Γκασέλα του απελπισμένου έρωτα

Γκασέλα του απελπισμένου έρωτα

Γκασέλα του απελπισμένου έρωτα

(Gacela del amor desperado)

Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα

Η νύχτα αρνιέται να’ ρθει

Για να μην έρθεις εσύ

Και μήτε εγώ να μπορέσω να πάω.

 

Όμως εγώ θα πάω.

Κι ας τρώει το μηνύγγι μου ένας ήλιος από σκορπιούς.

 

Όμως κι εσύ θα’ ρθεις

Με τη γλώσσα σου καμένη από την αλμυρή βροχή.

 

Η μέρα αρνιέται να’ ρθει

Για να μην έρθεις εσύ

Κι μήτε εγώ να μπορέσω να πάω.

 

Όμως εγώ θα πάω

Παρατώντας στα βατράχια το τσακισμένο μου γαρύφαλλο.

 

Όμως κι εσύ θα’ ρθεις

Ανάμεσα από τα θολά του σκοταδιού λαγούμια.

 

Η νύχτα κι η μέρα δε θέλουν να’ ρθουν

Για να πεθάνω εγώ για σένα

Κι εσύ να πεθάνεις για μένα.

(Μετάφραση: Τ. Βαρβιτσιώτη, πηγή: Federico Garcia Lorca, ποιήματα, δίγλωσση έκδοση, εκδ. ΚΟΡΟΝΤΖΗ, 2006)

 

Φεδερίκο ντελ Σαγράδο Κοραθόν ντε Χέσους Γκαρθία Λόρκα. Η ιστορία και το μέγεθος των έργων του είναι τόσο μεγάλα, όσο και το όνομά του.  Γεννημένος στις 5 Ιουνίου του 1898 σε ένα μικρό χωριό στην ευρύτερη περιοχή της Γρανάδας, ο Λόρκα ακολούθησε από πολύ μικρός τον δρόμο της μόρφωσης και της δια βίου εκπαίδευσης.  Σπούδασε μεταξύ άλλων δίκαιο και φιλοσοφία ενώ παράλληλα ασχολήθηκε με την μουσική και με πολλές άλλες τέχνες.

Τα πρώτα του ποιήματα τα έγραψε μόλις τον χειμώνα του 1916-17 και το πρώτο του θεατρικό έργο με τίτλο «Η βασκανία της πεταλούδας»  ανέβηκε τον Μάρτιο του 1920 χωρίς όμως επιτυχία. Πράγματι, ο συγγραφέας του γνωστού σε όλους μας «Ματωμένου Γάμου» γνώρισε καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του πάμπολλες αποτυχίες, χωρίς ωστόσο αυτό να τον εμποδίσει να αφήσει κάτω την πένα του. Απέδειξε σε κάθε θαυμαστή αλλά και αντίπαλο της γενιάς του πως αυτό που αξίζει είναι η προσπάθεια και ο αγώνας για την δημιουργία και όχι ο τίτλος του «πετυχημένου έργου».

Ο Λόρκα κατάφερε να συνάψει φιλικές σχέσεις με μερικούς από τους σπουδαιότερους καλλιτέχνες και διανοούμενους της εποχής του, οι οποίοι και συχνά τον βοήθησαν στην δημιουργία και στην προώθηση των δικών του θεατρικών έργων τόσο στην Ισπανία όσο και στο εξωτερικό.

Ο σπουδαίος αυτός συγγραφέας βεβαίως, έχει κερδίσει επάξια και τον τίτλο του ποιητή, καθώς  έγραψε και εξέδωσε πολλές ποιητικές συλλογές με πολυάριθμα αξιόλογα ποιήματα που μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες και αναγνωρίζονται μέχρι και σήμερα. Ο τρόπος γραφής του Λόρκα είναι-θα λέγαμε- χαρακτηριστικός: το νόημα του αποδίδεται κυρίως μέσα από εικόνες και στοιχεία της φύσης (π.χ. πεταλούδες, λουλούδια, πουλιά), χωρίς ωστόσο να γίνεται ποτέ ξεκάθαρο. Αυτό είναι άλλωστε που κάνει αρκετά δυσνόητη την ποίηση του Λόρκα και την ουσία που βρίσκεται πίσω από αυτήν.

Όπως και να’ χει γίνεται εύκολα αντιληπτό από έναν μέσο αναγνώστη πως η τόση χρήση των «ρομαντικών» στοιχείων της φύσης αντικατοπτρίζει έναν μεγάλο έρωτα. Και ναι, ο Λόρκα είναι κατεξοχήν ένας ερωτικός ποιητής,  ο οποίος όμως διστάζει να υμνήσει τον έρωτα χρησιμοποιώντας κοινά, ανθρώπινα υλικά, φοβούμενος να  φανερώσει την ομοφυλοφιλία του, εξαιτίας της  οποίας υπέφερε από την κοινωνική κατακραυγή και μετέπειτα, από χρόνια κατάθλιψη.

