Δώδεκα ευρώ και τέσσερα λεπτά

Δώδεκα ευρώ και τέσσερα λεπτά

Περίμενε τη σειρά της στο ταμείο του σούπερ μάρκετ. Τρία άτομα ήταν μπροστά της, μα όλοι τους είχαν δυο πράγματα μόνο, δεν θα αργούσαν. Κοίταξε το καλάθι της. Δυο πράγματα είχε κι εκείνη. Είχαν φύγει οι μέρες που ψώνιζε περισσότερα.
Όχι πως ήταν ποτέ σπάταλη. Απλώς δεν υπολόγιζε τόσο και το τελευταίο λεπτό. Προερχόταν από εργατική οικογένεια, ο πατέρας της δούλευε στην οικοδομή και η μάνα της στο εργοστάσιο. Πόσες θυσίες είχαν κάνει για να τα βγάλουν πέρα! Κι όμως, κατάφεραν και την σπούδασαν, κι εκείνη και την αδερφή της. Και διορίστηκε δασκάλα στο σχολείο κι έπαιρνε τον μισθό της και ζούσε με άνεση. Όχι πλούσια, αλλά με άνεση.
Ήταν είκοσι πέντε χρονών όταν γνώρισε τον Παύλο. Ερωτεύτηκαν αμέσως. Λίγο καιρό αργότερα παντρεύτηκαν και νοίκιασαν ένα μικρό τριάρι στο κέντρο. Ο Παύλος δούλευε ως πολιτικός μηχανικός σε μια μεγάλη εταιρεία. Είχε κι εκείνος τον μισθό του, μπορούσαν μαζί να συντηρήσουν ένα σπίτι. Πήραν την απόφαση να προσπαθήσουν για παιδιά.
Ενάμιση χρόνο μετά γεννήθηκε η Αννούλα. Δυο χρόνια μετά την Αννούλα, ο Δημητράκης. Γάλατα, πάνες, καρότσια, ρουχαλάκια. Είχε έξοδα η οικογενειακή ζωή, μα και μεγάλη χαρά. Πέφτανε για ύπνο κάθε βράδυ ευτυχισμένοι.
Μέχρι που τους έφτασε η κρίση. Αυτή η πολυσυζητημένη κρίση, για την οποία κάθε μέρα γράφανε οι εφημερίδες και ανέλυαν τα κανάλια. Και ήρθανε στη ζωή τους τα πάνω κάτω.
Ακίνητα δεν χτίζανε πια. Ο Παύλος έχασε τη δουλειά του. Οι μισθοί του δημοσίου πέσανε στο ελάχιστο, το ίδιο και ο δικός της. Και οι ανάγκες τους, οι δικές τους και των παιδιών, παρέμεναν το ίδιο ακριβές.
Ένα πέπλο στεναχώριας σκέπασε το σπίτι τους. Τα παιδιά ίσα που είχαν ξεκινήσει να πηγαίνουν στο σχολείο. Ο Παύλος, αφού έκανε κανα-δυο χρόνια υπομονή και εξαντλητικές προσπάθειες να βρει αλλού δουλειά, το έριξε στο ποτό. Κι εκείνη τον έβλεπε να παίρνει την κάτω βόλτα, μα δεν μπορούσε με κανέναν τρόπο να τον βοηθήσει. Ήξερε πως ο άντρας της δεν θα κατάφερνε να συνέλθει αν δεν έβρισκε δουλειά.
Μια μέρα που γύρισε από το σχολείο, τον βρήκε να την περιμένει. Θα έφευγε για το χωριό του, της είπε, δεν άντεχε άλλο σ’ αυτήν την κωλοπόλη, την “ρουφήχτρα των ονείρων”. Τι κι αν τον διαβεβαίωσε πως θα τα βγάζαν πέρα με τα λίγα, τι κι αν τον παρακάλεσε να κάνει λίγη ακόμη υπομονή για το χατίρι των παιδιών. Ήταν ανένδοτος. Έφυγε ένα παγωμένο πρωινό με το τρένο.
Έμεινε μόνη της με τα παιδιά, με το πέπλο της στεναχώριας να γίνεται όλο και πιο πυκνό μέρα με τη μέρα. Τα έξοδα συνέχιζαν να τρέχουν, με το ζόρι πλήρωνε πλέον τους λογαριασμούς. Τα λίγα αποθέματα που είχε στην τράπεζα είχαν από καιρό τελειώσει. Τα βράδια έβλεπε εφιάλτες ότι τα παιδιά της πεινούσαν κι εκείνη δεν είχε να τα ταΐσει.
Άφησε το τριάρι, γύρισε στο πατρικό της. Έβλεπε στα μάτια των δικών της τη θλίψη. Ένιωθε πως τους είχε απογοητεύσει. Και τι να έκανε; Είχαν τελειώσει οι εναλλακτικές της. Έβλεπε τη ζωή που με τόσα όνειρα είχε ξεκινήσει, να καταρρέει σαν πύργος από τραπουλόχαρτα.
Αυτός ήταν ο κόσμος. Θύμα της παγκόσμιας κρίσης και του καπιταλισμού και η δική της μικρή οικογένεια, και η δική της μικρή ευτυχία. Πόσο θα άντεχαν ακόμα;
Γύρισε απότομα στην πραγματικότητα. Είχε έρθει η σειρά της. Ακούμπησε στο ταμείο το γάλα, τα μακαρόνια και το ρύζι, το ψωμί και τις ντομάτες.
«Δώδεκα ευρώ και τέσσερα λεπτά, παρακαλώ» είπε η ταμίας.
Έβγαλε το πορτοφόλι της. Τέσσερα λεπτά. Της φάνηκε τόσο αστείο. Τέσσερα λεπτά. Τα δικά της τέσσερα λεπτά, που μέχρι και αυτά θεωρούσε σημαντικά, θα έκαναν την πολυεθνική να ευδοκιμήσει. Τέσσερα λεπτά. Τα έδωσε στην ταμία. Στο δρόμο για το σπίτι γελούσε μόνη της. Είχε πολύ καιρό να γελάσει έτσι.

