Χειμωνιάτικο απόγευμα στο Ναυτικό Όμιλο

Χειμωνιάτικο απόγευμα στο Ναυτικό Όμιλο

speedboat

Απολάμβανα μια καυτή σοκολάτα καθισμένος αναπαυτικά σε φιλόξενη πολυθρόνα, στη σκεπαστή βεράντα του πολυτελούς ξενοδοχείου, εκείνο το κυριακάτικο απόγευμα του Φλεβάρη.
Στα μάτια μου μπροστά ανοιγόταν η απεραντοσύνη μιας θάλασσας απίστευτα γαλάζιας και σχεδόν ακύμαντης, που τελείωνε σε έναν ορίζοντα τόσο έντονα και ευδιάκριτα ευθυγραμμισμένο σαν να τον είχε χαράξει το χέρι του Θεού.
Στην υγρή άμμο πατημασιές από δεκάδες πόδια χειμερινών κολυμβητών που είχαν απολαύσει το υγρό στοιχείο, που σίγουρα θα ήταν το ίδιο παγωμένο με τη ατμόσφαιρα, παρά τον ήλιο. Φλεβάρης μήνας βλέπεις.
Τι χόμπι και αυτό!
Πώς το αντέχουν το τόσο κρύο; Θα πρέπει ο οργανισμός τους να είχε μεγάλες αντοχές, σκεπτόμουν ανατριχιάζοντας και μόνο στη σκέψη μιας τέτοιας χειμωνιάτικης βουτιάς.
Η αλήθεια είναι ότι το σοκ δεν είναι τόσο μεγάλο όταν τόσο μέσα στο νερό όσο και έξω απ’ αυτό η θερμοκρασία είναι η ίδια. Το αντίθετο είναι το επικίνδυνο, δηλαδή καυτή ατμόσφαιρα και παγωμένο νερό, γνωστά αυτά.
Έπινα λοιπόν την καυτή μου σοκολάτα και θαύμαζα τις δεκάδες βαρκούλες με πανί που τις κινούσε ένα ανεπαίσθητο αεράκι, που ρυτίδωνε τη γαλάζια απεραντοσύνη.
Πίνακας ζωγραφικός, μα την αλήθεια.
Όταν ξάφνου, τη γαλήνη και την ομορφιά του τοπίου διέκοψε ένας ήχος που έμοιαζε με μακρινό τρακάρισμα που όμως τρακάρισμα σίγουρα δεν ήταν.
Ένα ταχύπλοο, που δεν πρόλαβα να δω αν ήταν απ’ αυτά τα φουσκωτά, είχε περάσει ξυστά από ένα προπορευόμενο βαρκάκι με καταφανή σκοπό να το διαλύσει ή έστω να το βουλιάξει, χάνοντας αυτό την εύθραυστη ισορροπία του που με νύχια και με δόντια κρατούσε ο πηδαλιούχος με τη βοήθεια του μικρού του ιστίου.
Μέσα σε δευτερόλεπτα αυτό αναποδογύρισε παίρνοντας τον μοναδικό του επιβάτη και χειριστή του από κάτω. Και ενώ περίμενα να τον δω, -ιστιοπλόο να τον πω, βαρκάρη να τον πω, καπετάνιο πάντως σίγουρα όχι- δεν τον έβλεπα πουθενά.
Πετάχτηκα από τη θέση μου ελπίζοντας να δω τον άνθρωπο να απαλλάσσεται από το θανατηφόρο καπέλωμα της βάρκας του που, παρά το μικρό της μέγεθος, ήταν ικανή να επιφέρει το θάνατο από πνιγμό ή από ασφυξία στον εγκλωβισμένο.
Φαίνεται όμως ότι και ένα από τα επιβλέποντα ταχύπλοα είχε την ίδια ανησυχία με τη δική μου και έσπευσε στην περιοχή του ατυχήματος ελπίζοντας να μην είναι ήδη πολύ αργά.
Δεν μπορούσα να δω λεπτομέρειες αν και βρισκόμουνα σε απόσταση αναπνοής από τον τόπο που διαδραματίστηκε το γεγονός.
