Χαμένη στον Θωρ

Χαμένη στον Θωρ

rebus2_b

Μέρα τρίτη, Παρασκευή μεσημέρι

Κλείνει την πόρτα του ανακριτικού δωματίου πίσω του και στρέφει το βλέμμα στις κάμερες καταγραφής. Ενεργές.

«Καλώς μας ήρθες», απευθύνεται στον νεαρό που κάθεται στην εσωτερική πλευρά του τραπεζιού με τις χειροπέδες σφιχτά στους καρπούς. Ο επιθεωρητής Τζον Ρέμπους τραβά τη μεταλλική καρέκλα και στρογγυλοκάθεται.

«Μου επιτρέπεις ε;», του λέει κοιτάζοντάς τον στα μάτια. «Δε μιλάς πολύ και κάτι θα πρέπει να κάνουμε γι’ αυτό. Εσύ τι λες;»

Ο νεαρός, καθισμένος στη βιδωμένη στο δάπεδο καρέκλα, τον κοιτά απορημένος.

«Θα σου πω εγώ τι γνωρίζω για εσένα κι εσύ, που ξέρω ότι δε σου αρέσουν τα λάθη, θα με διορθώνεις και θα με συμπληρώνεις», συνεχίζει ο Ρέμπους χαμογελώντας αυτάρεσκα.

 

Μέρα πρώτη, Τετάρτη απόγευμα

«Κύριε επιθεωρητά, κάτι άλλο να σας φέρω;», τον ρωτά ο σερβιτόρος στο The Jazz Bar.

«Σου 'χω ξαναπεί, ο πληθυντικός με κουράζει. Αλλά, αφού προσφέρεσαι, φέρε μου τη σημερινή φυλλάδα».

Συνταξιούχος για δεύτερη φορά, ο Ρέμπους ξεφυλλίζει συχνά τις εφημερίδες αναζητώντας κάτι να του τραβήξει το ενδιαφέρον. Στο τρέχον αστυνομικό ρεπορτάζ κάτι τον ξενίζει. Η ιστορία μπερδεμένη, με τα στοιχεία του δημοσιογράφου να την παρουσιάζουν ως μία απλή εξαφάνιση.

«Δεν εξαφανίζονται έτσι απλά οι άνθρωποι, πόσο μάλλον νεαρές κοπέλες των είκοσι πέντε», μονολογεί χωρίς να δίνει σημασία στον σερβιτόρο που του αφήνει την εφημερίδα.

«Ο Μάλκολμ θ’ αργήσει;», τον ρωτά όσο απομακρύνεται.

«Δε νομίζω, κύριε επιθεωρητά. Είναι η ώρα του».

Ο Μάλκολμ Φοξ παραδόξως, σύμφωνα με το δημοσίευμα, είναι ο επικεφαλής της έρευνας. Του ζητήθηκε η συνδρομή, μιας και βρέθηκε για θέμα των Εσωτερικών Υποθέσεων στην πόλη. Ο Ρέμπους τον πήρε τηλέφωνο να βρεθούν, τη συνηθισμένη ώρα του διαλείμματός του, λέγοντας απλά πως δεν είναι αυτό που φαίνεται.

«Τι δεν είναι;»

«Αυτό που φαίνεται, σου ξαναλέω».

«Εντάξει, θα έρθω».

Συγχρονισμένοι, τελειώνει την ανάγνωση του άρθρου για τρίτη φορά και ο Μάλκολμ κάθεται στον καναπέ απέναντί του.

«Δεν έχω πολλή ώρα, θα επιστρέψω στο τμήμα. Τώρα που μιλάμε, συλλάβαμε ως ύποπτο το αγόρι της κοπέλας. Τον πάμε για ανάκριση».

«Κάτι δε μου κολλάει», αποκρίνεται ο Ρέμπους.

«Του ΜακΜίλαν δε θα του έδινα όλες τις λεπτομέρειες από την αρχή. Σκόρπια έγραψε, ό,τι πήρε το αυτί του στους διαδρόμους».

«Για το αγόρι τι έχεις;»

«Ταραγμένη σχέση, ελαφριά βία. Τον βρήκαμε φτιαγμένο. Όλα αυτά μεταξύ μας».