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Ελένη - Χριστίνα Γκαμπούρα

Φοιτήτρια, ανερχόμενη οικονομολόγος και «πτυχιούχος» αναγνώστρια. Διαβάζει, γράφει και ξαναδιαβάζει. Υποστηρίζει ότι ο κόσμος των βιβλίων είναι πολύ πιο όμορφος από τον πραγματικό και συνήθως κατοικεί εκεί. Όσο ζει θα διαβάζει κι όταν πεθάνει θέλει να (ξανα)γίνει αστερόσκονη.

9 Σχόλια

  1. Άννα Ρουμελιώτη

    Δυνατό, ρεαλιστικό κείμενο!Μακάρι η ηρωιδα σας να μπορούσε να ακολουθήσει τον Παύλο μακριά από τη ρουφήχτρα των ονείρων….μακάρι!

    Απάντηση
    • Ελένη - Χριστίνα Γκαμπούρα

      Σας ευχαριστώ! Είναι δύσκολο μερικές φορές να φύγεις…

      Απάντηση
  2. Μάχη Τζουγανάκη

    Ιστορία δυνατή βγαλμένη απο πολλά σπίτια γύρω μας. Αννα μου ο Παύλος δεν ζήτησε στην ηρωίδα να έρθει μαζί του…άφησε μάνα παιδιά και έφυγε..εκτός αν κάνω λάθος. Ελένη μου…με συγκίνησες.

    Απάντηση
    • Ελένη - Χριστίνα Γκαμπούρα

      Ευχαριστώ πολύ Μάχη!!

      Απάντηση
  3. Βάσω Καρλή

    Δυστυχώς η κατάσταση πολλών συνανθρώπων μας είναι έτσι ακριβώς. Και όπως συνήθως ποιος θα μείνει πίσω στα δύσκολα … η μάνα. Ευτυχώς που βρίσκει στο τέλος το κουράγιο και γελάει. Πάρα πολύ όμορφα δοσμένη η ιστορία σου.

    Απάντηση
    • Ελένη - Χριστίνα Γκαμπούρα

      Ευχαριστώ πολύ!

      Απάντηση
  4. sofia25164

    Το θέμα σου πονάει Ελένη μου…πονάει και αγγίζει!!!!!! Στα δύσκολα όμως φαίνονται οι άνθρωποι… τα δύσκολα μας μαθαίνουν πως να στεκόμαστε όρθιοι και ενωμένοι!!!!!! Όμορφη πολύ η μοιρασιά σου την καλημέρα μου!!!!!!!!!

    Απάντηση
    • Ελένη - Χριστίνα Γκαμπούρα

      Καλημέρα και ευχαριστώ πολύ!!

      Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Υποβολή συμμετοχής!

Εγγραφείτε στο newsletter

Αρχείο

Είσοδος