Ο μετανάστης

Ο μετανάστης

flight_clouds

Το αεροπλάνο ελίχθηκε για λίγα λεπτά στο φιδωτό κομμάτι του αεροδιάδρομου. Ύστερα σταμάτησε, κι αφού έβαλε μπρος τις τουρμπίνες, τσούλησε με εκκωφαντικό θόρυβο στην τελική ευθεία και ξεκολλώντας τις ρόδες του απ’ τη γη άρχισε ν’ ανεβαίνει όλο και πιο ψηλά. Πίσω του άφησε μια λεπτή γραμμή γκριζόασπρου καπνού σαν σύννεφου και χάθηκε στον αιθέρα.

Καθισμένος αναπαυτικά στη θέση του, ο Κώστας κοιτούσε απ’ το παραθυράκι στην αρχή τη χρυσαφιά πλημμύρα των φώτων του αεροδρομίου της Καμπέρας και μετά ολόκληρο τον κολοσσό της πρωτεύουσας της Αυστραλίας να φεγγοβολά κάτω απ’ τα πόδια του σαν γήινος έναστρος ουρανός. Ύστερα άρχισε να σβήνει και να χάνεται απ’ τα μάτια του κι απ’ την ψυχή του και στη θέση της, σαν να μην υπήρξε ποτέ η γιγάντια πόλη, όλο και πιο πολύ ζωντάνευε το πανέμορφο χωριό του. Ονειρευόταν τη στιγμή που το αεροπλάνο θα προσγειωνόταν στην ιερή γη της πατρίδας του. Εκεί ζούσε ακόμα η μάνα του σ’ ένα απ’ τα σπίτια των Λευκάρων που παραχωρήθηκαν στους πρόσφυγες. Το πατρικό τους είχε συληθεί απ’ το βαρβαρικό τσουνάμι που έπνιξε τον Καραβά το ’74. Ο Καραβάς, στολίδι στη ρίζα του Πενταδάκτυλου, ανάμεσα στα δυο γαλάζια θάλασσας κι ουρανού. Σκόρπια στο λεμονόδασος τα σπίτια ραντισμένα απ’ τους ανθούς του. Την άνοιξη σκέτη μοσχοβολιά το χωριό.

Κλείνει τα μάτια του κι ανοίγει της ψυχής του. Καταυγασμένο απ’ το φως προβάλλει μπρος του. Πώς μπόρεσε ν’ απαρνηθεί τόση ομορφιά, χρόνια να ζει μακριά της! Σαν κι ήταν ο μόνος; Κι άλλοι πολλοί γύρεψαν την τύχη τους στα ξένα. Η ομορφιά δε γεμίζει το στομάχι κι η πείνα, η μεγαλύτερη σκλαβιά, δε σ’ αφήνει να την απολαύσεις. Κι απ’ την άλλη η θάλασσα, ο εύκολος δρόμος για τους νέους με όνειρα, δύναμη κι ορμή να τα κατακτήσουν. Η πλανεύτρα αυτά είναι που παγιδεύει, τα όνειρα και η ιστορία όσων την ακολούθησαν μπαρκάροντας γι’ άλλους τόπους μακρινούς συνηγορεί μαζί της. Κι έφευγαν οι νέοι, άλλοι πιο νωρίς κι άλλοι μετά.