«Για το κορίτσι;»

«Κακομαθημένη, μοναχοπαίδι και ταυτόχρονα παραμελημένη. Έχασε νωρίς τη μητέρα της, στα εφτά της. Από τότε μάλλον βαρίδιο για τον πολυάσχολο πατέρα της. Μέτρια μαθήτρια στο σχολείο, παρατημένες σπουδές. Ο Έριν Μπέιν, της Γενικής Ασφάλειας, βρήκε κάποια ίχνη της στο διαδίκτυο. Μάλλον καλά δικτυωμένη», συμπληρώνει ο Μάλκολμ.

«Τον γνωρίζω καλά τον Μπέιν. Έχει νταλαβέρια με τη Σιβόν Κλαρκ».

«Η Σιβόν του τηλεφώνησε. Ψάχνουμε το κινητό της μικρής. Δύο μέρες τώρα πουθενά. Κλειστό».

«Στο σπίτι;»

«Στο σπίτι βρήκαμε ένα δεύτερο, κρυμμένο στη σοφίτα. Ο Μπέιν παλεύει να το ανοίξει. Φεύγω, ίσως μιλήσουμε».

«Ναι, αν θελήσεις οτιδήποτε πάρε με. Έχω αρκετές ώρες που τριγυρνώ άσκοπα», είπε ο Ρέμπους τελειώνοντας τη μπύρα του.

 

Μέρα δεύτερη, Πέμπτη πρωί

«Ρημαδιασμένο», αναφωνεί και πατά την αποδοχή κλήσης. Ανήσυχος για την προανάκριση, ο Ρέμπους χρειάστηκε αρκετά παραπάνω σφηνάκια ουίσκι για να αποκοιμηθεί το προηγούμενο βράδυ.

«Ρέμπους εδώ», απαντά βαριεστημένα.

«Σε θέλω. Μπορείς να έρθεις;», τον ρωτά η γυναικεία φωνή.

«Κι εγώ σε θέλω, αλλά ποιος είναι;», ανταπαντά χωρίς να κοιτάξει στην οθόνη. Η Σιβόν του τηλεφώνησε κρυφά, για να μη δώσει στόχο στον Μάλκολμ. Ξέρει για τη σχέση των δύο αντρών, περίπλοκη και ευδιάκριτα τυπική.

«Ναι, ξυπνώ κι έρχομαι», της λέει, κοιτώντας βιαστικά.

 

Φόρεσε ό,τι βρήκε μπροστά του και ξεκίνησε. Δεν άργησε πολύ να φτάσει στο τμήμα. Πάρκαρε δίπλα στο περιπολικό της βραδινής βάρδιας και μπήκε βιαστικά. «Το τμήμα δεν άλλαξε καθόλου», σκέφτεται χλευάζοντας και κατευθύνεται στο γραφείο της Σιβόν. Εκεί κι ο Μάλκολμ να μιλά στο τηλέφωνο.

«Καλημέρα», του λέει η Σιβόν χαμηλόφωνα. «Μιλάμε με τον Μπέιν, έχει νεότερα. Ξεκλείδωσε το κινητό της μικρής και μας έστειλε σε φαξ τα sms, emails και επαφές. Τρεις μόνο επαφές, οι δυο φίλες της και ένας Τοντοθόρ κάτι. Τα υπόλοιπα άσχετα, αλλά τα κοιτάμε».

«Να τα δω; Κυρίως αυτό, τον Τόντοθορ», ζητά ο Ρέμπους αλλάζοντάς τον τονισμό επίτηδες, όσο ο Μάλκολμ κλείνει το ακουστικό. «Δες εσύ τα υπόλοιπα, εγώ αυτό που σου είπα».

«Έλα, καλημέρα», του λέει ο Μάλκολμ. «Πάω να συνεχίσω με τον μικρό. Σ' αυτόν μας οδήγησε και η καταχώρηση Τόντοθορ, παραλλαγή του Θόδωρου. Είναι ο φίλος της με ελληνική καταγωγή. Όλο το βράδυ επιμένει πως έχει να τη δει μέρες. Μίλα και με τον Μπέιν, θα είναι στο γραφείο του συνέχεια».

 

«Σιβόν, πάρε μου λίγο τον Μπέιν στο τηλέφωνο. Γνωρίζουμε για τις φίλες, μιλήσατε όπως είδα στις καταθέσεις, όχι όμως για τον Τόντοθορ», συνεχίζει ο Ρέμπους προβληματισμένος. «Αποσαφηνίζουμε το ρόλο του και προχωράμε στα υπόλοιπα».

