Τον άρτον ημών

Τον άρτον ημών

«Πόσο μάταιο είναι να κάθεσαι να γράψεις, όταν δεν έχεις σηκωθεί να ζήσεις!»

Χ. Ντ. Θορώ (1817-62)

 

Υπάρχει ένας δρόμος μικρός, γεμάτος νεραντζιές, που οδηγεί σε έναν συνοικιακό βυζαντινοπρεπή ναό.  Η γειτονιά μικροαστική, ασφυκτικά γεμάτη με ετερόκλητες μεταπολιτευτικές πολυκατοικίες, κακοφτιαγμένα πεζοδρόμια και μίζερα παρτέρια, που γνώρισαν κάποτε καλύτερες εποχές και σήμερα ρημάζουν από τη δημοτική αχρηστία. Πού και πού ξεπηδά κάποια μονοκατοικία του Μεσοπολέμου, κακόγουστα ανακαινισμένη με σύγχρονες προσθήκες ή παράταιρα χρώματα. Στο τέλος αυτού του δρόμου υπάρχει ένας φούρνος, μικρός και συνοικιακός κι αυτός, που δε ‘γεμίζει’ το μάτι στον περαστικό διαβάτη. Όταν είναι κλειστός, μοιάζει έρημος κι εγκαταλελειμμένος. Στην είσοδο ένα πατημένο φύλλο από χαρτόκουτο αντικαθιστά το χαλί για τα λασπωμένα υποδήματα των πελατών. Το λιτό εσωτερικό του, παλιομοδίτικο με πάγκους από ξεφτισμένη φορμάικα, δεν προσελκύει τον απαιτητικό καταναλωτή, τον μαθημένο στην πληθωρική αισθητική των σύγχρονων ναών της γεύσης. Η παλιά μεταλλική βιτρίνα, άδεια από αρτοποιήματα, επιδεικνύει με χαρακτηριστική αδιαφορία – και ίσως με κάποια δόση σαρκασμού –  μερικά ξεχασμένα, σκονισμένα, γιορτινά στολίδια, ενώ τα ξύλινα ράφια, που καλύπτουν περιμετρικά τους τοίχους, είναι όλα τους σχεδόν άδεια, εκτός από δύο. Το ένα φέρει τσαλακωμένα λογιστικά βιβλία και πολυκαιρισμένα ντοσιέ αποδείξεων, ενώ το δεύτερο τα καρβέλια της ημέρας. Ψωμί… Ξεροψημένη χωριάτικη φραντζόλα… Οι λέξεις «πολύσπορο», «μαύρο», «διαίτης» είναι άγνωστες και εκπέμπουν σε συχνότητες που δεν τις πιάνει το αυτί του φούρναρη. Όταν η φουρνάρισσα έχει κέφια, μπορείς να δεις πάνω σ’ ένα τραπεζάκι με πλαστικό τραπεζομάντηλο, δεξιά της πόρτας, παρατεταγμένα σε ταψιά πότε μερικά παξιμάδια, αφράτα κέικ, κι άλλοτε μυρωδάτα μουστοκούλουρα, μαστιχωτά τσουρέκια ή καμιά λαχταριστή τάρτα. Οι νέοι  προσπερνούν τον φούρνο αδιάφορα, πηγαίνοντας στα σχολεία απέναντι από την εκκλησία. Μονάχα κάποιοι ηλικιωμένοι συνταξιούχοι κι ενορίτες σταματούν νωρίς τα πρωινά μετά τον όρθρο, για να ανταλλάξουν θερμές καλημέρες με τους ιδιοκτήτες και να προμηθευτούν ένα καρβέλι φρεσκοψημένο ψωμί.

Υπάρχει ένας δρόμος μικρός, γεμάτος νεραντζιές, που οδηγεί σε έναν ξεχασμένο από τον χρόνο φούρνο, για όσους μπορούν να γευθούν ακόμα με απλότητα  λυτρωτική, καθάρια μια μπουκιά από «τον άρτον ημών τον επιούσιον…»

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Αλέξανδρος Κεφαλάς

Ο Αλέξανδρος Κεφαλάς γεννήθηκε στα Εξάρχεια. Είναι απόφοιτος του Αμερικάνικου Κολεγίου της Ελλάδας στον τομέα της Ιστορίας της Τέχνης και ασχολείται με τη διδασκαλία. Στα ελληνικά γράμματα εμφανίστηκε το 2007. Έχει γράψει ιστορικό και σύγχρονο μυθιστόρημα, διηγήματα και ποίηση. Το 2012 συνεργάσθηκε με το λογοτεχνικό fanzin "Αστυδρόμος". Κείμενα του έχουν δημοσιευθεί σε έντυπα και διαδικτυακά λογοτεχνικά περιοδικά ενώ είναι υπεύθυνος λογοτεχνικής αξιολόγησης στις εκδόσεις Λέμβος.

Υποβολή σχολίου

Υποβολή συμμετοχής!

Εγγραφείτε στο newsletter

Αρχείο

Είσοδος