Η άσπρη τρίχα

Η άσπρη τρίχα

elevator

Μια θλιβερή βουβαμάρα αντηχούσε στους τοίχους, στο στρώμα ακόμα και στα σεντόνια του δωματίου, ξημερώματα Πέμπτης. Ακόμα και το ξυπνητήρι της, τραγικό απόκτημα μιας ζωής που την ανάγκαζε να ζει, δεν μπόρεσε να τη σπάσει. Η γυναίκα σηκώθηκε βαριά, μηχανικά. Μηχανικά την οδήγησαν και τα πόδια της στο κατάλευκο μπάνιο. Και τότε την είδε. Ήταν εκεί. Στον ακατάστατο χείμαρρο που αποκαλούσε κεφάλι, ξεπήδησε. Και μάλιστα απρόσκλητη. Δεν μπορούσε να δεχτεί μια τέτοια επίσκεψη για κανέναν λόγο. Στεκόμενη μπροστά από τον πρωινό καθρέφτη, με σχισμές ακόμη για μάτια, αναρωτιόταν αν ταίριαζε να κάνει πως είναι ανύπαρκτη ή να πάρει τη βαθύτερη ανάσα της ζωής της και να παραδεχτεί πως μεγάλωσε.

Η πρώτη της άσπρη τρίχα. Εκείνης της ημέρας. Είχε εντοπίσει τόσες μέχρι τώρα, αλλά κάθε φορά έκανε τη σοκαρισμένη με την ανακάλυψη της, όμοια με παιδί που έχει κρυφακούσει το χριστουγεννιάτικο δώρο. Ακόμη και χωρίς θεατές, αποφάσισε να παίζει αυτό το θέατρο του «δε μεγαλώνω», προσδίδοντας στο εαυτό της ιδιότητες νεραϊδόσκονης. Έψαξε ξύνοντας το κεφάλι της για να σιγουρευτεί. Ανεβοκατέβασε τα μάτια, κόβοντας ένα αξιοπρεπές χασμουρητό στη μέση και γαντζώθηκε σχεδόν στη γυαλιστερή επιφάνεια. Η κίνηση ήταν ακαριαία. Το δάχτυλό της τυλίχτηκε όμοιο με αιμοβόρο φίδι γύρω από το ανεπιθύμητο ζιζάνιο και τραβήχτηκε με ορμή προς τα πάνω. Αυτό ήταν. Το χασμουρητό ολοκληρώθηκε και η παρουσία της δεν καταγράφηκε ποτέ.

Περπάτησε ξυπόλυτη στο μωσαϊκό σε μια διαδρομή σμιλεμένη σχεδόν από την καθημερινότητα. Κρεβάτι, καφετιέρα. «Ζάχαρη;» αναρωτήθηκε. «Δε βαριέσαι, από Τρίτη» σκέφτηκε, τις Δευτέρες τις είχε εξαντλήσει από καιρό και πρόσθεσε τρεις γενναιόδωρες κουταλιές στο φλιτζάνι της. Κοιτώντας έξω από το παράθυρο την πόλη που ξυπνούσε, μια σκέψη είπε να φωνάξει κάτι, αλλά την έπνιξε. «Ως πότε θα παίζει αυτό το έργο;»

Βαριεστημένα κύλησε πίσω στην ίδια διαδρομή στο υπνοδωμάτιο, τινάχτηκε όμως αστραπιαία προς τα αριστερά, στον καθρέφτη του δωματίου. Είχε, βλέπεις, το κακό συνήθειο να χαμουρεύεται με κάθε αντανάκλαση του εαυτού της. Έστεκαν τέσσερις. Όχι μία, ούτε δύο, ούτε τρεις. Τέσσερις γυαλιστερές άσπρες τρίχες κοσμούσαν το μπροστινό μέρος της κεφαλής της, απροκάλυπτα. Θύμωσε. Ακινητοποίησε και ξερίζωσε ανελέητα και τις τέσσερις τη μία μετά την άλλη. «Τελευταία φορά», υποσχέθηκε. Ήξερε ότι αύριο θα ακολουθούσε την ίδια διαδικασία, τον τελευταίο μήνα είχε ξεριζώσει τουλάχιστον εκατό τρίχες από το κεφάλι της, ακόμα και από τα πιο απόμερα σημεία. Κοιτάχτηκε για μια ακόμη φορά στον καθρέφτη, σιάζοντας τα μαλλιά της. Για κάποιο λόγο που ούτε η ίδια δεν ήξερε, της έριξε μια φονική ματιά.

