έχω πει μέχρι τώρα είναι απολύτως λογικό.
-Και πού είναι το κομπιούτερ σας τώρα;
-Αυτό ήρθα σήμερα να σας πω. Δεν ξέρω πού είναι. Ξέρω μόνο πώς θα το βρείτε. Από την ημέρα που μου ‘κλεψαν το κομπιούτερ μου, δεν έχει δημοσιευτεί ούτε μια από τις ιστορίες μου στο περιοδικό. Ο υπεύθυνος μού έγραψε ότι είναι άτεχνες και πρωτολειακές. Χτες, από περιέργεια, μπήκα στο περιοδικό και διάβασα κάποιες από τις ιστορίες άλλων συγγραφέων. Τυχαία έπεσα πάνω σ' έναν Αμβρόσιο Σακάδα. Είχε τρεις ιστορίες, τις διάβασα και τις τρεις. Ε, οι ιδέες ήταν δικές μου. Το ύφος ήταν λίγο διαφορετικό άλλα αναγνώρισα τις ιδέες. Αν βρείτε τα email που έστειλε στο περιοδικό τις ιστορίες του, θα εντοπίσετε την ip του και θα τον βρούμε. Εγώ πήρα τηλέφωνο πάντως στο περιοδικό και ζήτησα την διεύθυνσή του και μου 'παν ότι δεν έχουν διεύθυνση, άλλα και να είχαν δεν θα μου την έδιναν. Μήπως μπορώ να έχω ένα καφέ, παρακαλώ; Για το κάπνισμα ξέρω. Απαγορεύεται.
-Τώρα κάτι μας είπατε κύριε Γιαννόπουλε. Εδώ και χρόνια αναγνωρίζω ιδέες μου σε βιβλία άλλων, αλλά δεν τις διεκδικώ σαν δίκες μου. Οι ιστορίες που επικαλείστε δεν έχουν καν το όνομά σας, είπε ο υπαστυνόμος, παραβλέποντας το δίκαιο αίτημα μου για καφέ.
-Φυσικό είναι να μην έχουν το όνομά μου. Αυτός που κατέχει τώρα το κομπιούτερ μου άλλαξε το username. Το κομπιούτερ υπογράφει τις ιστορίες με το όνομα του κατόχου του, ακόμα κι αυτό είναι ψευδώνυμο. Αυτό δεν μπορώ να το ξέρω. Τι θα γίνει με τον καφέ;
Μεσολάβησε σιωπή. Ο υπαστυνόμος Παραλής συμμάζεψε το ντοσιέ του και σηκώθηκε. Η αρχιφύλαξ Νισορόπου δεν κουνήθηκε από την καρέκλα της.
-Κύριε Γιαννόπουλε, θα τσεκάρω ό,τι μπορώ απ’ αυτά που μου είπατε και θα επανέλθω. Στο μεταξύ η συνάδελφος θα σας κάνει μερικές ερωτήσεις, είπε και βγήκε από το δωμάτιο.
Η αρχιφύλαξ με ρώτησε.
-Πότε αρχίσατε να γράφετε κύριε Γιαννόπουλε;
-Αυτό τώρα τι σχέση έχει;
-Έχει… Εσείς δεν το αντιλαμβάνεστε, αλλά το παρελθόν μας καθορίζει το μέλλον μας, καμιά φορά με τρόπο καθοριστικό.
Αυτή η τύπισσα δεν τα πάει καθόλου καλά, είναι εντελώς γουάκου, σκέφτηκα αλλά δεν το έδειξα. Αναρωτιέμαι πότε πέταξε το Α από το επίθετο της για να ασκήσει αυτό το επάγγελμα. Πάλι καλά που δεν ανατρέχουμε στα παιδικά μου χρόνια.
-Έχει μια δεκαετία περίπου. Ένα προσφιλές μου πρόσωπο έπαθε κάποιο ατύχημα κι όσο ήταν στο νοσοκομείο, περίπου ένα μήνα, του έγραφα κάθε μέρα μια καινούργια ιστορία. Εύχομαι να μην σας τύχει ποτέ κάτι τέτοιο.
Αγνόησε το αστειάκι.
-Είναι οι ιστορίες που εκδώσατε, αν δεν απατώμαι. Παιδικές. Ήταν παιδί το προσφιλές σας πρόσωπο;
-Όχι… ενήλικη.
Η γουάκου σημείωσε κάτι και συνέχισε.
-Πώς εκδόθηκαν; Είχατε πρόθεση να τις εκδώσετε;
- Καμιά απολύτως. Μια άλλη φίλη τις βρήκε και τις έδωσε σ’ έναν εκδότη, αλλά αυτός τις επέστρεψε γιατί τις βρήκε φλύαρες, αν και του άρεσαν πολύ οι ιδέες. Εγώ πονηρεύτηκα. Αφαίρεσα όλες τις περιγραφές και κράτησα μόνο την πλοκή. Τις έδωσα σε άλλον εκδότη και εκδόθηκαν. Πούλησαν καλά. Μάλιστα ένας βιβλιοκριτικός έγραψε: «Οι παιδικές ιστορίες του νεοεμφανιζόμενου συγγραφέα Νίκου Γιαννόπουλου είναι εξαιρετικές, με σημαντικά μηνύματα και δωρική γραφή».
-Δωρική;
-Όπως λέμε Δωρικός ρυθμός στα κιονόκρανα. Το αντίθετο του Ιωνικού ρυθμού δηλαδή χωρίς λογοτεχνικές τσιριτζάτζουλες… τι δεν καταλαβαίνετε; Δεν τα πάω καθόλου καλά με τις περιγραφές.
Έσκυψε πάλι στις σημειώσεις της.
-Με δυο λόγια μετατρέψατε το μειονέκτημά σας σε πλεονέκτημα.
-Μπορείτε να το πείτε κι έτσι… αλλά τι σχέση έχει αυτό;
-Εσείς ίσως να μην το αντιλαμβάνεστε, άλλα η ικανότητα προσαρμογής ενός ατόμου στο κοινωνικό γίγνεσθαι είναι κάτι πολύ σημαντικό.
Η γουάκου το 'χει κάψει τελείως, σκέφτηκα. Άσε που κατάπιε μαγνητοφωνημένες τις παραδόσεις των μαθημάτων ψυχολογίας.
-Και μετά; Τι έγινε και δεν ξαναγράψατε παιδικές ιστορίες;
-Μετά; Χώρισα. Άλλαξα ενδιαφέροντα. Ήθελα να γράψω κάτι πιο σοβαρό.
-Δηλαδή δεν θεωρείτε την ενασχόλησή σας με την συγγραφή παιδικών ιστοριών σοβαρή;
-Ναι αλλά… τώρα τι ερώτηση είναι αυτή;
-Εσείς ίσως δεν το καταλαβαίνετε, αλλά η απόρριψη παλαιότερων δραστηριοτήτων είναι ενδεικτικό στοιχείο για το πώς ένα άτομο βιώνει την αυτοεκτίμησή του.
Πάλι έβαλε μπροστά το μαγνητόφωνο η κυρία Ανισοροπου. Πάνω λοιπόν, που ήμουν έτοιμος να τη διαολοστείλω τη βλαμμένη, μπήκε στο δωμάτιο ο υπαστυνόμος. Αυτή τη φορά τον συνόδευε ένας κοιλαράς κουστουμάτος.
-Κύριε Γιαννόπουλε, να σας συστήσω το κύριο Ιωάννη Φαφούτη, βαθμοφόρος της ΕΥΠ. Θα σας κάνει μερικές ερωτήσεις. Εγώ πρέπει να σας πω ότι επιβεβαιώσαμε όσα μας είπατε για το περιοδικό. Μιλήσαμε και με την επιμελήτριά σας. Διαβάσαμε και κάποιες από τις ιστορίες σας. Είναι όντως καλές. Ό,τι μας είπατε είναι αλήθεια εκτός από τις ιδιαίτερες ιδιότητες του κομπιούτερ σας.
Ήμουν έτοιμος να του πω ότι δεν δίνω αυτόγραφα, λόγω χαμηλής αυτοεκτίμησης άλλα με πρόλαβε ο κουστουμάτος.
-Κύριε Γιαννόπουλε, τι άλλο κάνει το κομπιούτερ σας;
-Τι εννοείτε. Ό,τι κάνουν όλα τα κομπιούτερ. Word, excel, photoshop, πλοήγηση στο internet, αυτά. Α… έχω εγκαταστήσει κι ένα πρόγραμμα για μοντάζ βίντεο.
-Εγώ σας ρώτησα αν κάνει κάτι άλλο εξαιρετικό εκτός απ’ αυτό με τις ιστορίες σας.
-Και σας τι σας νοιάζει; Δεν πιστεύω να υπονοείτε ότι μπορεί να…
-Αν το κομπιούτερ σας έχει κάποιο εξαιρετικό λογισμικό αυτό θα ήταν χρήσιμο για την ασφάλεια της χώρας.
-Ασφάλεια της χώρας; Μα έχουμε όλοι τρελαθεί εδώ μέσα; Ένα κομπιούτερ δεκαετίας είναι που αν το χάριζα στο ανιψάκι του κυρίου Παπάρη…
- Παραλή, με διόρθωσε ο υπαστυνόμος.
- …θα με σνόμπαρε… τόσο απλά, άρχισα να φωνάζω. Και τι στο διάολο, καφέ δε πίνετε εδώ μέσα;
Το δωμάτιο άδειασε ξαφνικά. Μ' άφησαν και πάλι μόνο.
Περάσαν έτσι άλλες δυο ώρες, μέχρι που εμφανίστηκε πάλι ο υπαστυνόμος. Μόνος αυτή τη φορά.
-Ελπίζω να ηρεμήσατε κύριε Γιαννόπουλε. Το έχουμε το κομπιούτερ σας. Ο κύριος Σακάδας είπε ότι το αγόρασε 50 ευρώ από το Μοναστηράκι για το 7χρονο ανιψάκι του. Δεν γνώριζε ότι ήταν κλεμμένο. Και το καλύτερο. Όντως του άλλαξε το username. Είστε ελεύθερος να το πάρετε και τώρα αμέσως αν επιθυμείτε.
-Ευχαριστώ πολύ κύριε αστυνόμε, είπα ενθουσιασμένος που η ταλαιπωρία μου έλαβε επιτέλους τέλος και συγνώμη για το Παπάρης πριν λίγο δεν το εννοούσα… μου ξέφυγε στη ρύμη του λόγου.
-Υπαστυνόμος, με διόρθωσε γελώντας.
Πήρα μια βαθιά αναπνοή. Ο Γολγοθάς μου έλαβε τέλος μετά από 8 ώρες κράτησης. Επέστρεψα σπίτι με το κομπιούτερ μου ανά χείρας. Το πρίζωσα. Δούλευε κανονικά. Άνοιξα ένα word κι έγραψα «Αν ξαναζούσα τη ζωή μου, τα πράγματα ίσως να ήταν καλύτερα», και την έπεσα για ύπνο.

