Χάος

Χάος

chaos

Μια ιστορία "ζόμπι" μπορεί να είναι πολλά πράγματα (αστεία, ανατριχιαστική, τρομακτική , εμετική, διεστραμμένη, γελοία κ.α.) ή κάποιος συνδυασμός των προηγουμένων.

Σε κάθε περίπτωση διαβάζετε ΙΔΙΑ ΕΥΘΥΝΗ.

 

Συνήλθε ξαπλωμένος ανάσκελα, στη βάση μιας πυραμίδας από πτώματα. Το δωμάτιο πέτρινο και κυκλικό, φωτιζόταν ελάχιστα από ένα μικρό παράθυρο.

Σουρούπωνε... κι εκείνος ήταν βουτηγμένος στο αίμα.

Ταλαντεύτηκε λίγο στα όρια μιας λυτρωτικής λιποθυμίας - συνέπεια της γλυκερής αψάδας του αίματος, του εμετού, της αδρεναλίνης και των πτωμάτων που τον πλαισίωναν. Βαριανάσαινε κι αδυνατούσε να πιστέψει τα όρια της αντοχής που ολοένα ανακάλυπτε μέσα του.

Ανάγκη για επιβίωση; Βασικό ένστικτο των θηλαστικών.

Με τα μάτια ακίνητα κι ανοικτά, ένα γαλανό φάλτσο στην συμφωνία του απόλυτου κόκκινου, πάσχιζε να αντιληφθεί ότι ήταν εφικτό δίχως να τα κινεί. Η περιφερειακή όραση του χάριζε βλάσφημες, θαμπές εικόνες: παρωδίες σωμάτων, χαίνουσες πληγές, εξέχοντα οστά, γυαλιστερές στοίβες από εντόσθια και μυαλά, χυμένα παντού.

Αδυνατούσε να αποδιώξει από το μυαλό του, το απαίσιο μουρμουρητό που δεν έπρεπε να υπάρχει σε στόματα... νεκρών. Απομακρυνόταν και επέστρεφε, γινόταν ψίθυρος, για να δυναμώσει ξανά σ ένα crescendo Θανάτου.

"Μμμμμμμμμμμμμμμ".

Ευχαρίστηση απ το γεύμα που προηγήθηκε, ή απορία και λυγμός για την κατάσταση στην οποία είχαν επέλθει; Ούτε ζωντανοί, ούτε νεκροί... μα κάτι χειρότερο, μακριά απ' τη λογική και τη φύση όπως την είχε γνωρίσει.

Ξάφνου, η μπόχα έγινε αποπνικτική… ένα μπλαβί γυναικείο πρόσωπο ανάσαινε αποσύνθεση κι αποφορά στα μούτρα του. Τα μάτια της δάκρυζαν αίμα και τα μαύρα μαλλιά της λιγδωμένα, κάλυπταν μεγάλο τμήμα από τη σάπια, γαλαζωπή σάρκα της. Ο λαιμός της, ήταν βάρβαρα ξεσκισμένος στη βάση του και σε προχωρημένη σήψη. Η πληγή στεγνή, παλλόταν κακοφορμισμένη στο κέντρο της από μια υπόλευκη μάζα. Ένα νέο κύμα αηδίας τον έσφιξε σα μέγγενη....

Νεκροσκούληκα...

Πρώτη φορά έβλεπε νεκροζώντανο από τόσο κοντά κι ευχόταν μ' όλη τη δύναμη της ψυχής του να είναι και η τελευταία.

Έπαψε ν' αναπνέει... Ήταν το τέλος; Σκέφτηκε.

Τα μάτια τον κοίταζαν δίχως να βλέπουν, χαμένα σε ανίερα και ξένα πεδία για τους ζωντανούς... κι εκείνος, για μια στιγμή χάθηκε στο ζόφο τους.

Εκείνη, πέρασε τα παγωμένα της δάχτυλα πάνω από τα βρεγμένα του ρούχα σ ένα χάδι διερεύνησης για σημάδια ζωής.

Αυτή η αέναη δίψα του θανάτου για κάθε τι ζωντανό.

Ευτυχώς, κατευθύνονταν στην αντίθετη πλευρά από το καυτό, λόγω της έντασης, πρόσωπο του. Πέρασε πάνω από ένα πτώμα που ήταν κάθετα ριγμένο πάνω του, ξαναβρήκε το σώμα του και σταμάτησε πάνω από τον καβάλο, αν και νεκρά, σε μια παράταιρη για τη στιγμή ανάμνηση, τα δάχτυλα της πίεσαν δυνατά τον ανδρισμό του πάνω από τα ρούχα κι άρχισαν να πασπατεύουν κυκλικά... ούτε που πρόλαβε να σκεφτεί εκείνο το μέλος του λειτουργούσε συνήθως μηχανικά κι έτσι μηχανικά άρχισε να μεγαλώνει, έβριζε από μέσα του και καταριόταν τη φύση που έκανε το φύλλο του τόσο λιγότερο εγκεφαλικό, έκλεισε τα μάτια και φαντάστηκε τη δίχως έλεος σφαγή που σίγουρα προηγήθηκε.