Ξάφνου, τη γαλήνη του τοπίου διέκοψε ένας ήχος που θα μπορούσες να πεις ότι έμοιαζε με αυτόν που ένα πλοίο βγάζει στο έμπα ή στην αναχώρησή του από το λιμάνι, μια σειρήνα εν πάση περιπτώσει αγριευτική, όπως την μετέφρασαν τα δικά μου αυτιά.
Την ίδια στιγμή, από το φουσκωτό πετάχτηκαν φωτοβολίδες, και παρότι ήταν ακόμη σούρουπο και είχε αρκετό φως, το φως των φωτοβολίδων ήταν πολύ ευδιάκριτο. Ήταν αδιαμφισβήτητο ότι ο χειριστής του ταχύπλοου καλούσε σε βοήθεια.
Ήμουνα αναστατωμένος.
Άφησα την πολυτελή βεράντα του ξενοδοχείου και έσπευσα μαζί με άλλο κόσμο στην προβλήτα, όπου κοντά είχε λάβει χώρα το περιστατικό. Ένα περιστατικό τόσο μα τόσο συνηθισμένο. Τότε; Τι ήταν εκείνο που το έκανε ιδιαίτερο;
Το ιδιαίτερο ήταν ότι το θύμα δε βρισκόταν στον τόπο του ατυχήματος.
Τι έγινε λοιπόν ο ιστιοπλόος; Τον ρούφηξε ο βυθός; Μα ποιος βυθός βρε παιδιά; Σχεδόν πατούσε ένας κολυμβητής στο σημείο εκείνο. Δικαιολογημένη τόσο η απορία όσο και η ανησυχία και οι μεταφυσικές ερμηνείες του λαού. Τι εννοούσε ο ποιητής; Ότι τον εξαέρωσε ο Ποσειδώνας; Και τον πήγε πού; Στα άδυτα των αδύτων του; Και πού βρίσκονταν τα υποθαλάσσια παλάτια του αυτά; Και αν ήταν κάπου μακριά, πότε πρόλαβε αδερφέ και τον μετέφερε; Τι στην ευχή, ο θεός της θάλασσας διακτινίζει τα θύματά του και αυτά μεταφέρονται αστραπιαία; Μωρέ μπράβο!
Επειδή όμως οι άνθρωποι του Λιμεναρχείου δεν είναι και τόσο λάτρεις της θρησκείας των Αρχαίων μας, αλλά θρησκευόμενοι του Αϊ Νικόλα, δεν τσίμπησαν τις βλακείες του είδους της μεταφυσικής εξαφάνισης και άρχισαν τις έρευνες σε ομόκεντρους κύκλους γύρω από το μπαταρισμένο βαρκάκι. Κύκλοι που ολοένα μεγάλωναν καλύπτοντας μιαν ευρεία περιφέρεια.
Τα νερά ήταν τόσο διαυγή που ξεχώριζες με γυμνά μάτια και χωρίς μάσκα τα κοχύλια του βυθού και τα μύδια.
Ένα ανθρώπινο σώμα, είτε νεκρό είτε ζωντανό, θα έκανε μπαμ που λένε. Όμως ανθρώπινο σώμα πουθενά.
Πλησίασα τον ανώτερο αξιωματικό του Λιμενικού, ο οποίος από την ακτή κατηύθυνε τις έρευνες των πλοιαρίων, και του εξομολογήθηκα αυτήν ακριβώς τη σκηνή που εγώ είδα.
Όπως ήταν φυσικό, έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το άτομό μου και με περισσή ευγένεια μου ζήτησε να μην απομακρυνθώ και να πάω μαζί του σε λίγο στο Λιμεναρχείο να κάνω μια επίσημη κατάθεση.
Από το σημείο αυτό και μετά ήταν που έχασα την ησυχία μου. Τελείως όμως.