Τελικά ήμουν τυχερός με μια έννοια. Όχι μόνο γιατί βρέθηκε το κομπιούτερ μου, αλλά και γιατί μ' άφησαν να φύγω. Αποφάσισαν μάλλον ότι είμαι ένας ακίνδυνος φαντασιόπληκτος κι όχι κάτι χειρότερο, γιατί θα με είχαν μαντρώσει στο Δαφνί. Ένιωθα σαν τον Thomas, στο Blow up του Αντονιόνι. Ήμουν μάρτυρας σε κάτι που κάνεις άλλος δεν ήθελε να πιστέψει. Εν προκειμένω ευτυχώς. Αλλά αυτό με το ανιψάκι του Αμβρόσιου πολύ με πλήγωσε. Άκου εκεί να στέλνει το ανιψάκι ιστορίες στο ίδιο λογοτεχνικό περιοδικό. Δεν μπορούσα να το χωνέψω. Ονειρεύτηκα ότι πήγα στο περιοδικό να δω τον υπεύθυνο κι ήταν τελικά το ανιψάκι!
Την επομένη άνοιξα το word και διάβασα την ιστορία. Σε γενικές γραμμές δεν ήταν άσχημη. Δεν είχε καθόλου αδέξιες και βαρετές περιγραφές, αλλά το τέλος ήταν λίγο αδύναμο. Σαν να μην είχε τέλος. Λογικό, μ έναν τρόπο, γιατί θα συνέχιζα να γράφω μ' αυτό το κομπιούτερ ιστορίες. Μετά απ' αυτή την περιπέτειά μου, ήταν σαν να ξαναζούσα τη ζωή μου. Δεν ξέρω αν τα πράγματα θα είναι όντως καλύτερα. Δεν είναι αυτό όμως που έχει την πιο μεγάλη σημασία, γιατί στη ζωή το τέλος δεν είναι κάτι που επινοείς. Είναι κάτι που σου συμβαίνει.

