Η Δράκαινα

Η Δράκαινα

mposk

Κανείς δεν ζύγωνε την καλύβα στο διάσελο.

Ούτε ζώα.

Έτσι έλεγαν.

Κακιά γριά μένει εκεί, μίζερη, στέρφα, μισητή. Τα παιδιά χόρευαν γύρω της, την κορόιδευαν και την έφτυναν. Οι μεγάλοι την απέφευγαν, μα είναι σίγουρο πως τη φοβόντουσαν όλοι.

Δράκαινα τη φωνάζανε οι μεγαλύτεροι και του Διαόλου Κόρη.

Ατημέλητα λευκά μαλλιά, ρακένδυτη και καμπούρα. Ρυτίδες χάραζαν το πρόσωπό της απ' άκρη σ' άκρη. Αποτροπιαστική με βρωμερή αναπνοή και χαλασμένα δόντια. Γέλαγε κι έχασκαν σα πολεμίστρες. Η γλώσσα της λευκή κι βδελυρή, όμοια με ερπετού. Η Δράκαινα, η Μαγίστρω, η Μουγκή, η Σιχαμένη.

Όλοι είχαν την ίδια εικόνα για δαύτη, όλοι, έξω από τα ομορφότερα παλληκάρια του τόπου. Όσα παράσερνε με γητειές στο κατόπι της και τα 'φερνε μέχρι την καλύβα μισομεθυσμένα. Εκεί η γριά χανόταν κι έδινε τη θέση της σε ένα όνειρο. Ένα όνειρο, που κανείς δε γύρισε ποτέ να μολογήσει και λένε πως κάποιοι λίγοι, που έφυγαν από το καλύβι ζωντανοί, έχασαν τα λογικά τους μια για πάντα.

Ο Γιώργης απίθωσε το πανωφόρι και το ραβδί του κατάχαμα. Έξω το κρύο σου 'σφιγγε σα μέγγενη τα κόκκαλα. Γύρναγε από φαντάρος. Η Νύχτα του Γενάρη τον βρήκε πεινασμένο και κουρασμένο από το ταξίδι. Έκατσε αποκαμωμένος στα ριζά ενός μεγάλου βράχου να πάρει δυο ανάσες, και τότε την είδε απότομα μπρος του, όμοια με στοιχειό. Τρόμαξε ο καψερός κι έκανε να πιάσει το ραβδί του, μα εκείνη με ένα άλλο πρόσωπο, γλυκό και πιότερα ανθρώπινο τον αφόπλισε, καλώντας τον μέσα στην καλύβα να ξαποστάσει μια στάλα.

Το τζάκι έκαιγε δυνατά κι η φωτιά του ‘ριξε ένα απαλό χαστούκι στο πρόσωπο. Αν είχε και κάτι να κολατσίσει σκέφτηκε, θα κοιμόταν εκεί επιτόπου. Στο τραπέζι είχε δυο κύπελλα και μια καράφα κρασί. Του 'δειξε το κύπελλο που 'τανε για κείνον κι άρχισε να πισωπατά. Το έπιασε και το κατέβασε μονομιάς. Δεν είχε ξανά πιεί τέτοιο πράμα. Αν υπάρχει Νέκταρ σκέφτηκε, τούτο δω θα 'ναι. Ολόγλυκο δροσερό κόκκινο κρασί δρόσισε σα τη βροχή το ξεραμένο λαρύγγι του και του ζέστανε με μιας την ψυχή και το σώμα.

Εκείνη, χάθηκε πίσω από ένα πρόχειρο πέρασμα και σε λίγο φάνηκε πάλι με ένα μαύρο ξύλινο δίσκο. Έφερε μια γαβάθα ζεστή σούπα, φρέσκο ψωμί ζυμωτό και μανιτάρια. Το φτωχικό της, αν και παλιό, είχε όλα τ' απαραίτητα τακτοποιημένα και παστρικά.

"Να μη σε βάνω σε κόπο Θεια" της ψέλλισε κι αν και παρατήρησε την αλλαγή στο ύψος της - γεγονός που απέδωσε στην κούραση του - μόλις εκείνη σήκωσε το πρόσωπό της, όλη η πείνα και η κακουχία του στέρεψαν μεμιάς. Κάτω από τη μάλλινη κουκούλα φάνηκε χαμογελαστό το πιο όμορφο γυναικείο πρόσωπο που ‘χε αντικρίσει στη μικρή του ζήση.