«Αμέσως. Τα emails και τα sms δεν έχουν κάτι αξιοπρόσεχτο. Επικεντρωνόμαστε στον τύπο», απαντά η Σιβόν όση ώρα αναμένει στο ακουστικό τον Μπέιν. «Εγώ είμαι πάλι, σε θέλει ο επιθεωρητής Ρέμπους».

«Μη μου τον δίνεις, ρώτα τον αν έψαξε το τηλέφωνο της τρίτης επαφής. Αν το κάλεσε κι αν είναι ανοιχτό».

«Λέει πως δεν είναι τηλέφωνο. Αρχίζει με τους συνηθισμένους αριθμούς αλλά τα τελευταία έξι ψηφία είναι και σύμβολα».

«Δηλαδή, θα μπορούσε να είναι και κωδικός; Κι αν θα μπορούσε, ρώτα τον, ποιο το όνομα του χρήστη;», ρωτά ο Ρέμπους ανυπόμονα όση ώρα η Σιβόν μεταφέρει τα λεγόμενά του.

«Σε άκουσε, λέει ο Μπέιν. Ναι, θα μπορούσε. Σε όνομα δεν έχει καταλήξει, δεν έχει βρει κάτι».

«Πες του ότι έχει βρει, απλά δεν το είδε», καταλήγει ο Ρέμπους ενθουσιασμένος από την απάντηση του Μπέιν. «Να ξαναδεί, πες του, το όνομα της επαφής και να μας πει τι του θυμίζει».

«Τον Θεό των Σκανδιναβών, τον Θωρ», μεταφέρει η Σιβόν.

«Για να τελειώνουμε. Το έχει περασμένο ως ToDoThOrR, δες το. Θα ήταν Θωρ, αλλά είναι τρεις λέξεις. Να τις ξεχωρίσει πες του και να αρχίσει να ψάχνει στο darkNET[[1]]. Είναι και υπολογιστάκιας και δεν πήγε το μυαλό του στο Tor[[2]]. To-Do-TOR είναι, τα υπόλοιπα άσχετα. Αυτό το όνομα του λογαριασμού με κωδικό τα έξι ψηφία».

«Τα ψάχνει και μας παίρνει», λέει η Σιβόν και κλείνει το ακουστικό. «Τώρα;»

«Τώρα κρατάμε τον μικρό και περιμένουμε».

 

Πέρασαν δύο ώρες και ο Ρέμπους τριγυρνά από γραφείο σε γραφείο. Δε μιλά σε κανέναν. Περνά συχνά από το ανακριτικό δωμάτιο και παρακολουθεί κυρίως τους μορφασμούς του μικρού. Είναι ακόμη φτιαγμένος και με δυσκολία αντιλαμβάνεται τις ερωτήσεις.

«Ρέμπους, έλα. Ο Μπέιν μας έστειλε κι άλλα φαξ», φωνάζει η Σιβόν. «Εντόπισε το προσωπικό της blog, ημερολόγιο χρόνων. Προσπέρασε γρήγορα τα περισσότερα, αλλά επικεντρώθηκε στις δύο τελευταίες αναρτήσεις. Χρησιμοποιήθηκε IP[[3]] που παρακολουθούν από τα κεντρικά και ΙΜΕΙ[[4]] του ιδίου».

Την ώρα που έμπαινε στο γραφείο της ο Ρέμπους, ο Μάλκολμ έβγαινε από το δωμάτιο και κατευθυνόταν κι αυτός στης Σιβόν.

«Ο μικρός μάς έδωσε ένα όνομα. Ντέιβιντ Νταρκ, με το δεύτερο να είναι παρατσούκλι. Σε ανύποπτη στιγμή τον είχε αναφέρει η κοπέλα. Δεν ξεστόμισε τίποτα άλλο», σχολιάζει ο Μάλκολμ και κάθεται ν’ ακούσει τα υπόλοιπα.

«Στην τελευταία ανάρτηση η Τζόι Κάλαχαν αφήνει υπόνοιες αυτοκτονίας. Στην προτελευταία έγραψε για την επιθυμία της να εξαφανιστεί. Κι οι δύο σε ύφος διαφορετικό απ’ όλα τα υπόλοιπα κείμενα και από IP που ανήκει σε γνωστό μαστροπό στης Ασφάλειας. Το τελευταίο μάς δίνει στίγμα λίγο έξω από το Εδιμβούργο, εντόπισε το IMEI της συσκευής ο Μπέιν», ξεκινά η Σιβόν βιαστικά. «Τον παρακολουθούν καιρό τώρα, τον Ντέιβιντ Νταρκ», συμπληρώνει.

