Δώδεκα ώρες

Δώδεκα ώρες

whiskey_drink

Ήταν μόνη της εκείνο το βράδυ. Λάθος. Κάθε βράδυ ήταν μόνη της. Απλώς εκείνο το συγκεκριμένο βράδυ, το ένιωθε λίγο παραπάνω. Το καταλάβαινε, λες, στα κόκκαλά της. Και τίποτα δεν την βοηθούσε να το ξεχάσει. Τα πάντα γύρω της της το θύμιζαν, της φώναζαν τη μοναξιά της. Ήξερε τον λόγο. Ήταν η επέτειος.
Είκοσι χρόνια. Είκοσι ολόκληρα χρόνια είχαν περάσει από εκείνο το μοιραίο βράδυ. Κι όμως, όλα μέσα της ήταν τόσο καθαρά, σαν τα γεγονότα να είχαν συμβεί μόλις χθες, σαν ο χρόνος να είχε αφήσει ανέπαφα το μυαλό και τη μνήμη της. Έκλεινε τα μάτια της και, να! Τον έβλεπε μπροστά της. Τα μεγάλα μαύρα μάτια του ήταν εκεί και την κοιτούσαν. Σχεδόν μπορούσε να νιώσει την παρουσία του δίπλα της, να ακούσει την ανάσα του. Η ανάμνησή του πάντα της προκαλούσε παραισθήσεις.
Έξι και μισή το απόγευμα ήταν όταν ξεκίνησε να πίνει. Μαζεύτηκε σε μια άκρη του καναπέ, με το μπουκάλι του Jim Beam στην αγκαλιά της. Στο πάτωμα, πεταμένο, ένα πακέτο τσιγάρα. Η ίδια μάρκα που κάπνιζε κι εκείνος. Δίπλα της, το στερεοφωνικό. Με μια παλιά, χιλιοπαιγμένη κασέτα κι ένα συγκεκριμένο τραγούδι στο repeat. Ήταν το τραγούδι τους.
Τραγουδούσε, πότε σιγανά και πότε δυνατά, βράχνιαζε, πνιγόταν, έβηχε, έπινε, ξανατραγουδούσε, κάπνιζε και ξανά απ’ την αρχή. Νόμιζε πως έτσι θα έδιωχνε τον πόνο. Το έκανε κάθε χρόνο και, όντως, ο πόνος έφευγε για λίγο. Μα σε κάθε επέτειο ερχόταν ξανά, το ίδιο δυνατός και το ίδιο επίμονος. Της έτρωγε λίγο λίγο την ψυχή, όπως το σαράκι που τρώει το ξύλο. Είκοσι χρόνια μετά κι ακόμα πονούσε. Ήθελε να ’ξερε πόση ψυχή είχε ακόμη για να ταΐζει το σαράκι της.
Τα μάτια της έσταζαν δάκρυα. Στέγνωναν πού και πού για λίγο, καθώς το μπερδεμένο από το αλκοόλ μυαλό της περιπλανιώταν σε περίεργα σοκάκια και έφευγε για λίγο από τη σκέψη εκείνου. Μετά ξαναθυμόταν. Και ξαναέκλαιγε.
Συνειδητοποιούσε τώρα πως δεν ήταν μόνο ο πόνος που την έφερνε κάθε χρόνο σ’ αυτό το χάλι. Ήταν και οι τύψεις. Ναι, οι τύψεις. Ποτέ δεν είχε συγχωρήσει πραγματικά τον εαυτό της, όσο κι αν της λέγανε ότι δεν φταίει. Έφταιγε. Έφταιγε που του γκρίνιαζε. Έφταιγε που τον προκαλούσε να μαλώσουν, ενώ θα μπορούσε να του πει πως τον αγαπάει. Έφταιγε που εκείνο το βράδυ του είπε πως την είχε κουράσει και τον έκανε να φύγει μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα, οδηγώντας σαν τρελός. Θα μπορούσε να είχε αφήσει στην άκρη τον εγωισμό της. Θα μπορούσε να του πει πως δεν χρειαζόταν να φύγει. Θα μπορούσε να του είχε πει πως τον αγαπάει.