Ο Κώστας έφυγε νωρίς. Δεκαπέντε χρονών αμούστακο παλικαράκι μ’ ένα γκαζάδικο άραξε σ’ ένα απ’ τα πολλά λιμάνια της Αυστραλίας. Τα σπιτάκια που άφησε πίσω του σβήστηκαν μονομιάς, η θάλασσα, ο ήλιος, μια κηλίδα μικρή το χωριό του μπροστά στο νέο κόσμο. Απέραντος κι επιβλητικός ξανοίχτηκε στα μάτια του και βάλθηκε να τον κατακτήσει. Σήκωσε τα μανίκια του ψηλά στα μπράτσα και ρίχτηκε στη δουλειά. Η φτώχια δεν είναι ντροπή, ντροπή είναι να μη μάχεσαι να τη νικήσεις. Κι ο Κώστας πάλεψε μαζί της και βγήκε νικητής. Λαντζέρης η πρώτη του δουλειά σ’ ελληνικό εστιατόριο. Μια νύχτα που ξάπλωσε να ξεκουράσει τ’ αποσταμένο του κορμί ξύπνησε μετά από δυο μέρες. Κι ύστερα συνήθισε στο σκληρό αλλά μεγάλο μεροκάματο κι αποξεχάστηκε να δουλεύει. Σε λίγα χρόνια από λαντζέρης προβιβάστηκε σε γκαρσόνι κι από γκαρσόνι πάτησε το ψηλό σκαλί του αφεντικού σε δικό του μαγαζί και τo ’να έφερε τ’ άλλο. Η ξενιτιά του ’δωσε πλούτη, δύναμη, αλλά ένα κομμάτι της ψυχής του έμεινε άδειο. Αυτό με τίποτε δεν μπορούσε να του το γεμίσει κι ο καημός του για την πατρίδα του, οι αναμνήσεις με όσα τον συνέδεαν μαζί της, τον γύριζαν πίσω. Έμοιαζε με τον Οδυσσέα που παγιδευμένος χρόνια στην Ωγυγία, το μαγευτικό νησί της Καλυψώς, καθισμένος στ’ ακροθαλάσσι έχυνε δάκρυ πικρό νοσταλγώντας το δικό του νησί με ό,τι πολύτιμο κι αναντικατάστατο γι’ αυτόν έκλεινε μέσα της η Ιθάκη του. Για τον Κώστα το αναντικατάστατο στη διχοτομημένη πατρίδα του ήταν η μάνα του. Τη θυμόταν ασάλευτη στην αποβάθρα με παραμορφωμένο το πρόσωπο απ’ τη γκριμάτσα του πόνου, καθώς το καράβι ξεκολλούσε απ’ την προβλήτα, έτοιμο να σαλπάρει. «Να πάεις στο καλό, γιόκα μου, κι η Παναγιά μαζί σου. Ποιος ξέρει αν σε ματαϊδούν τα μάθκια μου...», ήταν τα τελευταία λόγια της. Τον φιλούσε ξανά και ξανά βαστώντας το πρόσωπό του με τις παλάμες της, σαν για να σταμπάρει η ψυχή τη μορφή του, να τον γνωρίσει, αν τον ξανάβλεπε ύστερα από χρόνια, ίσως και ποτέ. Έφευγαν νέοι και γύριζαν μεσήλικες οι ξενιτεμένοι του Καραβά ή αποξεχνιόντουσαν στην ξένη, λες κι ήταν  αυτή η χώρα των Λωτοφάγων.

Άργησε να πάρει το δρόμο της επιστροφής. Έτσι, όπως είχε ξανοιχτεί με τις επιχειρήσεις του, ανέβαλλε το ταξίδι, καμιά φορά μάλιστα αργούσε και να επικοινωνήσει με τους δικούς του. Όμως ο γυρισμός μια μέρα στην πατρίδα ήταν το μεγάλο του όνειρο και το άλλο να κάνει εκεί, όπου είχε σκοπό να περάσει το υπόλοιπο της ζωής του, τη δική του οικογένεια. Τα γεγονότα του ’74 που αιματοκύλησαν το νησί του τον συντάραξαν. Η C.I.A., με τη συμβολή της ξενόδουλης κλίκας του παλατιού, έκατσε στο σβέρκο του ελληνικού λαού το πουλί της χούντας των συνταγματαρχών κι από ’κει ξεκίνησαν όλα για να κοπεί η Κύπρος στα δύο. Μαζί με τον Καραβά χάθηκαν και τ’ αδέρφια του, ο Μιχαήλης κι ο Αρίστος, αγνοούμενος ο ένας, στον τόπο από βόλι ο άλλος. Για τον Κώστα δεν υπήρχε περιθώριο γι’ άλλη χρονοτριβή. Σκεφτόταν τη χαροκαμένη μάνα του μόνη κι έρμη δίχως τα παλικάρια της. Σαν να ’θελε κιόλας ν’ αναπληρώσει εν μέρει το κενό των αδερφών του. Λαχταρούσε να την αγκαλιάσει και να κλάψει μαζί της, προσφέροντάς της παρηγοριά.

Μετά από πολύωρη πτήση κι ενδιάμεση στάση στο Ντουμπάι, λίγες ώρες, που του φάνηκαν αιώνας, τον χώριζαν απ’ τον προορισμό του. Ωστόσο ο νους του, εκμηδενίζοντας χρόνο κι απόσταση, τον έχει ήδη φέρει στην πατρίδα, στο παρελθόν. Η τελευταία σκανδαλιά της εφηβείας του είχε γίνει η αφορμή του πρόωρου ξενιτεμού του. Είχε πάει με το φίλο του στο διπλανό χωριό για δουλειά σε οικοδομή. Δυο μέρες έλειψε απ’ το σπίτι κι ο πατέρας του ούτε που είχε μπει στον κόπο να τον αναζητήσει! «Κατάλαβα πως πήγες για μεροκάματο», του είπε όταν γύρισε. Μόνο η μάνα του, μόλις τον είδε, τον έκλεισε στην αγκαλιά της, σαν να ’θελε να τον κρατήσει για πάντα κοντά της. Ο Κώστας όμως ένιωθε περιττός στην οικογένεια κι έτσι, με καταχωνιασμένο το παράπονο μέσα του, μπάρκαρε μούτσος σε φορτηγό με τη μεσολάβηση του δεύτερου μηχανικού, φίλου του πατέρα του. Όταν ωρίμασε κατάλαβε πως δεν ήταν η έλλειψη αγάπης αλλά η μιζέρια που θολώνει το μυαλό και σκληραίνει ακόμα και την καρδιά του γονιού.