Δέρμα στιλπνό κι ολόλευκο, νέο κι αρυτίδωτο. Τα πιο κόκκινα και ζουμερά χείλη τούτου του κόσμου του χαμογελούσαν - κερασιές ανθισμένες - στην καρδιά του Χειμώνα.

Κι εκείνα τα μάτια της. Μαύρα κάρβουνα πυρωμένα. Ένα τους βλέμμα κι έφτασε να δεθεί μονάχη η καρδιά του μ' αλυσίδες βαριές κι ασήκωτες. Έχασε τη λαλιά του κι έμεινε να την κοιτά. Εκείνη συνέχισε να χαμογελά. Άφησε το δίσκο στο τραπέζι και του 'κανε νόημα να κοπιάσει.

Στον τοίχο η φωτιά έφτιανε σκιές και δίπλα στη δικιά του μια κοντή καμπούρα σκιά με γαμψή μύτη και τεράστιο κεφάλι τον καμάρωνε και τον παρατηρούσε.

"Πως σε λένε;" ήταν τα μόνα λόγια που το κουρασμένο του στόμα κατάφερε να φτιάσει.

Εκείνη χαμογέλασε έκανε μια μικρή υπόκλιση κι αποσύρθηκε διακριτικά πίσω από κει που 'ρθε. Την ακολούθησε σα μαγεμένος, δεν ήθελε να χάσει λεπτό από τη ματιά του, τόση ομορφιά. Τράβηξε την κουρελού, που 'φραζε το έμπα, στο πλάι κι έμεινε κέρινος να κοιτά.

Η κόρη στεκόταν στη μέση ενός μεγάλου λευκού κύκλου. Έκαιγε θυμίαμα κι ο χώρος ήταν γιομάτος από ένα βαρύ πνιγηρό άρωμα. Εκεί κατέληγαν οι κορυφές από μια ζωγραφισμένη, ανάποδη - καθώς την έβλεπε - πεντάλφα, που φωτιζόταν με τις φλογίτσες από έξι πήλινα λαγήνια. Του γύρισε την πλάτη της κι άφησε το λερό μάλλινο πανωφόρι να πέσει από πάνω της. Αποκάλυψε ένα αγαλμάτινο και πάλλευκο κορμί. Αψεγάδιαστο και λάγνο. Οι ντελικάτες πλάτες της κατέληγαν σε μια στενή μέση κι από κει πάλι αχλαδωτά, τα οπίσθιά της σφριγηλά κι ολοστρόγγυλα, σχημάτιζαν μια καρδιά που κατέληγε σε δυο μακριά και όμορφα πόδια.

Το βλέμμα του θόλωσε, κόκκινο. Δεν υπήρχε γυρισμός.

Γρύλλισε σα ζώο κι έπεσε πάνω της βρυχώμενος με τα μηλίγγια του να σφυροκοπούν σα ταμπούρλα. Την πήρε ανάσκελα στο παγωμένο πέτρινο πάτωμα. Ρούφηξε αχόρταγα, το πλούσιο νεανικό της στήθος, δίχως να βλέπει τα μυτερά δόντια της που έχασκαν σ ένα στόμα, απόκοσμα ανοιγμένο, από το πάθος και την ευχαρίστηση, προς το ταβάνι.

Ζευγάρωσαν πρόστυχα σ ένα κενό του χώρου και του χρόνου, καθώς οι μύες του συσπάστηκαν και της χάρισε το σπέρμα του, που 'ταν για κείνη... Ζωή.

Αγκομαχούσε ξαναμμένος μέχρι που η Δράκαινα με μια αστραφτερή λάμα που 'χε σηκωμένη ψηλά πάνω από την πλάτη του, κατέβασε απότομα το χέρι της, κόβοντάς του το νήμα της επαφής με τούτο τον Κόσμο.

Γιομάτη αίματα και με την αληθινή της σιχαμένη μορφή, του ξέσκισε τα σωθικά και σήκωσε ψηλά στο ολόγιομο φεγγάρι - που φαινόταν από 'να πέτρινο φεγγίτη - την καρδιά του, να πάλλεται ακόμα βλάσφημα και πέρα από κάθε λογική.