Το παρατιθέμενο ποίημα φέρει τον τίτλο «Γκασέλα του απελπισμένου έρωτα»  (η λέξη Γκασέλα, στα ισπανικά Gacela, είναι ένα ποιητικό είδος των μαυριτανών, όπως λέμε π.χ. σονέτο, μπαλάντα κτλ. , το οποίο ουσιαστικά δανείστηκε ο ποιητής, για να τονίσει την αραβική, ανατολίτικη επιρροή των νέων του εμπνεύσεων). Ήδη από το ξεκίνημα του έργου,  ο ποιητής εκφράζει το κύριο συναίσθημά του που δεν είναι άλλο από την απελπισία που μπορεί να επιφέρει ένας έρωτας.

Πρόκειται, λοιπόν, για έναν «ύμνο» σε έναν έρωτα που όμως δεν είναι φορτισμένος με τα έντονα θετικά συναισθήματα, όπως αυτά έχουν συνηθίσει να παρουσιάζονται από άλλους ποιητές της εποχής του.  Η απαισιοδοξία είναι διάχυτη ήδη από τον τίτλο του έργου και διατηρείται μέχρι και τον τελευταίο του στίχο. Παρ’ όλα αυτά το ποίημα χαρακτηρίζεται για την μουσικότητα και την επιβλητικότητά του ενώ το δραματικό στοιχείο δεν υπερβαίνει τα όρια και δεν τείνει σε καμία περίπτωση να αγγίξει την υπερβολή.

Το έργο αποτελείται συνολικά από 17 στίχους και νοηματικά θα μπορούσε να χωριστεί σε τρεις θεματικές ενότητες. Η αυστηρή δομή και η επανάληψη είναι και σε αυτό το ποίημα ένα από τα αγαπημένα μοτίβα του ποιητή ενώ δίνεται η εντύπωση στον αναγνώστη πως η κάθε λέξη είναι τοποθετημένη στο σημείο της για κάποιον συγκεκριμένο λόγο.

«Η νύχτα αρνιέται να’ ρθει

Για να μην έρθεις εσύ

Και μήτε εγώ να μπορέσω να πάω.

                               

Όμως εγώ θα πάω.

Κι ας τρώει το μηνύγγι μου ένας ήλιος από σκορπιούς.

 

Όμως κι εσύ θα’ ρθεις

Με τη γλώσσα σου καμένη από την αλμυρή βροχή.»

Όπως ήδη έχει τονιστεί, η φύση έχει πρωτεύων ρόλο στο ευρύτερο έργο του Λόρκα. Έτσι, γίνεται σε αυτό το σημείο λόγος, για τη νύχτα, η οποία αρνιέται να έρθει για να μην βρεθεί ο ομιλητής με την αγαπημένη του. Ένα «εσύ», λοιπόν φανερώνεται από την αρχή μαζί με μια έντονη αντίθεση των «θέλω» της φύσης και του ανθρώπου.

Η νύχτα προσωποποιείται και μοιάζει να έχει την δυνατότητα να αρνηθεί την έλευσή της ακριβώς για να μην μπορέσει το ζευγάρι να βρεθεί. Η απάντηση στην συμπεριφορά της νύχτας όμως είναι πως «εγώ θα πάω… κι εσύ θα’ ρθεις». Ο αφηγητής και η αγαπημένη του φαίνονται σίγουροι για το τι θα επακολουθήσει και δεν δείχνουν να ενδιαφέρονται για τις δυσκολίες που θα αντιμετωπίσουν. Το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι η συνάντηση, πράγμα που φαίνεται από τον «κοφτό» και γεμάτο βεβαιότητα στίχο και την χρήση των σημείων στίξης (και συγκεκριμένα της τελείας).

Η νύχτα, στοιχείο που γενικότερα στην λογοτεχνία και την ποίηση αναπαριστά τον φόβο, τον κίνδυνο και την άγνοια, στο συγκεκριμένο ποίημα έχει και τον ρόλο του εμποδίου, του «εχθρού», που δεν επιτρέπει στον άνθρωπο την πραγματοποίηση του στόχου του.

«Η μέρα αρνιέται να’ ρθει

Για να μην έρθεις εσύ

Κι μήτε εγώ να μπορέσω να πάω.

 

Όμως εγώ θα πάω

Παρατώντας στα βατράχια το τσακισμένο μου γαρύφαλλο.

 

Όμως κι εσύ θα’ ρθεις

Ανάμεσα από τα θολά του σκοταδιού λαγούμια.»

Και ενώ ο αναγνώστης περιμένει την μέρα να δώσει λύση στα προβλήματα που δημιούργησε η νύχτα στον αφηγητή και στην αγαπημένη του, βλέπουμε πως ούτε αυτή είναι πρόθυμη να βοηθήσει.