Η Αμμόχωστος, το σπουδαιότερο λιμάνι της ανατολικής Μεσογείου, έσφυζε από ζωή. Ο Κώστας θυμάται το ανθρώπινο λεφούσι στα μαγαζιά και τα καφενεία: Έλληνες, Τούρκοι, Αρμένιοι, Άραβες, Φραγκολεβαντίνοι, Άγγλοι, όλες οι φυλές της γης. Και πλεούμενα κάθε λογής, αραγμένα στην προβλήτα του λιμανιού. Στο σταυροδρόμι Ανατολής-Δύσης, χρυσοπράσινο φύλλο ριγμένο στο πέλαγος η Κύπρος. Ξενοδοχεία στη σειρά και σαν από ψήγματα χρυσού η άμμος στα πόδια θάλασσας μαβιάς, παραδομένης στην απεραντοσύνη του κόσμου. Τώρα μια πόλη φάντασμα, μονέδα συναλλαγής στο τραπέζι των «Μεγάλων» προς επίλυση του κυπριακού. Απ’ τη Φαμαγκούστα ξεκίνησε η περιπέτεια του ταξιδιού του. Ο καπετάνιος, Χιώτης απ’ τα Καρδάμυλα, τον συμπάθησε για την εργατικότητα και το ήθος του. Του πρότεινε μάλιστα να μείνει στο καράβι, αν ήθελε, αλλά του Κώστα το όνειρο ήταν η Αυστραλία. Όταν έφτασαν στο Σίδνεϋ, την ώρα του ελέγχου απ’ τις αρχές τον έκρυψε κι όταν νύχτωσε, τον βοήθησε να φύγει δίνοντάς του τα μεροκάματα ενός μήνα και τις κατάλληλες οδηγίες.

Το αεροπλάνο πετούσε πάνω απ’ το νησί. Τώρα ξεχώριζε ολοκάθαρα τα βουναλάκια το ’να πλάι στ’ άλλο σαν κύματα στη γη, διάσπαρτα χωριά στις κορφές και στις πτυχές τους, άσπρες γραμμούλες ανάμεσά τους οι δρόμοι. Ύστερα βρέθηκε πάνω απ’ τη θάλασσα του Μακένζι. Το σμαραγδένιο νερό της άφηνε να φαίνεται ως και ο πεντακάθαρος βυθός της. Να, έτσι ν’ άπλωνε το χέρι του, νόμιζες πως θα ’φτανε το νερό, τόσο σιμά πετούσε στα κεφάλια των λουομένων, που έστρεφαν τα βλέμματά τους ψηλά, σαν για να διακρίνουν πίσω απ’ τα παραθυράκια της ατράκτου τα πρόσωπα των ταξιδευτών.

Σε λίγο, με το καγκουρό στην ουρά του, προσγειώθηκε σαν το πουλί, όμως με τα φτερά του μονίμως ανοιχτά τσούλησε για λίγο και σταμάτησε σ’ ένα σημείο του αεροδιάδρομου. Οι πόρτες άνοιξαν κι ο Κώστας πατώντας στο κεφαλόσκαλο στάθηκε για λίγο κι άφησε το βλέμμα του να περιπλανηθεί στον γαλάζιο ορίζοντα και τη θάλασσα, που τον υποδεχόταν χαμογελαστή, αλλά και μέσα στην υπερβολική θαλπωρή του Αυγούστου. Το όνειρό του, αν και σε πολύ δύσκολες συνθήκες, έγινε πραγματικότητα. Σημασία είχε ότι πατούσε στο έδαφος της πατρίδας του, έστω με βαθιά την πληγή στα στήθια απ’ το μαχαίρι του Αττίλα.