Αφηγήθηκα στον αξιωματικό αυτά που είχα δει -όχι και ακούσει, ήχος δεν έφθανε στην κλειστή βεράντα- μόλις μισή ώρα πριν, με κάθε λεπτομέρεια, ακόμη και την πιο μικρή. Δεν με διέκοψε ούτε μία φορά. Όταν ολοκλήρωσα με ρώτησε:
«Εσάς ποια είναι η γνώμη σας αγαπητέ κύριε; Τι νομίζετε ότι απέγινε ο ιστιοπλόος;»
«Τι να σας πω φίλε μου, τι να σας πω; Για να βούλιαξε στο βυθό, δεν νομίζω. Ούτε άκουσα ποτέ ότι υπάρχει κινούμενη άμμος στον βυθό, όχι μόνον της περιοχής αλλά και στην Ελλάδα όλη. Επιπλέον, τα νερά είναι διαυγή και ρηχά και ούτε απότομες αλλαγές στον χάρτη του βυθού υπάρχουν. Δεν ξέρω ειλικρινά. Δεν ξέρω τι να σας πω. Είναι όχι απλώς παράξενο αλλά θα τολμούσα να πω και επικίνδυνα ύποπτο».
«Ύποπτο; Γιατί; Τι σκέπτεστε; Παρακαλώ πέστε μου. Το βλέπετε, σας ακούω με μεγάλο ενδιαφέρον».
«Μα αγαπητέ μου, μια εξαφάνιση από μόνη της δεν είναι και το φυσικότερο πράγμα του κόσμου. Σε κάθε περίπτωση, θα τολμήσω να πω ότι φοβάμαι πως κάποιοι τον εξαφάνισαν και πιστεύω ακράδαντα ότι το ταχύπλοο που τον ανέτρεψε δεν είναι άμοιρο της εξαφάνισης την οποία εξετάζετε».
«Συμφωνώ απόλυτα μαζί σας και σας συγχαίρω φίλε μου για την οξυδέρκειά σας. Δεν σας χρειάζομαι άλλο. Μπορείτε να πηγαίνετε. Αφήστε μου το τηλέφωνό σας σε περίπτωση που σας χρειαστώ. Καλή σας νύχτα».
Γυρίζοντας στο ξενοδοχείο μου κάθισα στην αγαπημένη μου πολυθρόνα με ένα ποτήρι διπλό ουίσκι χωρίς παγάκια. Το τοπίο βέβαια δεν ήταν το ίδιο μαγευτικό όπως λίγες ώρες πριν και τα νερά είχαν πάρει ένα σκούρο μπλε χρώμα, σε μια θάλασσα που από αρυτίδωτη λίγο πριν, τώρα την αυλάκωναν κελαριστά κυματάκια, μια μουσική που τη λάτρευα. Δεν υπήρχε ίχνος αγωνιστικής βαρκούλας. Μόνο ταχύπλοα του Λιμενικού με δυνατούς προβολείς, που εξακολουθούσαν το ψάξιμο όπως όφειλαν να κάνουν για όσο διάστημα το απαιτούσε ο νόμος. Με τα μάτια μου κλειστά, έβλεπα ξανά και ξανά στην οθόνη του μυαλού μου τα όσα με έκπληξη είχα αντικρίσει λίγο πριν. Δεν είχα ησυχία.
Πετάχτηκα από τη θέση μου στη σύλληψη μιας νέας σκέψης. Πόσα φουσκωτά υπήρχαν στη σκηνή του δράματος;
Κατ’ αρχήν γιατί το αποκάλεσα «σκηνή του δράματος»; Ίσως γιατί κάτι μέσα μου μου έλεγε ότι σε δράμα θα κατέληγε τούτη δω η ιστορία.
Μετράω ξανά και ξανά.
Πόσα ταχύπλοα είδα;
Ένα που κτύπησε το βαρκάκι. Ένα που πλησίασε πρώτο να βοηθήσει και μετά την έκκληση για βοήθεια έσπευσε ακόμη ένα. Σύνολο τρία φουσκωτά.
Σηκώθηκα και κατευθύνθηκα στο Λιμεναρχείο, λίγα βήματα απόσταση από το ξενοδοχείο.