Ήταν μάταιο και συνάμα απίστευτο μα… καύλωνε. Μέσα σε δευτερόλεπτα, αισθάνθηκε ένα τρέμουλο και σχεδόν ακούσια, εκσπερμάτωσε μουδιασμένος όπως είχε τόσες φορές ξυπνήσει στην εφηβεία του μετά από γεμάτα ονειρώξεις, υγρά όνειρα. Ο παλμός του οργασμού του και η ξαφνική ζεστή στο σημείο εκείνο, έκανε το ζόμπι να στραφεί και να τον κοιτάξει και πάλι στα μάτια, που ήταν πιο κόκκινα τώρα και γυάλιζαν. Μύρισε σαν αγρίμι την ατμόσφαιρα κι έριξε πίσω το κεφάλι της ενώ τα νεκροσκούληκα έπεφταν σε ομάδες, από την τρύπα στο λαρύγγι της που άνοιξε τόσο απότομα.

Το μουρμουρητό της έγινε θρήνος και κατόπιν άναρθρη κραυγή που ολοένα δυνάμωνε.

Η πουτάνα σκέφτηκε… θα μαζέψει κι αλλά εδώ.

Έσφιξε τη γροθιά του και με κάθε ικμάδα δύναμης που του άφησε ο πανικός, τη χτύπησε στο σαγόνι και την έριξε πάνω στο σωρό με τα πτώματα. Με μιας, τινάχτηκε πάνω κι άρχισε να τρέχει προς την πόρτα. Τρέκλιζε πάνω σε πρησμένα στομάχια, ακρωτηριασμένα μέλη και κρανία.

Πιασμένος από τον περιμετρικό τοίχο που γυάλιζε στο ημίφως απ’ το αίμα και την υγρασία, κατέβαινε τη σκάλα πηδώντας πάνω από τα πτώματα που την κατέκλυζαν επίσης. Στο ισόγειο η πόρτα ήταν ανοιχτή κι ένα ζευγάρι ανδρών με στολές αστυνομικών μόλις έμπαινε στον προθάλαμο. Θα ούρλιαζε για βοήθεια αν την τελευταία στιγμή δεν έβλεπε και τα δικά τους χάλια. Ο ένας σήκωσε το κεφάλι και κάτω από το καπέλο του αξιωματικού, αποκάλυψε ένα μάτι να κρέμεται από το οπτικό του νεύρο σα μπρελόκ. Ο συνάδελφός του, περπατούσε πηδώντας στο ένα πόδι που του είχε απομείνει, καθώς το άλλο ήταν άσχημα κολοβωμένο λίγο πάνω από το γόνατο.

Σταύρωσε τα χέρια του μπροστά από το στήθος κι όρμησε καταπάνω τους. Σκόρπισαν αριστερά και δεξιά σαν κορύνες του μπόουλινγκ και άνοιξαν το δρόμο προς την έξοδο.

Με το που βγήκε, μια δροσερή θαλασσινή αύρα τον χτύπησε φιλικά στο πρόσωπο. Σταμάτησε και πήρε κάμποσες βαθιές ανάσες για να στανιάρει, ενώ παράλληλα κοιτούσε προς όλες τις κατευθύνσεις. Ένας τεράστιος όγκος πέρασε ξυστά διπλά του κι έσκασε με ένα δυνατό γδούπο στο πλακόστρωτο. Ήταν το θηλυκό ζόμπι που τον ψαχούλευε επάνω. Η σπονδυλική της στήλη έσπασε άτσαλα και το σώμα της πήρε μια στάση που δε θύμιζε τίποτα ανθρώπινο. Γύρισε και κοίταξε προς την κατεύθυνση απ' όπου έπεσε. Τα μάτια του, σάρωσαν τις μπεζ - καφέ, πέτρινες πολεμίστρες, ενώ πιο πίσω φαινόταν ο ιστός μιας σημαίας που ανέμιζε στο κέντρο.

Βρισκόταν στο Λευκό Πύργο...

Είχε πια σκοτεινιάσει... πεινούσε και διψούσε τρομερά, όμως ο αγώνας για επιβίωση τον κρατούσε ακόμη στα πόδια του. Μπροστά του, στην παραλιακή, οι νεκροζώντανοι μαζεύονταν σιγά - σιγά σε πλήθος. Όπου κι αν έστρεφε το βλέμμα του, ο τόπος ήταν γεμάτος από ανδρείκελα κάθε ηλικίας που αργοκινούνταν κατά ομάδες σε μια διαρκή αναζήτηση ζωντανής σάρκας. Άρχισε να θυμάται, καθώς ζοφερές εικόνες ξεπηδούσαν στο μυαλό του, τα πρώτα κρούσματα, ο ιός, η επιδημία, τα πρώτα θύματα, οι μαζικές εκκενώσεις, το αντάρτικο, ο στρατός, οι εκτελέσεις και τα κυνηγητά... αυτά τα ατελείωτα κυνηγητά...