Το ταξί που τον μετέφερε βγήκε στο δρόμο της μεγάλης Αλυκής με την κατάλευκη επιφάνεια που στραφτάλιζε κάτω απ’ τον μεσημεριάτικο ήλιο. Πέρα μακριά,  λευκά πουάν σε πράσινο φόντο διακρίνονταν τα σπιτάκια και πίσω, σημάδι της Ανατολής, ο Τεκές, το μουσουλμανικό τέμενος της Χαλά Σουλτάν, με τις πανύψηλες φοινικές και τις πρασινάδες σαν όαση στην άκρη του αλατιού. Ελάχιστοι οι περιπατητές στα πεζοδρόμια με τις πλούσιες πρασιές κι αυτοί με τον ελαχιστότατο δυνατό ρουχισμό, ορισμένοι και με μαγιό, επιστρέφοντας απ’ τις γύρω πλαζ. Ο οδηγός άφησε πίσω του την Αλυκή, έφθασε στο πρώτο ράουντ αμπάουτ και διασχίζοντας τη μεγάλη πεδιάδα της Λάρνακας μπήκε σε λίγα λεπτά στο δρόμο προς τη Λευκωσία. Από εδώ κι ύστερα μόνο στεριά. Χωριά μικρά και μεγάλα με εξέχοντα τα καμπαναριά των εκκλησιών και τους μιναρέδες, που ’μοιάζαν μολύβια με μεταλλική τη μύτη τους στην κορυφή. Κι έξω, σαν φουσάτα στρατοπεδευμένου στρατού οι σκηνές, τ’ αντίσκηνα, ο «τύπος των ήλων» και «ήλος» στου μετανάστη τα μάτια. Εκεί μέσα στοιβάζονται οι διωγμένοι απ’ τα νοικοκυρόσπιτά τους πρόσφυγες στην ίδια τους την πατρίδα, την από χιλιετίες ελληνική. Τα μάρμαρα το ξέρουν που κοιτάζουν/σαν άσπρη χαραυγή πάνω στο θύμα/ξένα, γεμάτα βλέφαρα συντρίμμια,/καθώς περνούν τα πλήθη του θανάτου, όπως γράφει ο ποιητής.  Πριν από πενήντα τρία χρόνια οι Έλληνες της Ιωνίας στοιβάζονταν κι αυτοί στ’ αντίσκηνα της Καισαριανής και στις πανάθλιες ανά την Ελλάδα παράγκες και όπου αλλού, μέχρι η Ε.Α.Π. (Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων) να τους εξασφαλίσει τα λιλιπούτεια σπιτάκια των δύο δωματίων.

Πώς αλλάζει το τοπίο απ’ τη μια στιγμή στην άλλη, σαν το θελήσουν οι Δυνατοί, αυτοί που στ’ όνομα της ειρήνης σπέρνουν τον όλεθρο στους λαούς και το άδικο θεριεύει! Νικά ο πιο δυνατός. Ό,τι πει εκείνος γίνεται. Το μήνυμα έρχεται απ’ τον Θουκυδίδη με το διάλογο μεταξύ Αθηναίων και Μηλίων: «…δίκαια μεν εν τω ανθρωπείω λόγω από της ίσης ανάγκης κρίνεται, δυνατά δε οι προύχοντες πράσσουσι και οι ασθενείς ξυγχωρούσιν.», (…το δίκαιο λογαριάζεται, όταν υπάρχει ίση δύναμη για την επιβολή του, κι όταν αυτό δε συμβαίνει, οι δυνατοί κάνουν όσα τους επιτρέπει η δύναμή τους κι οι αδύνατοι υποχωρούν κι αποδέχονται.», απαντούν οι Αθηναίοι στους Μηλίους, όταν οι τελευταίοι αρνούνται να προσχωρήσουν στην Αθηναϊκή Συμμαχία στα πλαίσια του Πελοποννησιακού Πολέμου, επιλέγοντας την ουδετερότητα. Και οι Αθηναίοι σκότωσαν όσους Μηλίους έπιασαν, κι έκαναν δούλους τα παιδιά και τις γυναίκες. (Θουκυδίδη «Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου», Βιβλ.v, κεφ. 116).

Κοντεύουν να φτάσουν στη Λευκωσία. Ο Κώστας το ’χε τάμα, σαν θα πατούσε το πόδι του στο νησί, πρώτα να προσκυνήσει τον τάφο του αδερφού του. Από μακριά, καθώς πλησιάζουν την πόλη, όλο και πιο ευδιάκριτος ξεχωρίζει ο Πενταδάκτυλος, όπου ο Διγενής άφησε τα ίχνη του χεριού του σαν έκατσε να ξαποστάσει σε μια απ’ τις κορυφές του, λέει η παράδοση.

«Θωρείς κάτω απού τον Πενταδάκτυλον την τούρκικην σημαίαν έτσι μεγάλην που την εκάμασιν οι βρωμότουρκοι, για να μας περιπαίξουσιν;» ρωτάει τον Κώστα ο ταξιτζής. Πώς όχι; Είναι αδύνατο με τις τερατώδεις διαστάσεις της να ξεφύγει την προσοχή του οποιουδήποτε κατευθυνόμενου προς τη Λευκωσία. Ο Κώστας όμως δεν τα ’χει με τον εξωτερικό εχθρό τόσο όσο με τον εσωτερικό, με τους προδότες της χούντας των συνταγματαρχών και τους αντίστοιχους απ’ το κόμμα των εθνικοφρόνων της Κύπρου. Αυτοί άναψαν το πράσινο φως.