Συνέστησα ευγενικά και διακριτικά στον Αξιωματικό υπηρεσίας να αρχίσει τις έρευνες από τα τρία ταχύπλοα. Πήγαμε μαζί μέχρι το μικρό λιμανάκι. Ήταν αραγμένα εκεί τα δύο εκ των τριών φουσκωτών που ανήκαν στον Ναυτικό Όμιλο της περιοχής.
«Και το τρίτο; Πού βρίσκεται το τρίτο;», ρώτησα τον εκεί υπεύθυνο.
«Μα δεν υπάρχει τρίτο κύριε», μου απάντησε εκείνος βαριεστημένα.
«Τι εννοείτε όταν λέτε “δεν υπάρχει τρίτο”;»
«Σημαίνει ότι το κατάστημα, απ’ ό,τι είμαι σε θέση να γνωρίζω, και γνωρίζω πολύ καλά, διαθέτει μόνο δύο ταχύπλοα του τύπου που ζητάτε. Πώς αλλιώς να σας το πω; Νομίζω μιλώ καλά ελληνικά».
Συνέστησα στον αξιωματικό, διακριτικά πάντα, να καλέσει τους χειριστές των φουσκωτών να τους κάνουμε κάποιες διευκρινιστικές ερωτήσεις.
«Πλάκα έχεις φίλε, γούστο σε κάνω. Ας τους καλέσουμε λοιπόν, δεν έχω αντίρρηση. Είμαι, μα την πίστη μου, πολύ περίεργος να δω τι θέλεις να τους ρωτήσεις».
«Θα δεις φίλε μου, θα δεις». (σημ. ενικό εσύ; Ενικό κι εγώ. Το αγαπημένο μου σλόγκαν).
Στο γραφείο του Λιμεναρχείου ήταν ο αξιωματικός υπηρεσίας, ένας ναύτης επιφορτισμένος, εκτός όλων των άλλων καθηκόντων του, να λύνει και να δένει τα καραβόσκοινα των πλοίων στην προβλήτα, οι δύο υπεύθυνοι των ταχύπλοων κι εγώ.
Πρώτη ερώτηση:
«Ξανακάνω μονότονα την ίδια ερώτηση: Πού είναι ο έτερος των συναδέλφων σας; Και ακόμη, ποιος πλησίασε πρώτος το μπαταρισμένο βαρκάκι;»
«Εγώ», απάντησε ένας γεροδεμένος νεαρός άντρας.
«Εσύ; Και δεν είδες τον άλλο σου συνάδελφο που ήταν ήδη εκεί, εννοώ πριν από σένα;»
«Εγώ αφεντικό, όταν πλησίασα, δεν είδα άλλον κανέναν. Ήμουνα μόνος και γι’ αυτό περίμενα λίγο και όταν ήρθε και ο Στεργίου από δω, μπορέσαμε να φέρουμε τη βάρκα στα ίσα της, απορώντας που από κάτω της δεν ήταν κανείς».
«Θέλεις να πεις δηλαδή, και να το καταλάβω καλά, ότι πέρα από τους δύο σας, άλλος κανείς δεν ήταν στον τόπο του ατυχήματος;»
«Μα αυτό δε λέω τόσην ώρα;»
«Κύριε Λιμενάρχα, επιτρέψτε μου να προτείνω να καλέσετε τον κύριο ανακριτή όπως επίσης να κρατήσετε τους δύο αυτούς κυρίους γιατί, και να μου το θυμηθείτε, το θέμα μου μυρίζει και μάλιστα μου μυρίζει πολύ άσχημα».
«Ηρεμία κύριοι, ηρεμία. Να είστε σίγουροι ότι είτε με ψέματα είτε με σκόπιμες αλήθειες, το θέμα της εξαφάνισης του συναδέλφου σας θα το λύσω. Να είστε απολύτως βέβαιοι. Για όποιον δε απ’ όλους σας (σημ. άραγε με αυτό το ‘όλους σας’ να εννοούσε και μένα; Πλάκα θα έχει) κρύβει βασικά στοιχεία, θα είμαι αμείλικτος. Όπως και για όποιον διευκολύνει τις έρευνες ουσιαστικά, θα εισηγηθώ την ελάφρυνση της ποινής του αν υποτεθεί ότι υπήρξε ακούσιος συνεργός στην εξαφάνιση. Και αφού συνεννοηθήκαμε ελπίζω, μπορείτε να πηγαίνετε. Εννοείται βέβαια ότι κανείς σας δεν επιτρέπεται να απομακρυνθεί από την περιοχή τούτη. Πρωί πρωί θα είναι εδώ ο κύριος ανακριτής και θα σας χρειαστεί το δίχως άλλο».
