Καφές και τσιγάρο η επανάστασή μου

Καφές και τσιγάρο η επανάστασή μου

Τους έβλεπε όλους εκεί, σαν τους κηφήνες. Ικανούς να αναπαράγουν κάτι που άκουσαν ή είδαν, αλλά ανίκανους να το νιώσουν στο πετσί τους. Τα τραπέζια -πότε γεμάτα με καρέκλες- μια παρέα που μόλις συναντήθηκε και δε χωρούσε η αφεντιά της - πότε τσίμα τσίμα τα Σαββατοκύριακα- αλλά, πάντα, αυτό του έκανε εντύπωση, με κάτι τασάκια μέχρι απάνω με τσιγάρα, λες και γινόταν διαγωνισμός βουνοκορφής. Τους έβλεπε πώς τα έστριβαν. Με μανία καταδίωξης. Και τώρα που ο καπνός ήταν της μοδός, γινόταν ολόκληρη ιεροτελεστία, στα μάτια του έτσι φαινόταν.

Ακούστε να δείτε. Εντοπίζανε τραπεζάκι, οι γυναίκες απόμερο (για να τα πουν όλα τα χρυσά μου), οι άντρες κατάλληλο για περιφερική όραση και ρίξιμο διχτυών, εάν και εφόσον υπήρχε ανταπόκριση. Με το τράβηγμα της καρέκλας και το καθισιό πάνω της, ωσάν μοσχάρια καλοαναθρεμμένα, το χέρι αστραπιαία, κάνει βουτιά στην τσάντα και βγάζει τα τσιγάρα. Αυτή είναι η φάση της «ανάδειξης του εαυτού», καθώς είχε φιλοσοφήσει σε ένα άραγμα, όπου ο εκάστοτε καπνιστής, θέλει να δηλώσει πως ανήκει στο συνομοταξία των καπνιστών. Άμα ήτανε και κατά φαντασίαν καλλιτέχνης δε; Το τσιγάρο έμπαινε στο στόμα πριν προλάβεις να πεις «κύμινο». Έπειτα, άρχιζαν όλοι μαζί σε κύκλο, από τρεις και πάνω το ‘λεγες και λίγο τρομακτικό, να βγάζουν χαρτάκι- βάζουν καπνό, και να στρίβουν απορροφημένοι. Το κοιτούσαν σαν ξερολούκουμο τηγανιτό. Και έπειτα γλείψιμο, μια στο στόμα, ε, και κει ήταν που τσακώνονταν για τον αναπτήρα. Αν πετύχαινες όμως καλοταϊσμένους, είχαν όλοι τους από έναν κι έτσι το άναβαν ταυτόχρονα: αυτοί είχαν φτάσει σε άλλο επίπεδο μύησης.

Ύστερα ήταν ο καφές. Φρέντο. Εσπρέσσο. Μακιάτο. Καπουτσίνο. Σε ένα παρατημένο περιοδικό, σκυλοκατουρημένο, που το χρησιμοποιούσε για δημιουργική απογευματινή απασχόληση, διάβασε (εντάξει άστεγος ήτανε όχι και αναλφάβητος) ότι αποτελούμε το 0,64 του παγκόσμιου πληθυσμού και παρόλα αυτά καταναλώνουμε τέσσερις φορές πάνω την αναλογία αυτή σε καφέ. Το στέκι του, Μεσολογγίου γωνία, πάνω σε κάτι κοφίνια από σταφύλια, αποτελούσε το σταυροδρόμι τεσσάρων καφετεριών. Τι τις βγάζανε τις στατιστικές; Ας τον ρωτούσαν αυτόν για κατανάλωση να μάθουν πράματα και θάματα.

Συνεχίζουμε.