Αποφάσισα να την δημοσιεύσω έτσι. Το μόνο που χρειάζεται είναι ν’ αλλάξω τα ονόματα. Δεν θέλω οι αναγνώστες να γνωρίζουν πως πρόκειται για αληθινό γεγονός…

 

_

γράφει ο Νίκος Γιαννόπουλος
             Σκηνοθέτης - Παραγωγός

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Μάχη Τζουγανάκη

Από τότε που με θυμάμαι, μουντζουρώνω τα χαρτιά. Η πένα μου το εισιτήριό μου για «όπου». Στο tovivlio.net ήρθα επισκέπτρια και έγινα οικοδέσποινα. Αυτό θα πει ευτυχισμένη συνεργασία! Κάνοντας επιμέλειες κειμένων, τρέφομαι από τις ψυχές των άλλων και από το μεγαλείο της δικής τους πένας, για να φορτίζω τη δική μου. Διηγήματα και ποιήματά μου υπάρχουν στις τέσσερις πολύ επιτυχημένες μας συλλογές: «Μια εικονα…1000 λέξεις» Α&Β τόμος, στις «Τρενογραφίες» και στις "Ιστορίες μπονσάι". Κείμενά μου επίσης "κρεμαστήκαν" στους μήνες του εξαιρετικού Καλλιτεχνικού ημερολογίου της σελίδας στα έτη 2015, 2016 και 2017. Πριν από ένα χρόνο, εκδόθηκε και η πρώτη προσωπική συλλογή διηγημάτων μου «23&1 σταθμοί», για να μου επιβεβαιώσει ότι τα όνειρα μπορούν να γίνουν πραγματικότητα αρκεί να τους φερόμαστε με αγάπη. Το μέλλον κρύβει καινούριους στόχους, νέες συλλογές και ένα μυθιστόρημα που όλο μου ξεγλιστρά και όλο επιστρέφει πιο σίγουρο…

Υποβολή σχολίου

Υποβολή συμμετοχής!

Εγγραφείτε στο newsletter

Αρχείο

Είσοδος