Νέα ανάγνωση

Νέα ανάγνωση

train_2_b
Μια ακόμη καλοκαιρινή ηλιόλουστη ημέρα ξημέρωσε στην Αθήνα της κρίσης. Πόση εντύπωση μου έκανε από παιδί η σταθερή και πιστή, νομοτελειακή ανατολή του ήλιου. Ας έχουν οι άνθρωποι χίλια προβλήματα, ας τους έχει τσακίσει ένας ζωντανός χωρισμός, μια αρρώστια, ένας θάνατος, μια κακοτυχία, μια καταστροφή. Ο ήλιος ανατέλλει κάθε πρωί και στέλνει τις κόρες του, τις ηλιαχτίδες, στη γη για να χαρίσουν απλόχερα το φως και τη ζωή. Ανατέλλει κάθε πρωί, μεσουρανεί και δύει χωρίς να συμμετέχει στα αναπάντεχα, στα καλά ή στα κακά, που επιφυλάσσει στους ανθρώπους η ζωή.

Έτσι και σήμερα, ξημέρωσε άλλη μια μέρα με την καθημερινή, καλή ρουτίνα της. Πρωί πρωί, πήρα τον ηλεκτρικό για να πάω στην εταιρεία όπου δουλεύω, στον Πειραιά. Ευτυχώς, βρήκα αμέσως θέση. Kάθισα και έριξα μια φευγαλέα ματιά γύρω, έτσι από συνήθη άμυνα, για να ξέρω ποιοι είναι κοντά μου. Στη θέση δίπλα μου καθόταν μια καλοβαλμένη κυρία. Κρατούσε ένα χαρτοφύλακα. Τράβηξε την προσοχή μου η πολύ όμορφη λευκή φούστα με μαύρα λουλούδια που φορούσε. Μου έδωσε την εντύπωση πως είναι δικηγόρος. Ήξερα καλά από κώδικες ενδυμασίας. Απέναντι, κάθονταν δυο άντρες. Ο ένας, μεσόκοπος, καλοντυμένος, με συμπαθητική μορφή και σοβαρός κύριος. Δίπλα του, πλάι στο παράθυρο, ακριβώς απέναντί μου, καθόταν ένας νεαρός μετανάστης. Μελαμψός, λιγνός, όμορφος, ντυμένος με καθαρά ρούχα, κρατούσε ένα ανοιχτό βιβλίο ανάμεσα στα γόνατά του και διάβαζε ψιθυριστά. Μου έκανε κι αυτός καλή πρώτη εντύπωση και καθώς νύσταζα πρωί- πρωί, έκλεισα τα μάτια μου. Στην επόμενη στάση -«Επόμενος σταθμός Αττική, ανταπόκριση με τη γραμμή δύο»- ακούστηκε η μαγνητοφωνημένη φωνή. Άνοιξα τα μάτια μου και κοίταζα αδιάφορα τους επιβαίνοντες στο βαγόνι. Ήταν μια παρέα από τρεις νεαρούς που μιλούσαν μεταξύ τους αρκετά δυνατά ώστε να μην ξανακοιμηθώ. Πίσω τους, ασθμαίνουσα, εισέβαλε στο βαγόνι μια κοπελιά, ίσα που πρόλαβε το κλείσιμο της πόρτας.

Ήταν πολύ εντυπωσιακή, ψηλή, με όμορφα αδρά χαρακτηριστικά προσώπου, μακριά, καστανόξανθα σπαστά μαλλιά μέχρι τη μέση της πλάτης και καμπύλες που τονίζονταν με το σορτσάκι που, ανέμελη, φορούσε και το κοντό μπλουζάκι που άφηνε γυμνή τη μέση της. Είχε τα ακουστικά του κινητού της τηλεφώνου στα αυτιά και άκουγε προσηλωμένη μουσική. Ήταν γύρω στα είκοσι δύο.