8.25. Ήταν η κατάλληλη ώρα να πάρει το ασανσέρ, το οποίο πάντα θυμόταν να έρθει στην ώρα του όταν περίμεναν άλλοι, αλλά ποτέ όταν περίμενε εκείνη. Με το χαρτοφύλακα στο χέρι και τις τακουνάρες στο πόδι αφαιρέθηκε να κοιτάει τους αριθμούς των ορόφων, που έφταναν μέχρι και το 62. Χωρίς μαθηματική προδιάθεση, το μυαλό της ξεκίνησε μηχανικά προσθέσεις αφαιρέσεις με βάση την ηλικία της. Σαράντα τέσσερα και πόσο = εξήντα δύο, 62 μείον 20 = 42, μπορούσε να λέει ότι είναι 42 και να κρύβει κάποια χρονάκια, ναι, τα σαράντα δύο είναι μια καλή ηλικία. Για μια γεροντοκόρη, πρόσθεσε μέσα της. Πολλοί όροφοι, πολλοί εργαζόμενοι, λίγοι γνωστοί. Κάποιος κύριος την καλημέρισε και εκείνη ανταποκρίθηκε το ίδιο τυπικά απέναντι του. Κατάλαβε ότι πρόσεξε κάτι πάνω της αλλά υπέθεσε ότι θα ήταν το καινούριο της φόρεμα, αγορασμένο για να προκαλεί εντυπώσεις στους μεσήλικες.

1Ος όροφος. Καραφλός κύριος. Τέταρτο δάχτυλο αριστερά κατειλημμένο. Κοίταγμα αδιάφορο στον καθρέφτη. 2ος όροφος. Δεσποινίδα ξανθή αγέρωχη, με φακέλους μέχρι απάνω. Πόσα κιλά να είμαι άραγε περισσότερα από κείνην; 3ος όροφος. Πιτσιρίκος ανεβάζει την αλληλογραφία στους από πάνω. Περιμένω την κλεφτή ματιά του. 4ος όροφος. Μπαίνουν μέσα δύο διευθυντικά στελέχη. Τυπικούρα και χαιρετισμοί. 5ος όροφος. Ξινή αλογομούρα, που το παίζει κάποια. Δε χαιρετάω καθόλου. 6ος όροφος. Κανείς δίπλα και ένα αίσθημα κενού. 7ος όροφος. Πρωινή σιωπή, βαρεμένη συνήθεια. 8ος όροφος. Ξαφνικό γύρισμα προς τον καθρέφτη και οπισθοχώρηση.

Το τριχωτό της κεφαλής της, στο πάνω μέρος είχε γεμίσει με ανελέητες άσπρες τρίχες. Άσπρες, όχι από κείνο το άγιο, το καλοσυνάτο, το γαλακτερό που σου φέρνει στο μυαλό τη νεότητα. Από το άλλο, σαν τα πλαδαρά μπράτσα των μεσήλικων κυριών, σαν σταφιδωμένο τυρί. Και τώρα, ο καθρέφτης δεν ανακλούσε μόνο το αλευρωμένο κεφάλι της, αλλά και ένα προσωπείο τρόμου. Έπιασε να ξεριζώνει τις τρίχες με μανία, τέτοια που δεν ξεχώριζε τις καλές από τα ζιζάνια, τις μαύρες από τις άσπρες, αυτά που είχε καταφέρει και αυτά που τις πρόσαψαν ότι δεν είχε: σύντροφο, παιδιά, εαυτό. Και έβγαλε από την τσάντα ένα ξυράφι.