Όταν εν τέλει έπαιρναν το μαύρο ζουμί στα χέρια, έκαναν τη μαγική κίνηση, κουνάω –καλαμάκι -δεξιόστροφα -για- να –κάτσει- το- αφρόγαλα και ξεκινούσαν την αμπελοφιλοσοφία. Οι γυναίκες πρώτα με τα γκομενικά. Κατηγορίες, κυρίως, ο «πήξε» και ο «δείξε». Οι άντρες, ε, θα ’λεγαν και καμία μαλακία στην αρχή, αλλά αν είχανε στοχεύσει κάπου, θα λέγανε ό,τι γνώριζαν λίγο εντονότερα: το τελευταίο βιβλίο που διάβασαν (2 χρόνια πριν) τη γνώμη τους για τα πολιτικά, μέχρι ο απέναντι να πει «Τι έχεις πάθει ρε μαλάκα;» εκείνος να δείξει με το βλέμμα του και να μπει τέλος και ο δεύτερος στο παιχνίδι. Είχε μάθει πια να διαβάζει τα χείλη τους.

Αυτή η ώρα, του σερβιρισμένου καφέ, ήταν η αγαπημένη του. Τότε ξεκινούσε το τζακ-πότ. Πόσα θα μαζέψει σήμερα, ποιος από όλους αυτούς θα του δώσει. Σηκωνόταν, με τα κουρέλια του, τα θρύψαλα της ζωής του και πήγαινε από τραπεζάκι σε τραπεζάκι για ψιλά.

Ξεκινούσε από τα κορίτσια. Τον καταλάβαιναν ότι πλησιάζει, («Τι να κάνουμε ρε κορίτσια δεν πλένομαι με αφροντούζ»), και χαμήλωναν τη φωνή, μην τυχόν και κλέψει κάποιο κρατικό μυστικό. «Μια βοήθεια ρε κορίτσια…» Αν του έδιναν αυτές, θα του έδιναν και τα αγόρια απέναντι. «Δεν έχουμε…» απαντούσαν σχεδόν πάντα, ομαδικά, ετεροχρονισμένα βέβαια, ’ξεραν από πριν τι κουβαλά στο πορτοφόλι η άλλη, δήθεν να την προστατέψουν από το χάσιμο των 50 λεπτών. Ήταν ένα κοίταγμα στο υπερπέραν η αντίδρασή τους, με έναν ψίθυρο ντροπιαστικό. Αυτό όλο κρατούσε πέντε δευτερόλεπτα. Το είχε χρονομετρήσει. Και ενώ τους πετύχαινε πάντα στην κατάλληλη συζήτηση- επέλεγε να τις ενοχλήσει όταν ήταν συναισθηματικά φορτισμένες, μπας και τον λυπηθούν- αυτές ποτέ δεν είχαν. Και ως εκ τούτου, δεν είχαν και τα αγόρια. Ενώ απομακρυνόταν, συνέχιζαν ακάθεκτες τη συζήτησή τους, με αυξανόμενη ένταση.

«Μια βοήθεια ρε παιδιά…» στο διπλανό τραπέζι. Η παρέα, αδιάφορη δεν του απάντησε καν. Μπόρεσε να κλέψει μια φράση «…ο καπιταλισμός μας έχει φτάσει στα όριά μας, μάγκες.» Ωραίο. Θα το χρησιμοποιώ, σκέφτηκε.

«Μια βοήθεια παρακαλώ…» στους πιο δίπλα. Η κοπέλα της παρέας έβαλε ασυναίσθητα ένα δάχτυλο κάτω από τη μύτη. Το αγόρι του έδωσε 80 λεπτά. Πρώτο ραντεβού, σκέφτηκε αυτός.

«Μια βοήθεια παρακαλώ…» στους πιο κάτω. Εκεί ένας φρεσκοξυρισμένος νέος τον παρότρυνε «να τα πάρεις από το Κολωνάκι» και ότι εδώ «είναι φτωχογειτονιά». Και κάπνισε συνοφρυωμένος. Μόλις είχε παλέψει με το σύστημα.