Τις σκέψεις του διέκοψαν τα μουρμουρητά και οι λυγμοί που ολοένα δυνάμωναν. Τα ζόμπι άρχισαν να πλησιάζουν επικίνδυνα. Δεν μπορούσε να ξεφύγει προς καμία κατεύθυνση... μόνο προς τη θάλασσα. Τη στιγμή που δεκάδες παλάμες απλώθηκαν να τον γραπώσουν, πέταξε στον αέρα τα παπούτσια του και βούτηξε στα παγωμένα νερά του Θερμαϊκού.

Κολύμπησε για λίγο σε ύπτια θέση κι έβλεπε το συνωστισμό των νεκροζώντανων στην άκρη του λιμανιού. Κάποιοι, σπρωγμένοι από άλλους πιο πίσω, έπεσαν στο νερό, κι ευτυχώς - προς μεγάλη του ανακούφιση - δεν ξαναβγήκαν στην επιφάνεια.

Άρχισε να απομακρύνεται από το λιμάνι κολυμπώντας χωρίς προορισμό. Κινούνταν με δυνατές απλωτές στα παγωμένα νερά και προσπέρασε δυο φορτηγά πλοία στα οποία πρόλαβε να δει νεκρούς να περιφέρουν τα κουφάρια τους αργά, στα καταστρώματα.

Είχε απομακρυνθεί αρκετά. Κολυμπούσε πάνω από μια ώρα. Μια νύχτα δίχως αστέρια σκέπασε τη Θεσσαλονίκη κι εκείνος χαμένος πια, στο απόλυτο σκοτάδι. Δεν ένοιωθε πλέον τα άκρα του και τα κουνούσε μηχανικά σα ξένα.

Αίφνης, είδε ένα φως να τρυπά το απόλυτο μαύρο του υγρού... ένα ζεστό πορτοκαλί φως που τον πλησίαζε ανεβαίνοντας προς την επιφάνεια σιγά - σιγά πήρε ανθρώπινο σχήμα και μορφή τόσο παράταιρα φωτεινό και λαμπρό που για μια στιγμή σκέφτηκε την Παναγία... όμως, η μορφή πλησίασε κι άλλο αποκαλύπτοντας το ζεστό και στοργικό χαμόγελο της μακαρίτισσας της μάνας του.

Άνοιξε διάπλατα τα χέρια της σε μια μητρική αγκαλιά. Της χαμογέλασε... οι δυνάμεις του τον εγκατέλειψαν ολοκληρωτικά και μια γλυκεία χαύνωση τον τύλιξε στη ζέση της. Αγκάλιασε σφιχτά τη μορφή της μάνας του, σφάλισε τα μάτια δίχως να νοιάζεται πια και δίχως να παλεύει.

Αφέθηκε να βουλιάξει... λίγο πριν η φωτεινή δέσμη ενός προβολέα σωστικής λέμβου, σαρώσει διερευνητικά την επιφάνεια του νερού. Απέναντι στο λιμάνι, μέσα σε κινούμενο φωτεινό κύκλο, γκρίζα πρόσωπα κοιτούσαν προς την πηγή του φωτός, όλο απορία.. Ένα ατελείωτο μπουλούκι ηθοποιών θαρρείς, που σχημάτιζαν ένα σιωπηλό πλήθος, στην πρεμιέρα μιας μακάβριας παράστασης με τίτλο… "χάος"

 

_

γράφει ο  Δημήτρης Π. Μποσκαΐνος

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Μάχη Τζουγανάκη

Από τότε που με θυμάμαι, μουντζουρώνω τα χαρτιά. Η πένα μου το εισιτήριό μου για «όπου». Στο tovivlio.net ήρθα επισκέπτρια και έγινα οικοδέσποινα. Αυτό θα πει ευτυχισμένη συνεργασία! Κάνοντας επιμέλειες κειμένων, τρέφομαι από τις ψυχές των άλλων και από το μεγαλείο της δικής τους πένας, για να φορτίζω τη δική μου. Διηγήματα και ποιήματά μου υπάρχουν στις τέσσερις πολύ επιτυχημένες μας συλλογές: «Μια εικονα…1000 λέξεις» Α&Β τόμος, στις «Τρενογραφίες» και στις "Ιστορίες μπονσάι". Κείμενά μου επίσης "κρεμαστήκαν" στους μήνες του εξαιρετικού Καλλιτεχνικού ημερολογίου της σελίδας στα έτη 2015, 2016 και 2017. Πριν από ένα χρόνο, εκδόθηκε και η πρώτη προσωπική συλλογή διηγημάτων μου «23&1 σταθμοί», για να μου επιβεβαιώσει ότι τα όνειρα μπορούν να γίνουν πραγματικότητα αρκεί να τους φερόμαστε με αγάπη. Το μέλλον κρύβει καινούριους στόχους, νέες συλλογές και ένα μυθιστόρημα που όλο μου ξεγλιστρά και όλο επιστρέφει πιο σίγουρο…

2 Σχόλια

  1. Ανώνυμος

    ….τι να γράψω????έμεινα με ανοιχτό στόμα,…..πως το κάνεις καί «ρουφάς» τον αναγνώστη στις σελίδες του βιβλίου σου;;;

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Υποβολή συμμετοχής!

Εγγραφείτε στο newsletter

Αρχείο

Είσοδος