Αυτόματα κοίταξα τον νεαρό απέναντί μου. Διάβαζε ακόμα το βιβλίο του. Κοίταξα προσεκτικά και από τον τρόπο που το κρατούσε και τη ζέση που το διάβαζε, κατάλαβα ότι ήταν το Κοράνι. Διάβαζε λίγες σειρές ψιθυριστά, σήκωνε το κεφάλι, έκλεινε τα μάτια και ήταν σαν να κατάπινε νοερά τα ιερά λόγια που διαπότιζαν το «είναι» του. Ήταν βυθισμένος και αποκομμένος από το περιβάλλον γύρω του, δοσμένος στα ιερά λόγια του βιβλίου, μέχρι τη στιγμή που η κοπελιά ήρθε και στάθηκε στο διάδρομο, πλάι μας. Κρατιόταν από τη χειρολαβή και σε κάθε ντουκ του συρμού λικνιζόταν νωχελικά, ανεμίζοντας τα μακριά σπαστά μαλλιά της, παραπατώντας ελαφρά. Τότε, στο επόμενο ανασήκωμα της κεφαλής του, την είδε. Τα μάτια του έμειναν ανοιχτά και καρφώθηκαν στη θέα της μοντέρνας, δυτικής γυναίκας. Την περιεργάστηκε, και ερυθρίασε ελαφρά για λίγα δευτερόλεπτα. Ύστερα, αποφασιστικά μάζεψε το βλέμμα του και κοίταξε μπροστά. Το μυαλό του αναζητούσε ένα αντίδοτο σ’ αυτή την απότομη διακοπή της πρωινής ιερής του διεργασίας. Ζητούσε ένα αντίδοτο αντοχής και ισορροπίας.
«Φατίμα», ψιθύρισε.
Εκείνη τη στιγμή ήταν σαν να άνοιξε διάπλατα τις πύλες της ψυχής του και με άφησε να βλέπω βαθιά μέσα του το τι νιώθει και τι σκέφτεται.
Αυτόματα, η εικόνα της Φατίμας εμφανίστηκε μπροστά του. Φορούσε ροζ μαντήλι κεντημένο με χρυσές κλωστές και πολύχρωμες χάντρες. Στο όμορφο κεφάλι της φορούσε ένα κόσμημα από μαργαριτάρια που κατέληγε σε ένα ρουμπίνι και στόλιζε το λεπτό της μέτωπο. Το μακρύ της φόρεμα ήταν ροζ με χρυσό, μεταξωτό και κεντημένο με ασημένιες και χρυσές κλωστές. Η ζώνη στη μέση της έδειχνε πόσο καλλίγραμμη ήταν. Τα μαύρα της αμυγδαλωτά μάτια τον κοίταζαν γελαστά. Η μύτη της λεπτή, κοντυλένια. Τα χείλη της δεν τα είχε δει ποτέ, αλλά τα φανταζόταν όμορφα σαν ροδοπέταλα. Το δέρμα της νεανικό και καθαρό και τα χέρια της ήταν στολισμένα με σχέδια λουλουδιών από χένα. Ήταν ψηλόλιγνη, σχεδόν έφτανε στο ύψος του. Γνωρίστηκαν στον γάμο της εξαδέρφης του. Ήταν η καλύτερή της φίλη. Βρέθηκαν κοντά στον μεγάλο κήπο του ξενοδοχείου, στη Λαχώρη, όπου δινόταν η γαμήλια δεξίωση. Αμέσως ένιωσε τα βέλη του έρωτα να του κεντούν την καρδιά. Ήταν ο πρώτος του έρωτας. Την αγάπησε, τη σκεφτόταν συνέχεια. Από το λίγο που την αντάμωσε κατάλαβε ότι είχε βρει την ιδανική γυναίκα, όπως την περιγράφει το κοράνι: ευπειθής και συνετή, υποταγμένη και σιωπηλή. Αποζητούσε να την παντρευτεί και να κάνουν πολλά παιδιά ώστε να αποκτήσει τη σχετική χαρά και τον σεβασμό, την αναγνώριση και το κύρος που αρμόζει σε κάθε μητέρα στο Ισλάμ. Και εκείνος αγαπούσε πολύ τη μητέρα του και πίστευε αυτό που έλεγε η Χαντίθ ότι ο Προφήτης είπε στον Jahima «εάν έχεις μητέρα, τότε μείνε να τη φροντίζεις, διότι ο παράδεισος ευρίσκεται υπό τους δύο πόδας της». Ένα χαμόγελο και ένα φως απλώθηκε στο πρόσωπό του καθώς βυθίστηκε στη θύμησή της. Το μυαλό του ταξίδεψε. Πόσο θα ήθελε τώρα να ήταν κοντά της, να είχε τα χρήματα για να την παντρευτεί! Αυτός ήταν άλλωστε και ο λόγος που ξενιτεύτηκε. Αν δεν είχε πεθάνει ο πατέρας του κι αν ο συνέταιρός του δεν είχε καταχραστεί την περιουσία που τους άφησε κληρονομιά, αν…, αν…, αν… Χίλια αν κατέκλυσαν το μυαλό του. Όλα θα ήταν διαφορετικά τώρα. Ευτυχώς πρόλαβε και μίλησε με τους δικούς της και έδωσε το λόγο του.
«Θα σε περιμένω Ασίφ», του είχε πει.
«Θα γυρίσω μια μέρα και θα παντρευτούμε, θα ζήσουμε μαζί μια ευτυχισμένη ζωή. Σου το υπόσχομαι Φατίμα».