Η μέρα «αρνιέται να’ ρθει» και ο αφηγητής με την αγαπημένη του φαίνονται για ακόμη μια φορά αποφασισμένοι να συναντηθούν παρ’όλα τα προβλήματα, τον φόβο και την ψυχική εξάντληση.

Το φυσικό στοιχείο ξετυλίγεται και γύρω από την λέξη «μέρα», τονίζοντας για ακόμη μια φορά την σύμπραξη φύσης-χρόνου με μοναδικό σκοπό την απομάκρυνση των δύο αγαπημένων προσώπων.

Αυτή ακριβώς η σύμπραξη όλων των στοιχείων γίνεται εντελώς ξεκάθαρη από την τελευταία θεματική ενότητα του ποιήματος, η οποία και θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως «συνόψιση» του όλου έργου, δίνοντας παράλληλα και τη πιο τραγική νότα του, μέσω των τελευταίων του στίχων.

«Η νύχτα κι η μέρα δε θέλουν να’ ρθουν

Για να πεθάνω εγώ για σένα

Κι εσύ να πεθάνεις για μένα.»

Για ποιον λόγο, λοιπόν, αρνείται το μερόνυχτο να εμφανιστεί; Για ποιον λόγο δεν θέλει το κάτι το τόσο ανώτερο, την ένωση των δύο αυτών ανθρώπων; Η απάντηση έρχεται από τον ποιητή, ο οποίος ουσιαστικά καταδικάζει τους δύο αυτούς πυλώνες του ποιήματος και της ζωής. Η νύχτα και η μέρα φαίνονται να επιδιώκουν τον θάνατο των δύο ερωτευμένων πρωταγωνιστών. Πρόκειται για έναν μεταφορικό θάνατο, για τον οποίο έχουν κάνει λόγο πολλοί ποιητές διάφορων εποχών που υμνούν με τους στίχους τους τον έρωτα.

Και πράγματι ο έρωτας με τον θάνατο είναι δύο έννοιες πολύ στενά συνδεδεμένες, τόσο μεταφορικά όσο και κυριολεκτικά, εάν αναλογιστεί κανείς τα εγκλήματα που έχουν καταγραφεί κατά καιρούς στο όνομα του έρωτα και της αγάπης. Αυτό ωστόσο που προσδίδει μια ιδιαίτερη τραγικότητα στην αναφορά του θανάτου στο συγκεκριμένο ποίημα, είναι η όλη στάση της φύσης.

Ενώ ο άνθρωπος αποζητά στο «πρόσωπο» της φύσης τον έναν και μοναδικό, πανίσχυρο σύμμαχο, βλέπουμε πως σε αυτήν την περίπτωση αυτή στέκεται εμπόδιο. Το γιατί σαφώς και πηγάζει από την ψυχή του ομιλητή, ο οποίος και λόγω της απελπισίας του, βλέπει παντού τριγύρω του τον εχθρό.

Από το ποίημα δεν καταλαβαίνει εύκολα κανείς, εάν πρόκειται για πλατωνικό ή ανεκπλήρωτο έρωτα. Αυτό που ουσιαστικά φαίνεται να έχει ουσία από το ποίημα, είναι και αυτό που τονίζει ο τίτλος: η απελπισία και μαζί όλες οι αρνητικές πτυχές που μπορούν να προκληθούν από τον έρωτα. Οι δύο πρωταγωνιστές, με δύναμη την θέληση προσπαθούν συνεχώς να συναντηθούν, μη λογαριάζοντας τα εμπόδια, όσα κι αν είναι αυτά. Το τι συμβαίνει στο τέλος, άγνωστο.

Η ποίηση του Λόρκα είναι τόσο ιδιαίτερη και αμφίσημη που επιδέχεται πολλές αναλύσεις και από πολλές οπτικές γωνίες. Τα χαρακτηριστικά της είναι ευδιάκριτα σε κάθε έργο ξεχωριστά και τα νοήματά της διαφέρουν από έργο σε έργο, παρ’ όλο που παρουσιάζουν μεταξύ τους πολλές ομοιότητες.

Το συγκεκριμένο ποίημα, που έχει αποδοθεί εξαιρετικά στην ελληνική γλώσσα από τον Τ. Βαρβιτσιώτη, αποτελεί ένα από τα συναισθηματικότερα έργα του Λόρκα που όμως δεν είναι τόσο γνωστό στο ευρύτερο αναγνωστικό κοινό και που αποδίδει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα αισθήματα της απόγνωσης και της απελπισίας, που σαφώς και συνδέονται με το πανίσχυρο αίσθημα του έρωτα.

 

_

γράφει η Άντια Αδαμίδου

 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Υποβολή συμμετοχής!

Εγγραφείτε στο newsletter

Αρχείο

Είσοδος