Μέρες μετά, οι απογευματινοί είχαν πλέον εξαντλήσει το φλέγον θέμα συζήτησης, που κάποιος αναμάρτητος έδωσε τίτλο «Οι ορμόνες χτύπησαν κόκκινο». Δύο λεπτά μετά χτύπησε και το τηλεφωνάκι στη γυναίκα για παραγγελία βραδινού. Μια καθαρίστρια βρήκε την υπεύθυνη πωλήσεων του τέταρτου, κλεισμένη στο ασανσέρ, με το κεφάλι μισοξυρισμένο. Πολλοί πρωινοί μάλιστα ισχυρίστηκαν ότι η Καίτη- η καθαρίστρια- την άκουσε να λέει, μεταξύ άλλων «Στα πουλάω όσο -όσο». Χαχανητά και πικρόχολα σχόλια περί των ανωτέρων ακούγονταν από τα ανοιχτά παράθυρα του 2ου.

Πιο κάτω, στη μεγάλη λεωφόρο με τα ατελείωτα φανάρια, ένα φορτηγό περνούσε φρεσκοντυμένο με διαφημιστικό έντυπο, που διαφήμιζε κρέμες ομορφιάς. «Σημασία δεν έχει πόσα χρόνια έχει η ζωή σου, αλλά πόση ζωή έχουν τα χρόνια σου.» Ειρωνεία.

_

γράφει η Ειρήνη Γιαβάση

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Μάχη Τζουγανάκη

Από τότε που με θυμάμαι, μουντζουρώνω τα χαρτιά. Η πένα μου το εισιτήριό μου για «όπου». Στο tovivlio.net ήρθα επισκέπτρια και έγινα οικοδέσποινα. Αυτό θα πει ευτυχισμένη συνεργασία! Κάνοντας επιμέλειες κειμένων, τρέφομαι από τις ψυχές των άλλων και από το μεγαλείο της δικής τους πένας, για να φορτίζω τη δική μου. Διηγήματα και ποιήματά μου υπάρχουν στις τέσσερις πολύ επιτυχημένες μας συλλογές: «Μια εικονα…1000 λέξεις» Α&Β τόμος, στις «Τρενογραφίες» και στις "Ιστορίες μπονσάι". Κείμενά μου επίσης "κρεμαστήκαν" στους μήνες του εξαιρετικού Καλλιτεχνικού ημερολογίου της σελίδας στα έτη 2015, 2016 και 2017. Πριν από ένα χρόνο, εκδόθηκε και η πρώτη προσωπική συλλογή διηγημάτων μου «23&1 σταθμοί», για να μου επιβεβαιώσει ότι τα όνειρα μπορούν να γίνουν πραγματικότητα αρκεί να τους φερόμαστε με αγάπη. Το μέλλον κρύβει καινούριους στόχους, νέες συλλογές και ένα μυθιστόρημα που όλο μου ξεγλιστρά και όλο επιστρέφει πιο σίγουρο…

4 Σχόλια

  1. Άννα Ρουμελιώτη

    [..] Έπιασε να ξεριζώνει τις τρίχες με μανία, τέτοια που δεν ξεχώριζε τις καλές από τα ζιζάνια, τις μαύρες από τις άσπρες, αυτά που είχε καταφέρει και αυτά που τις πρόσαψαν ότι δεν είχε: σύντροφο, παιδιά, εαυτό [… ]

    Πολύ δυνατό όλο σας το κείμενο… και με την τραγική ειρωνεία της απώλειας της αληθινής ζωής από τα χρόνια μας….!!!!

    Απάντηση
    • eirini giavasi

      🙂 🙂 🙂

      Απάντηση
  2. eirini giavasi

    🙂 🙂 ευχαριστώ! (παρακαλώ όχι πληθυντικός, κοκκινίζω!)

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Υποβολή συμμετοχής!

Εγγραφείτε στο newsletter

Αρχείο

Είσοδος