Έτσι, πριν από τρία χρόνια, έφυγε για τα ξένα. Τελικά, βρέθηκε με χίλιες ταλαιπωρίες και θυσίες σ’ αυτή τη μικρή όμορφη χώρα, όπου όμως, όλα είναι τόσο ξενότροπα. Από τότε, ούτε μία φορά δεν πήγε πίσω στο Πακιστάν. Κάθε βράδυ μετά τη δουλειά πήγαινε σε ένα internet café και επικοινωνούσε μέσω skype με την μητέρα του, τα αδέρφια και την αγαπημένη του Φατίμα. Ήξερε ότι τον περίμεναν να γυρίσει. Μετά, πήγαινε στο σπίτι που μοιραζόταν με άλλους τρεις συμπατριώτες του, ώστε να βγαίνουν τα έξοδα και να περισσεύουν χρήματα. Όλοι είχαν έρθει για να μαζέψουν χρήματα και να γυρίσουν πίσω στην πατρίδα, να φτιάξουν τη ζωή τους. Του χρειάζονταν ακόμη μερικές χιλιάδες ευρώ, ώστε να μπορέσει να ξαναστήσει τη δουλειά του πατέρα του. Υπολόγιζε ότι θα του έπαιρνε δυο χρόνια ακόμα.

Γύρισε και πάλι το βλέμμα στην κοπελιά του τρένου. Μαγνητίστηκε ξανά. Ήταν πολύ όμορφη. Προσπάθησε να αποφύγει τον ηλεκτρισμό που διαπερνούσε το κορμί του. Έσκυψε ξανά στο ιερό βιβλίο. Άρχισε με μεγάλη προσπάθεια να το διαβάζει ξανά και ξανά. Όχι, αυτή η δυτική γυναίκα δεν είχε καμιά σχέση με τη Φατίμα του.

Έμεινα έκπληκτη να παρακολουθώ μέσα από τις ορθάνοιχτες πόρτες της ψυχής του, αυτό το νέο παλληκάρι να παλεύει ανάμεσα σε δύο κόσμους, ανάμεσα στο φανταχτερό και στο σεμνό, ανάμεσα σ’ αυτό που πίστευε και σ’ αυτό που έβλεπε, ανάμεσα σ' αυτό που είχε στην καρδιά του και σ’ αυτό που έκανε το σώμα του να σκιρτά.