«Κρατώ τον μικρό ακόμη λίγο να ξεσουρώσει και τον αφήνω. Δώσε σήμα να μας φέρουν το παλικάρι. Στείλε και μία μονάδα στο στίγμα, αν είμαστε τυχεροί θα βρούμε την Τζόι», ολοκληρώνει ο Μάλκολμ και σηκώνεται να φτιάξει καφέ. «Ενημερώνω και σας ακολουθώ».

 

Μέρα τρίτη, Παρασκευή μεσημέρι

«Θα σου πω εγώ τι γνωρίζω για εσένα και εσύ, που ξέρω ότι δε σου αρέσουν τα λάθη, θα με διορθώνεις και θα με συμπληρώνεις», συνεχίζει ο Ρέμπους χαμογελώντας αυτάρεσκα.  «Τελείωσε το πανηγύρι».

Καθισμένος σταυροπόδι, κρατά με το ένα χέρι το φάκελό της υπόθεσης κλειστό. Δε θέλει να δείξει ακόμη τις φωτογραφίες, ούτε και τα φαξ του Μπέιν που στοιχειοθετούν το αδίκημα.

«Δεν έχω κάτι να πω», αποκρίνεται ο Ντέιβιντ Νταρκ.

«Σου επαναλαμβάνω, λοιπόν, μήπως και δεν το άκουσες την πρώτη φορά. Τελείωσε το πανηγύρι».

«Δεν καταλαβαίνω».

«Λοιπόν, τα πράγματα είναι απλά. Βρήκαμε την Τζόι, σε κακό χάλι. Αφυδατωμένη και αδυνατεί να μιλήσει. Την έχουν ήδη στο νοσοκομείο. Σημαδεμένη από τα δεσίματα και το ξύλο που της έχεις ρίξει. Θέλησες να την βγάλεις στο κλαρί και την πότιζες ηρωίνη. Ατίθαση όπως είναι από μικρή, σκέφτηκες να το εκμεταλλευτείς. Αλλά, η Τζόι δεν ήταν για τα μούτρα σου και αντιστάθηκε. Έτσι, αποφάσισες να την αυτοκτονήσεις χρησιμοποιώντας το blog της. Σε εντοπίσαμε, όμως, λόγω της βιασύνης σου να αναρτήσεις το τελευταίο κείμενο από το σημείο που την παράτησες». 

 

________

[1] Το darkNET είναι ένα δίκτυο που χρησιμοποιείται συχνά για παράνομη και εγκληματική δραστηριότητα.

[2Το Tor είναι ελεύθερο λογισμικό για να καταστεί δυνατή ανώνυμη επικοινωνία.

[3] Η  IP είναι ένας μοναδικός αριθμός που χρησιμοποιείται από συσκευές για τη μεταξύ τους αναγνώριση και συνεννόηση σε ένα δίκτυο υπολογιστών. Κάθε συσκευή πρέπει να έχει τη δική της μοναδική.

[4] Το IMEI είναι ένας αριθμός, συνήθως μοναδικός, για να προσδιορίσει  τα  κινητά τηλέφωνα.

 

(σημείωση: το παρόν αστυνομικό διήγημα βασίζεται στον κεντρικό ήρωα του Σκωτσέζου συγγραφέα Ίαν Ράνκιν και αποτελεί ξεχωριστό κομμάτι, πέραν του Ίαν Ράνκιν)

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Βασίλειος Μαντικός

Γεννήθηκε ως άλλος φόρος «Ρωμαϊκός» -κι ανδρώθηκε- στο νησί του Ήλιου, μιαν αρχή της Ινδίκτου. Ζει και εργάζεται στη γενέτειρά του. Σπούδασε και σπουδάχτηκε στη Μεγαλόνησο. Με θέα το Αιγαίο και παρέα μια ρακή σταμάτησε να ελπίζει, να φοβάται και πρωτοένιωσε τη «λεφτεριά» φερόμενος ως Πολιτικός Μηχανικός.

Υποβολή σχολίου

Υποβολή συμμετοχής!

Εγγραφείτε στο newsletter

Αρχείο

Είσοδος