Νέο κύμα δακρύων την κατέκλυσε καθώς τα σκεφτόταν όλα αυτά. Πόσα πράγματα μετάνιωνε τώρα! Πόσα πράγματα θα μπορούσε να είχε κάνει διαφορετικά! Πόσα πράγματα θα ήταν τώρα αλλιώς…
Δεν είχε ούτε μια φωτογραφία του. Αλλά και να είχε, δεν θα άντεχε να την κοιτάξει. Δεν θα άντεχε να δει τα μάτια του, έστω και στο χαρτί. Εκείνα τα μάτια, που είχε τόσο αγαπήσει. Δεν είχε ξαναβρεί παρόμοια. Ούτε ήθελε να ξαναβρεί. Δεν ήθελε κανέναν άλλον δίπλα της. Εκείνος είχε φύγει και είχε πάρει μαζί και την ψυχή της.
Μερικές φορές σκεφτόταν πως όλα αυτά δεν είχαν συμβεί. Σκεφτόταν πως ήταν ακόμη εκεί, δίπλα της, πως ήταν ακόμη μαζί. Σχεδόν μπορούσε να τον δει. Είχε μεγαλώσει λίγο, αλλά του πήγαιναν οι λίγες γκρίζες τρίχες και οι μικροσκοπικές ρυτίδες. Ξάπλωνε δίπλα της στο κρεβάτι και κάπνιζε, έτρωγαν τα βράδια μαζί, κάθονταν αγκαλιά και άκουγαν το παλιό τραγούδι τους. Σχεδόν μπορούσε να τον δει.
Ήταν στα όρια της σχιζοφρένειας. Το καταλάβαινε. Ίσως να χρειαζόταν γιατρό. Ίσως να χρειαζόταν φάρμακα. Δεν θα πήγαινε ποτέ όμως. Γιατί έτσι θα έχανε όσες φαντασιώσεις είχε μαζί του, θα έχανε τις παραισθήσεις της. Είχε χάσει εκείνον, δεν θα άντεχε να χάσει κι αυτές. Τις είχε ανάγκη για να συνεχίσει να ζει.
Το μπουκάλι είχε σχεδόν αδειάσει. Το τασάκι ήταν γεμάτο και το πακέτο των τσιγάρων τσαλακωμένο και πεταμένο σε μια γωνιά. Η κασέτα συνέχιζε να παίζει το τραγούδι τους. Τα μάτια της έκλειναν. Κοίταξε το ρολόι στον τοίχο. Έξι και μισή. Δώδεκα ώρες. Δώδεκα ώρες στην ίδια θέση. Δώδεκα ώρες ποτού, τσιγάρου, τραγουδιού και πόνου. Δώδεκα ώρες ανάμνησης. Δώδεκα ώρες φόρου τιμής στον μοναδικό και παντοτινό, χαμένο έρωτά της.
Χωρίς να σηκωθεί, έγειρε το κεφάλι της και έκλεισε τα μάτια της. Ήταν εξαντλημένη. Ο ύπνος ήρθε σχεδόν αμέσως. Είδε ένα και μοναδικό όνειρο: τα μεγάλα μαύρα μάτια του.

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Ελένη - Χριστίνα Γκαμπούρα

Φοιτήτρια, ανερχόμενη οικονομολόγος και «πτυχιούχος» αναγνώστρια. Διαβάζει, γράφει και ξαναδιαβάζει. Υποστηρίζει ότι ο κόσμος των βιβλίων είναι πολύ πιο όμορφος από τον πραγματικό και συνήθως κατοικεί εκεί. Όσο ζει θα διαβάζει κι όταν πεθάνει θέλει να (ξανα)γίνει αστερόσκονη.

Υποβολή σχολίου

Υποβολή συμμετοχής!

Εγγραφείτε στο newsletter

Αρχείο

Είσοδος