Μετά από μισή ώρα δρόμο, η κουτσουρεμένη πρωτεύουσα της Λευκωσίας τον υποδέχεται, ωστόσο με το αδιαμφισβήτητο κοσμοπολίτικο στιλ της και σ’ ένα σημείο της διαδρομής και το άγαλμα του Μακαρίου στην είσοδο δημόσιου κτηρίου. Ο Μακάριος, εμβληματική φυσιογνωμία της κυπριακής ιστορίας αλλά και αμφιλεγόμενη, όσο ο χρόνος λαμπικάρει τα γεγονότα. Προς το παρόν όλο και πιο πολύ αποκρυσταλλώνεται η πίστη πως του έλειπε η στόφα του πολιτικού. Πώς να τα βγάλει πέρα ο κληρικός με την παμπόνηρη αλεπού της Εσπερίας και την προεξάρχουσα του παιχνιδιού Αμερική! Και ποια βοήθεια μπορούσε να περιμένει από τον Έλληνα «εθνάρχη»! Αυτός είχε δηλώσει πως, αν γινόταν πρωθυπουργός, θα έλυνε το κυπριακό σε χρόνο ντε τε! Το κράτησε η C.I.A. στα κιτάπια της και με τη σύμπραξη και της Φρίντας, μετά το θάνατο του Παπάγου, τον ανέβασε στον πρωθυπουργικό θώκο. Αυτό το 1956 και το 1959 η Ζυρίχη, η αρχή του τέλους από τους Κωνσταντίνο Καραμανλή, Ευάγγελο Αβέρωφ και Μακάριο, που υπέγραψαν την καταδίκη του κυπριακού λαού, δίνοντας στο 18% της τουρκικής μειονότητας σχεδόν ίσα δικαιώματα με το 80% των ελληνοκυπρίων. Ο Κώστας αυτά συλλογίζεται καθώς το ταξί πιάνει το δρόμο προς τη Μακεδονίτισσα στα δυτικά σύνορα της πόλης. Το βλέμμα του μαγνητίζει η πάλλευκη επιφάνεια μακριά, στην άκρη της πόλης.

«Τούν το λευκόν π’ αστράφτει ωσάν το άλας της Αλυτζιής που είδες όντας εφεύκαμεν απού το αεροδρόμιον εν’ τάφοι, ούλοι απού μάρμαρον. Έν’ ο Τύμβος εις την Μακεδωνίτισσαν. Τζαμέ βρίσκουνται θαμμένοι καμιά δκιό χιλιάες Ελλαδίτες κι Ελληνοκύπριοι. Τζιαμέ τζιαί τ’ ανήψια μου, οι αρφότεκνοι της μάνας μου, κοσιδκιό ο ένας, δέκα οκτώ ο άλλος. Παραδίπλα ενι κενοτάφιον για τους αγνοούμενους», τον πληροφορεί, πριν προλάβει να τον ρωτήσει ο Κώστας.

«Τζιαμέ κι ο Αρίστος μας, εις τα είκοσι εφτά του», λέει κι αυτός κι η ψυχή του ματώνει. Ο Τύμβος είναι ο σύγχρονος Κεραμεικός. Στην αρχαία Αθήνα εκεί  έθαβαν τους ήρωες του πολέμου. Στις κεντρικές φυλακές της Λευκωσίας, στα Φυλακισμένα Μνήματα είναι θαμμένοι οι ήρωες της Ε.Ο.Κ.Α., ο Ανδρέας Δημητρίου, ο Μιχαήλ Καραολής, ο Ευαγόρας Παλικαρίδης, ο Ανδρέας Ζάκος, ο Ιάκωβος Πατάτσος, ο Χαρίλαος Μιχαήλ, ο Μιχαήλ Κουτσόφτας, ο Στέλιος Μαυρομάτης, ο Ανδρέας Παναγίδης, παλικάρια που κρέμασαν την άνοιξη της νιότης τους στην αγχόνη του δόλιου κατακτητή. Στον ίδιο χώρο επίσης και οι πεσόντες στο πεδίο της μάχης, Μάρκος Δράκος, Γρηγόρης Αυξεντίου, Στυλιανός Λένας και Κυριάκος Μάτσης. Και να σκέφτεσαι πώς έχασαν τη ζωή τους «…για ένα πουκάμισο αδειανό, για μια νεφέλη», (Ελένη Γ. Σεφέρη).

Χρειάστηκε ώρα πολλή μέχρι ο Κώστας να εντοπίσει τον αδερφό του ανάμεσα στους χιλιάδες τάφους. Φωτογραφίες κι ονόματα πολλά. Κάποια σαν να του θύμισαν γνωστές οικογένειες. Κι άξαφνα το αίμα μυρμήγκιασε κι έβαψε κόκκινο το πρόσωπό του. Ο Αρίστος τον υποδεχόταν ντυμένος στο χακί και τον μπερέ στα μαύρα πυκνά μαλλιά του κι μ’ ένα χαμόγελο αστραφτερό απ’ την κατάλευκη οδοντοστοιχία του. Τον κοιτούσε με τα μεγάλα μαύρα μάτια του, σαν να ποθούσε, παραβιάζοντας τους νόμους της φύσης, να βγει απ’ το κάδρο σπάζοντας το γυαλί του θανάτου, να τον υποδεχτεί ύστερα από τόσα χρόνια κι αγκαλιασμένοι να πάνε στη μάνα τους κι οι δυο τους μετά να γυρέψουν τα ίχνη του Μιχαήλη τους. Μα πώς, αφού κι ο Δίας, ως θεός της τάξης στ’ ανθρώπινα, κατακεραύνωσε τον Ασκληπιό, όταν εκείνος τόλμησε ν’ αναστήσει νεκρό κι ακόμα δεν μπόρεσε ν’ αποτρέψει το θάνατο του γιου του Σαρπηδόνα από το χέρι του Πάτροκλου. Με τη μοίρα δεν τα βάζει κανένας Θεός. Κι αφού δε γινόταν εκείνος, ο Κώστας γονάτισε κι αγκαλιάζοντας, αντί για τον αδερφό του το σταυρό, ασπάστηκε τη φωτογραφία του.