Ο άστεγος ξανακάθισε στα κοφίνια του. Πριν κάποια χρόνια, έπινε και αυτός αμέριμνος τον καφέ του κάπου εκεί και δεν τον ένοιαζε τίποτα. Αλλά, τα ’φερε έτσι η ζωή, να τα χάσει όλα. Θα θελε και αυτός ένα τσιγάρο. Και έναν καλοκαβουρδισμένο καφέ. Και ένα σπίτι βασικά, ένα μπάνιο. Μια μέρα που να νιώθει περήφανος. Κοίταξε κάτω και βρήκε μια μισοσβησμένη γόπα. «Έχεις φωτιά;» Ένας περαστικός του έδωσε. Θα προσπαθούσε σε καμιά ώρα πάλι. Όταν έπεφτε η νύχτα, που από τον καφέ περνούσαν στην μπύρα, έβαζαν ευκολότερα το χέρι στην τσέπη. Δεν τους κατηγορούσε. Απλά τους ζήλευε. Θα ήθελε και αυτό να μην τον νοιάζει τίποτα. Οι νέοι, λέει, όχι αυτός, ένα άλλο περιοδικό, κάποια στιγμή, κάνουν την επανάστασή τους. Πιεσμένα περιβάλλοντα, γονείς, όνειρα που απραγματοποίητα, κάπου τα είχε διαβάσει και αυτά. Την επανάστασή τους, λοιπόν. Με καφέ και τσιγάρο.

 

_

γράφει η Ειρήνη Γιαβάση

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

7 Σχόλια

  1. Ελένη - Χριστίνα Γκαμπούρα

    Φοβερό!

    Απάντηση
  2. eirini giavasi

    Να σαι καλά! Για να μην παρεξηγηθώ και γω ανήκω σε αυτή τη γενιά που «καφενίζει και… τσιγαρίζει»! Για το τσιγαρίζει δε, αρειμανίως θα έλεγα! Απλά είναι σημαντικό σα γενιά να δούμε αυτά που κάνουμε πόσο μπροστά μπορούν να μας πάνε και τελικά πόσο συνδέονται οι πράξεις μας με τα όνειρά μας…Μόνο αυτό! 🙂

    Απάντηση
  3. eirini giavasi

    Ευχαριστώ… 🙂

    Απάντηση
  4. Μάχη Τζουγανάκη

    Αλλη μια δυνατή σου ματιά που χτυπάει,,, χωρίς καμιά ωραιοποίηση. Μου άρεσε.
    Και κόλλησα στη φράση: Μια μέρα που να νιώθει περήφανος (ηχώ κανονική στο δωμάτιο…)

    της ….επαναστάσεως …η εποχή μας…

    Απάντηση
  5. eirini giavasi

    Θεωρείς ότι δεν είναι ωραιοποιημένο; Χαίρομαι αν ειναι έτσι γιατί έχω αυτή την τάση, στη ζωή τουλάχιστον! 🙂 Αυτό με την περηφάνεια και μενα πάντα με συγκλόνιζε, όλοι αξιζουμε μία- -πολλές στιγμές περηφάνειας στη ζωή μας.Ωστόσο, ένα τρωτό σημείο του κειμένου είναι νομίζω ο ίδιος ο χαρακτήρας. Διαβάζοντας το σε δεύτερο χρόνο κατάλαβα ότι είναι με κάποιο τρόπο αλάνθαστος, αν καταλαβαίνετε τι εννοώ. Είναι αστεγος, αλλα δεν μπορεί να τα δέχεται ήρεμα όλα αυτά! Αλλά μετά σκέφτομαι ότι στη λογοτεχνία, όλα μπορούν να γίνουν, όπως και στη ζωή, μάλλον! 🙂

    Απάντηση
  6. Πλοκαμάκη Χρυσούλα

    Μια δυνατή πένα που λέει πολλές αλήθειες καθημερινές , ντυμένες με τα μεταξωτά της έμπνευσης!
    Το τσιγάρο καίγεται για μας…ή καίει εμάς…
    Ο καφές μας τονώνει…ή δεν μας αφήνει να κλείσουμε…μάτι!
    Νομίσμτα με δύο όψεις!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Υποβολή συμμετοχής!

Εγγραφείτε στο newsletter

Αρχείο

Είσοδος