«Μα αφεντικό, αύριο είναι μεγάλη ημέρα. Είναι οι προκριματικοί. Ποιος να με αντικαταστήσει;»
«Ουδείς αναντικατάστατος. Κάποιος θα βρεθεί. Πες ότι ήσουνα βαριά άρρωστος ή με σπασμένο πόδι. Τι θα έκανες; Μέχρι το πρωί έχουμε καμιά δεκαριά ώρες. Τρέξε, ψάξε για αντικαταστάτη και κάνε τα κουμάντα σου τέλος πάντων. Καληνύχτα σας κύριοι».*

Κόσμος πολύς, από πολύ πρωί, στο γραφείο του Λιμενάρχη .Ένας ναύτης προσπαθούσε να βάλει κάποια τάξη, εν αναμονή της άφιξης του κυρίου ανακριτή.
Ήταν τοις πάσι γνωστόν ότι στην καριέρα του την ολιγόχρονη -γιατί ο ανακριτής ήταν ένας σχετικά νέος άνθρωπος- δεν υπήρξε ούτε μία περίπτωση να μην κάνει τον όποιον εκείνος νόμιζε για ένοχο να ομολογήσει αργά ή γρήγορα. Και το πετύχαινε αυτό χωρίς αγριάδες και λεκτική ή σωματική βία. Κοντολογίς, ένα μοντέρνο παλληκάρι που πιο πολύ έμοιαζε με αθλητή και πιο συγκεκριμένα με τενίστα. Ίσως γιατί και το ντύσιμό του ήταν ανάλογο. Ανδροπρεπής, γοητευτικός, σε κέρδιζε από την πρώτη στιγμή που τον έβλεπες. Και αν τύχαινε να είναι γυναίκα η ένοχος σε μιαν υπόθεση, η καημένη βλαστήμαγε όπως και απευχόταν να φτάσει η στιγμή που θα την ξεσκέπαζε, οπόταν και η απειροελάχιστη ελπίδα της να τον γοητεύσει ήταν μάταιη, παρόλη την ομορφάδα και την σαγήνη της. Αυτό σημαίνει ότι πριν ο δικαστής αποφανθεί για την καταδίκη της, την πρώτη ποινή την εισέπραττε από αυτήν τη θλιβερή διαπίστωση ότι ποτέ δεν θα έκανε δικό της ένα τέτοιο παλληκάρι. Γιατί ήταν το ίδιο γνωστόν τοις πάσι ότι ο κύριος ανακριτής απεχθανόταν τα λαμόγια, τους εγκληματίες, τους άτιμους, τους κλέφτες και γενικώς του όποιους διέπρατταν αδικήματα εις βάρος συνανθρώπου τους. Ήταν απηνής διώκτης τους και ένιωθε ευδαιμονία όταν ερχόταν η ώρα που ο ένοχος θα ομολογούσε την πράξη του.

Κόσμος πολύς λοιπόν εν αναμονή του ανακριτού.
Το τσιγάρο, βέβαια, απαγορευόταν στον κλειστό χώρο του γραφείου και ήταν καταφανής η νευρικότητα που διακατείχε τους περισσότερους από την έλλειψή του. Κάθε τόσο, έβγαινε και κάποιος έξω να τραβήξει λίγες τζούρες και μετά να επιστρέψει γρήγορα, με αναπτερωμένο το ηθικό και καταλαγιασμένη την ανησυχία του.
Όταν κατέφθασε ο όμορφος ανακριτής έπεσε απόλυτη σιωπή. Το δέος μεγάλο. Και ήταν αυτό το δέος μια ακόμη επιβεβαίωση της αξιοσύνης του ανθρώπου που θαρρείς και ενσάρκωνε τον ίδιο τον Νόμο.