«Αρίστο, αδερφέ μου…», έλεγε ανάμεσα στους λυγμούς του, «αδερφέ μου...». Έκατσε κάμποση ώρα εκεί, αναμοχλεύοντας αναμνήσεις απ’ τα παλιά. Γιορτές και πανηγύρια που είχαν περάσει όλοι μαζί σαν οικογένεια κι εκείνος πέταξε κάποια στιγμή απ’ ανάμεσά τους σαν το πουλί απ’ τη φωλιά του. Και να τος τώρα μπροστά σ’ έναν τάφο να κουβεντιάζει ψιθυριστά με τη σιωπή, με μια φωτογραφία, πασχίζοντας  να ζωντανέψει.

Εντούτοις για τον Αρίστο βρήκε έναν τάφο λευκό σαν το χιόνι και σαν την αγάπη για την πατρίδα αυτού που σκεπάζει. Όμως ο Μιχαήλης, ο άλλος του αδερφός, πού; Πού άραγε να βρισκόταν παραπεταμένο το σώμα του, σε ποιον ομαδικό τάφο με άλλα, σαν άχρηστα, άχθος αρούρης, κορμιά; Πολύ αργότερα θα γίνει η ταυτοποίηση των οστών του που θα βρεθούν σ’ ένα χωριό της Αμμοχώστου και θα μάθει πως τον Τούρκο λοχαγό, επειδή τον διέταξε να γονατίσει μπρος του, τον έφτυσε κι εκείνος τον πυροβόλησε στο πρόσωπο. Η τρύπα στο κέντρο του κρανίου του θα μαρτυρούσε του λόγου το αληθές.

Το ταξί έχει μπει στην τελική ευθεία. Έχει απομακρυνθεί απ’ την πόλη της Λευκωσίας και κατευθύνεται προς τα Λεύκαρα. Του Κώστα ο νους φτερουγίζει σε κείνη, που είναι ακόμα ζωντανή. Σε λίγο θα τη δει. Η καρδιά του χτυπά δυνατά, μα στα δεξιά του, πάνω στο λόφο, αναχαιτίζει τη χαρά του επικείμενου ανταμώματος η κόκκινη πάλι σημαία. Αυτή τη φορά ανεμίζει επηρμένη με την ημισέληνο και τ’ αστεράκι αντάμα, σαν να τον περιπαίζει. Έτσι ένιωσε κι ο Σολωμός Σολωμού κι όρμησε με το τσιγάρο στο στόμα σαν ταύρος στον κοντό να την ξεσκίσει, κάτω απ’ το ψυχρό βλέμμα του σκοπευτή κι έτσι γλίστρησε προς το θάνατο. Η εικόνα τον αναστατώνει. Ο Κώστας χαμηλώνει το βλέμμα. Η ψυχή του είναι φουσκωμένο μπαλόνι και προσπαθεί να χαλαρώσει, ν’ απομακρύνει το νου του απ’ όλο αυτό το σκηνικό που του ’χει στήσει καρτέρι, να του κλέψει τη χαρά του νόστου.

Και πιάνεται σαν ναυαγός απ’ την εικόνα της μάνας του. Θα τον κλείσει στην αγκαλιά της διώχνοντας τους εφιάλτες. Έφτασαν κιόλας στην Σκαρίνου. Εκεί, έξω από έναν καφενέ, κάποιοι συντοπίτες κάνουν σινιάλο στον οδηγό να σταματήσει.

«Ε, ρε Αντρίκο, μίλα μας τζιαί μη μας αγαπάς», του λέει ο ένας ρίχνοντας εξεταστικό το βλέμμα του στο πίσω κάθισμα. «Ο κύριος πόθεν μας κόπιασεν; Κατεβάτε να σας κεράσουμε έναν καφέ, ένα γλυκό».