Τότε ήταν που ξαφνικά τον συγχώρησα. Ξαφνικά, εσωτερικά, χωρίς κόπο, σχεδόν αυτόματα συγχώρησα τον πατέρα μου. Νέα ανάγνωση της ιστορίας συντελέστηκε. Είχαμε μεγαλώσει με την πίκρα της εγκατάλειψης. Τόσα χρόνια είχαν περάσει, αλλά εμείς είχαμε ποτιστεί με τους αναστεναγμούς και τις προσευχές της μάνας μας, που μας μεγάλωσε μόνη της με αιματηρό αγώνα. Ήμασταν μικρά ο αδερφός μου κι εγώ, όταν ο πατέρας μας ξενιτεύτηκε. Τα πρώτα χρόνια άντεξε. Μετά, γνώρισε μια ξένη γυναίκα. Στην αρχή ερχόταν τα καλοκαίρια και μας έφερνε ωραία παιχνίδια και ρούχα, μετά σταμάτησε να έρχεται. Έστελνε μόνο γράμματα και χρήματα. Στο τέλος τα γράμματα έγιναν κάρτες μόνο τα Χριστούγεννα. Στα έξι χρόνια σταμάτησε παντελώς την επικοινωνία. Γνωρίζαμε ότι ζει με την ξένη γυναίκα. Εκεί, στην καινούργια του πατρίδα. Ποτέ δεν ζήτησε και δεν πήρε διαζύγιο από τη μητέρα. Έφερα στο νου τη γλυκιά και πονεμένη μορφή της μάνας μου όταν ήταν νέα. Ήταν λεπτή, όμορφη, και το στρογγυλό πρόσωπό της έλαμπε από ομορφιά σαν το φεγγάρι. Ακόμη και τώρα, στα εξήντα πέντε της, φαίνεται πόσο όμορφη ήταν. Ωστόσο υπήρξε πάντοτε μια σεμνή γυναίκα. Αγωνίστρια, δυνατή. Αντλούσε δύναμη από την πίστη της στον Θεό, που ήταν αγνή και ειλικρινής. Ποτέ δεν έδωσε δικαιώματα για την ηθική της και πάντα ήλπιζε ότι η αγάπη του άντρα της για εκείνη θα ζωντάνευε κάποια μέρα και θα γύριζε κοντά της. Αυτό το πίστευε ίσως επειδή ποτέ δεν της είχε ζητήσει διαζύγιο. Είχε μια αρχοντιά σπάνια για γυναίκα χωρίς μόρφωση και ποτέ δεν ξέπεσε σε κατηγόριες εναντίον του πατέρα. Εμείς, όταν πια μεγαλώσαμε, της λέγαμε καμιά φορά ότι πρέπει να φτιάξει τη ζωή της. Να τον βρει, να του ζητήσει διαζύγιο και να ξαναπαντρευτεί. Δε μας άκουσε ποτέ.

Παρακολουθούσα τον νεαρό απέναντί μου να αντιστέκεται. Κοίταζα για λίγη ώρα μια την κοπελιά, μια τον νεαρό. Χίλια «αν» γεννήθηκαν μέσα στο μυαλό μου. Κι αν ο πατέρας μας αντιστάθηκε πολύ, με όλες του τις δυνάμεις; Κι αν η ξένη ήταν πολύ όμορφη; Κι αν η ξένη ήταν προκλητική; Κι αν ήταν εύκολη; Κι αν η ξένη βρισκόταν καθημερινά στο δρόμο του ή δίπλα του; Κι αν δεν μπορούσε να αντισταθεί πλέον; Ναι, σίγουρα κάπως έτσι θα έγινε. Θυμήθηκα το προβληματισμένο του πρόσωπο το τελευταίο καλοκαίρι που τον είδα. Έμοιαζε με τον προβληματισμό στο πρόσωπο του νεαρού Ασίφ. Η ίδια πάλη, ο ίδιος αγώνας ήταν ζωγραφισμένες στο πρόσωπό του. Τότε ήμουν μικρή και δεν μπορούσα να το ερμηνεύσω. Τώρα όμως μπροστά μου ξετυλίγεται μια ανθρώπινη ιστορία, μια νέα ανάγνωση, που μου φέρνει τη λύτρωση. Συγχώρησα τον πατέρα και έδωσα δίκιο στη μάνα μου, που ποτέ δεν τον κατηγόρησε, και πάντοτε τον περίμενε. Είχε κατανόηση, μεγαλείο ψυχής.
«Όλα είναι ανθρώπινα, παιδιά μου, οι άνθρωποι είμαστε αδύναμοι», έλεγε.
Μέχρι τα πενήντα της μιλούσε συχνά για κείνον. Μετά σταμάτησε. Βαθιά μέσα της όμως δεν σταμάτησε να ελπίζει.

Σήμερα, αυτόματα, ανέλπιστα, βαθιά και αβίαστα συγχώρεσα τον πατέρα, που μας εγκατέλειψε.