Άρχισε κάτι να μουρμουρά ακατάληπτα, συνέχισε να φωνάζει ικετευτικά σε μια προανθρώπινη, λαρυγγική γλώσσα που στο τέλος έγινε κραυγή… "γιάνγκιλο ίνγκα ια γιάνγκιλο ίνγκα ια, Αχλίγκελο ίνγκα ια, Τουσλίγκελο ίνγκα ια" έψελνε βάρβαρα μέχρι που το λάδι στα λαγήνια σώθηκε και το σκοτάδι έπνιξε κάθε μιαρή εικόνα στη σκοτεινή του αγκάλη.

Ξημέρωσε.

Ένα παλληκάρι λιγότερο, μια μάνα ακόμα να περιμένει μαντάτα από την Πόλη και το χωριό σ έναν ατέρμονο θρήνο, φοβισμένο κι άπραγο. Ο κύκλος του μίσους και του φόβου, συνεχιζόταν αέναα.

Τα αδέσποτα έτρεχαν χαρούμενα μακριά από το διάσελο, στους λερούς δρόμους του χωριού, χορτάτα, με τις κοιλιές τους παράταιρα παραφουσκωμένες και γαύγιζαν στον τρελό, τον κουρελή. Εκείνος τα διώχνε με μια μαγκούρα και μόλις κείνα κοντοστέκονταν, τους γύριζε την πλάτη και συνέχιζε να τραγουδά με κείνη την παράξενη λαλιά που τους έκανε όλους να γελούν : γιάνγκιλο ίνγκα ια, Αχλίγκελο ίνγκα ια...

 

_

γράφει ο Δημήτρης Π. Μποσκαΐνος

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Μάχη Τζουγανάκη

Από τότε που με θυμάμαι, μουντζουρώνω τα χαρτιά. Η πένα μου το εισιτήριό μου για «όπου». Στο tovivlio.net ήρθα επισκέπτρια και έγινα οικοδέσποινα. Αυτό θα πει ευτυχισμένη συνεργασία! Κάνοντας επιμέλειες κειμένων, τρέφομαι από τις ψυχές των άλλων και από το μεγαλείο της δικής τους πένας, για να φορτίζω τη δική μου. Διηγήματα και ποιήματά μου υπάρχουν στις τέσσερις πολύ επιτυχημένες μας συλλογές: «Μια εικονα…1000 λέξεις» Α&Β τόμος, στις «Τρενογραφίες» και στις "Ιστορίες μπονσάι". Κείμενά μου επίσης "κρεμαστήκαν" στους μήνες του εξαιρετικού Καλλιτεχνικού ημερολογίου της σελίδας στα έτη 2015, 2016 και 2017. Πριν από ένα χρόνο, εκδόθηκε και η πρώτη προσωπική συλλογή διηγημάτων μου «23&1 σταθμοί», για να μου επιβεβαιώσει ότι τα όνειρα μπορούν να γίνουν πραγματικότητα αρκεί να τους φερόμαστε με αγάπη. Το μέλλον κρύβει καινούριους στόχους, νέες συλλογές και ένα μυθιστόρημα που όλο μου ξεγλιστρά και όλο επιστρέφει πιο σίγουρο…

4 Σχόλια

  1. Rea Zacharia

    Το διάβασα με μια ανάσα που λένε κι αυτή κάπου την κράτησα! Καταπληκτική γραφή. Ο τρόπος που πλέκεις τις λέξεις, η δομή, το ύφος, το παραμύθι θρίλερ… Νέε μου, ειλικρινά, μπράβο! 🙂 <3

    Απάντηση
  2. Ανώνυμος

    να είστε καλά, Πάντα…

    Απάντηση
  3. Ανώνυμος

    Όλη η αφήγηση είναι μια εξαιρετική ζωγραφική αποτύπωση των συμβάντων,των αισθήσεων σε εγρήγορση,μα και της υποχθόνιας πλοκής,που εκτυλίσσεται με προπαγανδιστική αλληλεπίδραση στο αναγνωστικό κοινό, χαρίζοντας αγωνία τόσο στις όμορφες μεταβάσεις των σκηνών,όσο και στις μη αναμενόμενες του.Υπέροχη μετάδοση και εκπληκτικό ταξίδι αισθήσεων.Συγχαρητήρια Δημήτρη!!!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Υποβολή συμμετοχής!

Εγγραφείτε στο newsletter

Αρχείο

Είσοδος