«Όι. Ο πελάτης μου βιάζεται να δει τη μάνα του. Έρκεται που την Αυστραλία για τούτον τον σκοπόν. Κράτα την όρεξήν σου γι’ άλλην φοράν», του λέει και τον χαιρετά.«Αυτοί εν’ οι λεγόμενοι κράχτες. Ψάχνουν να καπαρώσουν πελάτες για να πουλήσουν κεντήματα κι έτσι δυσφημίζουν το χωρκό μας», εξηγεί στον Κώστα ο Αντρίκος, που φαίνεται ν’ αγανακτεί με τις πονηριές τους και την κάλπικη φιλοξενία τους.

Το ταξί ανηφορίζει για τα Λεύκαρα σ’ ένα δρόμο στενό γεμάτο κούρβες. Περνά ανάμεσα από λοφίσκους λευκούς, απομεινάρια χωραφιών, ίχνη από ξερολιθιές. Τις φυτεμένες αμπέλια κι άλλα οπωροφόρα δέντρα πλαγιές τις αποψίλωσε ο τουρισμός κι οι καλλιεργητές τους χάθηκαν χρόνια πριν, εξηγεί στον πελάτη του ο Λευκαρίτης οδηγός. Όμως υπάρχουν ακόμα χωράφια με χαρουπιές. Ο καρπός τους γεμίζει τις αποθήκες στο Ζύγι, απ’ όπου εξάγονται στο εξωτερικό. Ένα πούλμαν με τουρίστες κατηφορίζει από τα δεξιά τους. Κι έν’ άλλο πίσω του ακολουθεί. Τα Λεύκαρα, από τους πιο επισκέψιμους τόπους, ελκύουν το ενδιαφέρον των τουριστών για τη λαϊκή αρχιτεκτονική τους και για την ιστορία τους. Είναι το χωριό των αργυροχόων και των κεντητάρηδων. Τα παλιά τα χρόνια οι άνδρες όργωναν την Ευρώπη διαλαλώντας την τέχνη των γυναικών τους και σοδεύοντας μονέδα γερή. Φτιάχτηκαν περιουσίες απ’ αυτή τη δουλειά. Ξενόγλωσσες ταμπέλες ενημερώνουν τους επισκέπτες για τη μοστραρισμένη στις εισόδους των μαγαζιών εκλεχτή πραμάτεια τους.

Ο Αϊ Γιώργης ο Οξύς (έξω > όξω > οξύς), αν και μικρός στο μπόι, όμως μεγάλος και τρανός στην κορυφή του λόφου, ο πρώτος απ’ τους άγιους σε υποδέχεται στην πύλη του χωριού κι αμέσως τα Λεύκαρα ακουμπισμένα στην πλαγιά του βουνού με κέντρο τους τον Τίμιο Σταυρό, έργο σπάνιας αισθητικής λαϊκών μαστόρων. Η παράδοση λέει πως η αγία Ελένη πρόσφερε ένα κομμάτι απ’ το Σταυρό του μαρτυρίου στο χωριό και οι κάτοικοι το ’κλεισαν σαν φυλακτό τους στην εκκλησία που έκτισαν τον 14ο αιώνα για να τον τιμήσουν. Και πιο πίσω ο μιναρές, στοιχείο ειρηνικής συνύπαρξης δύο πολιτισμών. Το τοπίο μαγεύει το μετανάστη, του διώχνει τη συσσωρευμένη μέσα του μαυρίλα και καθώς το ταξί όλο και πλησιάζει στο χωριό, έχει την ευκαιρία να θαυμάσει τα σπίτια με τις εσωτερικές αυλές γεμάτες λουλούδια. Ας είναι, σκέφτεται, η μητέρα του έχασε το δικό της παράδεισο, αλλά βρήκε έστω μέσα στη δυστυχία της άλλο. Στη διχάλα του δρόμου, που ανταμώνεται με τον παλιό, στην Ακρόπολη, παλιό στέκι των νέων, το ταξί στρίβει στα δεξιά κατηφορίζοντας προς το κέντρο του χωριού. Περνά ανάμεσα από σπίτια και στ’ αριστερά ο οδηγός δείχνει το τεράστιο εγκαταλελειμμένο κτήριο που στέγαζε το νηπιαγωγείο (1923), τον καιρό της μεγάλης ακμής των Λευκάρων κι αμέσως μετά τον Λάκκο, από όπου οι κάτοικοι αντλούσαν νερό. Μικρές εκκλησιές εναλλάσσονται με σπίτια, όπως των αγίων Αναργύρων, της Παναγιάς της Ομορφιάς, του άγιου Ανδρόνικου.