Ντουκ, ντουκ, έκανε το τρένο, η κοπελιά λικνιζόταν ανέμελη, ο νεαρός μετανάστης καιγόταν. Τότε σηκώθηκα αποφασιστικά και στάθηκα όρθια στο διάδρομο, έτσι ώστε να βγάλω από τη θέα του τον πειρασμό. Σε λίγο ακούστηκε: «Επόμενος σταθμός Φάληρο». Η κοπελιά οδηγήθηκε στην πόρτα για να κατεβεί. Τον κοίταζα επίμονα, προσπαθώντας να τον καθηλώσω και η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Παρέμεινε ακίνητος και κοίταξε πάλι στο βιβλίο του, λίγο ντροπιασμένος που συνεπαρμένος είχε αφήσει, άθελά του, όλη του την ψυχή αφύλαχτη, ολόγυμνη μπροστά στα μάτια μου.
Φτάσαμε πια στο τέρμα. Σηκωθήκαμε. Τη στιγμή που πέρασε από δίπλα μου του είπα:
«Ευχαριστώ».
«Κι εγώ», μου απάντησε σιγανά.
Κατέβηκα ανάλαφρη από το τρένο. Είχα πια λυτρωθεί από τα βασανιστικά ερωτήματα μιας ζωής και την απόρριψη που είχα βιώσει. Είχα λυτρωθεί από όλα όσα με είχαν πονέσει τόσο και είχα φροντίσει να τα θάψω μέσα στην πιο βαθιά κρύπτη της καρδιάς μου. Νίκησα τις ανασφάλειες που με τυραννούσαν επί τόσα χρόνια και ποτέ δεν τις παραδέχτηκα ανοιχτά επειδή ήθελα να δείχνω δυνατή. Ήθελα να μοιάζω της μητέρας μου.
Χτύπησε το κινητό μου.
«Καλημέρα Δημήτρη», είπα στον αδερφό μου με χαρούμενη φωνή.
«Καλημέρα Μαράκι, πάρε άδεια από τη δουλειά», μου είπε κάπως ταραγμένος. «Μετά από τόσα χρόνια απουσίας, εμφανίστηκε σήμερα. Ό,τι κι αν έγινε, το χρωστάμε στη μητέρα να είμαστε δίπλα της...»

Ήταν μια ακόμη καλοκαιρινή ηλιόλουστη ημέρα που ξημέρωσε στην Αθήνα της κρίσης και ο ήλιος, λαμπερός, παρακολουθούσε αμέτοχος τα ανθρώπινα δρώμενα.

_

γράφει η Μάρθα Δήμου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Σάββας Ρουμελιώτης

Φιλόλογος-γλωσσολόγος, λάτρης της γλώσσας και του λόγου σε κάθε του μορφή, γραπτή και προφορική. Εραστής της λογοτεχνίας και της συγγραφής, σκαρφίζεται ιστορίες από τότε που θυμάται τον εαυτό του. Όνειρό του, να εξασφαλίσει ένα εισιτήριο για το τρένο που διασχίζει τον παραμυθένιο σιδηρόδρομο της λογοτεχνίας.

6 Σχόλια

  1. Βάσω Καρλή

    Μόνο όταν βρεθούμε στη θέση του άλλου, μπορούμε να κατανοήσουμε, να παραδεχτούμε και να συγχωρέσουμε κάποιες καταστάσεις. Εξαιρετική η στάση της μητέρας, όπως και του Ασίφ που κατάφερε με μια μικρή βοήθεια να αντισταθεί στον πειρασμό. Πολύ ενδιαφέρουσα η ιστορία σου Μάρθα!!! Μου άρεσε πάρα πολύ. Καλή σου μέρα,

    Απάντηση
  2. Μάρθα Δήμου

    Ευχαριστώ πολύ, Βάσω μου, είναι η πρώτη μου απόπειρα στο διήγημα. Με ενθαρύνουν τα θετικά σου σχόλια! Καλή σου μέρα!

    Απάντηση
  3. Ανώνυμος

    Μπράβο Μάρθα!

    Πολλά τα μηνύματα που κρύβονται στις καλογραμμένες αράδες της ιστορίας σου…
    Αν και είναι η πρώτη σου απόπειρα στο διήγημα , ο αναγνώστης μαγεύεται από τον τρόπο της γραφής σου!
    Απλό , μεστό κείμενο από την αρχή ως το τέλος…

    Και πάλι , ΜΠΡΑΒΟ!!!

    Απάντηση
    • Μάρθα Δήμου

      Ευχαριστώ μέσα απο την καρδιά μου για τα θετικά σας σχόλια. Μου δίνετε δύναμη να συνεχίσω.

      Απάντηση
  4. sofia25164

    Υπέροχη και διδακτική η γραφή σου Μάρθα μου…μπράβο σου!!!

    Απάντηση
    • Μάρθα Δήμου

      Χαίρομαι πάρα πολύ που σας άρεσε γιατί, όπως είπα και παραπάνω, είναι η πρώτη μου απόπειρα σε διήγημα. Ευχαριστώ πάρα πολύ για τα ενθαρρυντικά σας σχόλια.

      Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Υποβολή συμμετοχής!

Εγγραφείτε στο newsletter

Αρχείο

Είσοδος