Πειραιάς, ξημερώματα θλιμμένα

Πειραιάς, ξημερώματα θλιμμένα

beach-desert-wave-sea-black_b

Κέλυφος σάρκας που σπάει στο πρώτο φως
το χάραμα της άνοιξης.
Χωρίς άδεια, κλάμα βρεφών σε ώρα κοινής ησυχίας.
Στον Πειραιά. Μια ακόμα απελπισμένη γέννα
μέσα στη νύχτα των ανθρώπων.

Ήρθαν κάποιοι…
νηστικοί από πατρίδα.
Γονείς παιδιών που θέρισε ο τρύγος άλλης σποράς.
Και θέλουν δανεικό γάλα, γιατί στέγνωσαν των γυναικών τους τα στήθια
στο λιοπύρι.

Στον Πειραιά, με το νυχτικό ακόμα η μέρα,
ζητιανεύουν χώρο να βαδίσουν.
Ξένων και Ελλήνων βήχας αντιλαλεί
μουγκά από λαρύγγια που ροχαλίζουν χαλίκια συμφώνων,
στων οποίων το βουητό όλοι διαφωνούν,
ξεροκαταπίνοντας.
Η Δύση αδιαθέτησε και ο Βορράς έχει στομαχόπονο
από τη λωτοφαγία. Ο Νότος υποφέρει από προστάτη
και έτσι γάλα δεν έμεινε
πια στων γυναικών μας τα στήθια.

Οι γυναίκες εδώ δεν γεννούν. Δεν το χρειάζονται.
Όλοι διψασμένοι,
γηγενείς και ξένοι,
κοιτούν τις ρώγες των τουριστών.

Στον Πειραιά, μεσάνυχτα της δικαιοσύνης,
έφτασαν, ακάλεστοι, μολυβένιοι άνθρωποι
με τσιμεντένια από τη θλίψη φτερά.
Αποδημητικά πτηνά, ανήμπορα για πτήσεις.
Δεν ωφελούν κανέναν κυνηγό και σκεπάζουν με σκιά
ασκόπως των χριστιανών τον ουρανό.

Ανάμεσα σε αδέσποτα σκυλιά της πόλης
ανθρώπινα περιττώματα μωρών,
χωρίς πάνες αποστειρωμένων εργοστασίων
να κρύβουν καλά τις μυρωδιές των χωμάτινων πλασμάτων
σε σωρό πλαστικών πιπίλων.
Για τον Θεό…
τόσο χώμα, χωρίς χρυσόσκονη και σακούλες από νάιλον,
δεν το αντέχουν
οι πολιτισμένοι.

Παιδικά βλέμματα σε μολυβί κορμιά
ξυσμένα στα βράχια του τόπου μου
εξιστορούν στα όστρακα τον μύθο της
ντροπής.
Η αιχμή της ματιάς τους γράφει κύματα
σιωπηλής ενοχής,
ικετεύοντας γοερά γαλήνη.
Απρέπεια, λένε, οι γνωρίζοντες από καλούς τρόπους.

Γι’ αυτό οι ψύχραιμοι του Βορρά
παραχώρησαν τελικά τη θάλασσα του Αιγέα,
για να κοιμούνται.
Μόνο το νερό περίσσευε στον τόπο της Ευρώπης,
για τους νεκρούς των άλλων.
Ας πιουν ήλιο της χώρας του ονείρου, πρότειναν,
και ας γυρίσουν. Το ίδιο πράττουν και εκείνοι, βολεύει.

Μα οι μολυβένιοι άνθρωποι
μουλιάζουν στο νερό, σαπίζουν στο λεπτό.
Γράφουν μελαχρινές μουτζούρες στον βυθό
στο πέλαγος της λιακάδας.
Γέμισαν το κουφάρι του Ίκαρου, γραφίτη.

Τσόφλια σπαργάνων, ξημερώματα Δευτέρας, στον Πειραιά.
Τα σπρώχνει ο αέρας στη θάλασσα.
Όλα η θάλασσα στο μπλάβο χρώμα της τα κρύβει.
Κάποιες ακόμα ιαχές βράχνιασαν
τη νύχτα.
Οι οδοκαθαριστές σιωπηλοί και νυσταγμένοι
καθαρίζουν τα νεκρά φωνήεντα,
μάλλον ενοχλημένοι για τη νεκρή φασαρία της ασφάλτου.

_

γράφει ο Τάσος Μιχαηλίδης

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Ελένη - Χριστίνα Γκαμπούρα

Φοιτήτρια, ανερχόμενη οικονομολόγος και «πτυχιούχος» αναγνώστρια. Διαβάζει, γράφει και ξαναδιαβάζει. Υποστηρίζει ότι ο κόσμος των βιβλίων είναι πολύ πιο όμορφος από τον πραγματικό και συνήθως κατοικεί εκεί. Όσο ζει θα διαβάζει κι όταν πεθάνει θέλει να (ξανα)γίνει αστερόσκονη.

Υποβολή σχολίου

Υποβολή συμμετοχής!

Εγγραφείτε στο newsletter

Αρχείο

Είσοδος