«Που δαμέ, πιο κάτω απ’ τον άγιο Ανδρόνικο έν’ η Πηή (Πηγή), από όπου, λένε, αρκένεψε το χωρκό μας να κτίζεται», ο οδηγός εξακολουθεί να ξεναγεί τον Κώστα, θέλοντας να του γνωρίσει τον τόπο που φιλοξενεί τη μάνα του. Συνεχίζοντας στην κατωφέρεια συναντούν το εκκλησάκι του 9ου αιώνα, αφιερωμένο στον μοναδικό ίσως στην παράδοση της αγιογραφίας καβαλάρη πάνω σε λιοντάρι, τον άγιο Μάμα. Βρίσκονται στο κέντρο του χωριού με τα στενά δρομάκια, τα γεμάτα τουρίστες. Άλλοι στέκονται μπροστά στις προθήκες θαυμάζοντας τα χειροποίητα λινά κεντίδια κι ασημικά κι άλλοι μπαινοβγαίνουν στα μαγαζιά. Παίρνουν το δρόμο προς τον Τίμιο Σταυρό και αφήνοντάς τον στ’ αριστερά κατηφορίζουν προς την Πηγή. Το ταξί στρίβει αριστερά, περνά απ’ τον άγιο Ξενοφώντα ή Ξορινό, (που ξορκίζει το κακό), και μπαίνει στον Τουρκομαχαλά με το Τζαμί και τα παρατημένα απ’ τους προκατόχους τους σπίτια. Σ’ ένα απ’ αυτά, όπου φιλοξενούνται πρόσφυγες, κατοικεί και η μάνα του Κώστα.

Και τώρα, να τος με τις αποσκευές του μπροστά στο νούμερο εφτά, στην πόρτα που πίσω της κλείνει το θησαυρό όλου του κόσμου. Όσα τον πίκραναν έχουν σβηστεί, τα ’χει αγγίξει με το μαγικό της ραβδί η άγια εικόνα της. Η καρδιά του πάει να σπάσει καθώς χτυπά το κουδούνι. Τα βήματα κονταίνουν, θα εξαφανίσουν εντός ολίγου και τη μηδαμινή απόσταση που τους χωρίζει. Στο εξής καμιά δύναμη δε θα μπορέσει να πάρει μακριά τον έναν απ’ τον άλλο. Η πόρτα ανοίγει και μια νέα μελαμψή γυναίκα τον ρωτά τι θέλει.

«Η μάνα μου έν’ δαμέ;».

«Ναι», του απαντά και τον οδηγεί στην εσωτερική αυλή τη γεμάτη λουλούδια π’ αστράφτουν και μοσχοβολούν στο φως του ήλιου. Μα το φως το ιλαρό του φανερώνεται κει δα στην πολυθρόνα όπου βρίσκεται εκείνη και τον κοιτά στα μάτια. Γέρασε και δεν μπορεί να σηκωθεί. Φυσικό μετά από είκοσι τρία χρόνια να μην τον γνωρίζει. Πέφτει στην αγκαλιά της και τη φιλά. Της φιλά το χλωμό, το ρυτιδιασμένο πρόσωπό της. Όμως εκείνη είδηση δεν παίρνει ποιος είναι αυτός που κλαίγοντας σαν μικρό παιδί της γεμίζει φιλιά το πρόσωπο και τα χέρια, αυτά που τον κανάκεψαν μωρό, μικρό παιδί, του πρόσφεραν το χάδι και τη στοργή, τον φρόντισαν μέχρι που της τον πήρε η ξενιτιά. Ο Κώστας της πιάνει τα χέρια και στυλώνει το πρόσωπό του αντικριστά στο δικό της. Την κοιτά στα μάτια τα απλανή.

«Εγώ είμαι, μάνα, ο Κώστας σου, δε με γνωρίζεις;» τη ρωτάει ξανά και ξανά και κλαίει. Κι όπως την κοιτά επίμονα, ξαφνικά βλέπει δάκρυα ν’ αναβλύζουν στα μάτια της και τα χέρια της τρεμάμενα να υψώνονται, να θέλουν να κλείσουν στις παλάμες τους το πρόσωπό του. Της παραδίνεται κι ακούει ψιθυριστή τη φωνή της: «Κωστάκη μου, εσύ; Γύρισες επιτέλους γιόκα μου;» του λέει και τον φιλά κι εκείνη ξανά και ξανά.

 

Ιδιωματισμοί της κυπριακής διαλέκτου:

Ένι, εν = είναι.

Αρφότεκνος = ο ανεψιός απ’ αδερφή, -ό.

Ανηψιός = ο ξάδερφος.

Τζαμέ = εκεί.

Δαμέ = εδώ.

 

_

γράφει η Χαρά Παπαβασιλείου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Σάββας Ρουμελιώτης

Φιλόλογος-γλωσσολόγος, λάτρης της γλώσσας και του λόγου σε κάθε του μορφή, γραπτή και προφορική. Εραστής της λογοτεχνίας και της συγγραφής, σκαρφίζεται ιστορίες από τότε που θυμάται τον εαυτό του. Όνειρό του, να εξασφαλίσει ένα εισιτήριο για το τρένο που διασχίζει τον παραμυθένιο σιδηρόδρομο της λογοτεχνίας.

Υποβολή σχολίου

Υποβολή συμμετοχής!

Εγγραφείτε στο newsletter

Αρχείο

Είσοδος