Άνοιξε τη συζήτηση εκείνος, με όλους παρόντες στην αρχή.

Στη συνέχεια μου ζητήθηκε από τον Λιμενάρχη να εξιστορήσω το περιστατικό όπως του το είχα περιγράψει το προηγούμενο βράδυ.
Ο ανακριτής κρατούσε λίγες σημειώσεις σ’ ένα μικρό μπλόκ.
Μετά από μένα, ο λόγος δόθηκε στους δύο λεμβούχους.
Και αμέσως μετά, ήρθε η ερώτηση που ήμουνα σίγουρος ότι θα επακολουθούσε:
«Και πού είναι παρακαλώ ο τρίτος συνάδελφός σας; Ο κύριος από δω -και έδειξε εμένα- μας διαβεβαίωσε ότι είδε τρία φουσκωτά. Τα είδε καθαρά και από απόσταση σχεδόν αναπνοής».
«Πιο “αναπνοής” απ’ ό, τι ήμασταν εμείς οι δυο, αποκλείεται κύριε ανακριτά.», είπαν και οι δύο, με ένα στόμα μια φωνή.
«Για μια στιγμή, για μια στιγμή. Αρνείστε ότι κάποιο άλλο ταχύπλοο ανέτρεψε τον αγνοούμενο βαρκάρη;»
«Μα εμείς δε μιλάμε γι’ αυτόν. Μιλάμε για τον τρίτο συνάδελφο που εσείς ζητάτε. Γιατί τούτος που λέτε δεν ήταν συνάδελφος».
«Ναι ε; Και τι ήταν; Και σε κάθε περίπτωση πού είναι; Γιατί εξαφανίστηκε; Μα και ούτε τον βαρκάρη τραυματισμένο ή νεκρό βρίσκουμε. Τι έγινε, εξαερώθηκε; Για να μας πει κάποιος που τον γνώριζε καλά δυο λόγια για το άτομό του».
Ένας νεαρός που δήλωσε ότι ήταν ιστιοπλόος σε κάποιον τάδε Όμιλο δήλωσε ότι ο αγνοούμενος ήταν ένας πολύ γνωστός αθλητής που αναμενόταν και στους αυριανούς αγώνες να είναι ο νικητής, όπως και στους περσινούς και τους προπέρσινους και όσο θυμάται. Πρώτος πάντα και με μεγάλη διαφορά από τον δεύτερο.
Ο εν λόγω αθλητής δεν ήταν ιδιαίτερα αγαπητός στον κύκλο των αγωνιζομένων αθλητών. Με τη δική του συμμετοχή, η έκβαση ενός αγώνα ήταν προδιαγεγραμμένη και επομένως ο αγώνας χωρίς ενδιαφέρον, με το αποτέλεσμα αναμενόμενο. Καταντούσε ανιαρό αν και ο αγώνας ήταν Πανελλήνιος και μεγάλης σημασίας.
Παρακάλεσαν τον αθλητή, για μια και μόνο φορά, να μη δηλώσει συμμετοχή.
Βρε τον ικέτεψαν στο όνομα του αθλήματος. Βρε τον συμβούλευσαν. Βρε αγρίεψαν. Μα εκείνος χαμογελώντας αυτάρεσκα τους είπε:
«Τότε, μου δίνετε το χρυσό μετάλλιο και το αναλογούν χρηματικό ποσό που το συνοδεύει και ευχαρίστως σας αδειάζω τη γωνιά. Εσείς κάνετε την απονομή μετά, με μια μικρή αλλαγή. Αργυρό – χάλκινο – τσίγκινο (!) μετάλλιο και ούτε γάτα ούτε ζημιά. Αν μη τι άλλο θα είναι κάτι το πρωτότυπο . Δεν νομίζω να έχει ξαναγίνει κάτι το τόσο ανήκουστο».
Με το ακροτελεύτιο τούτο συμπέρασμά του, έκανε τους συναδέλφους του να θέλουν να τον πνίξουν. Να αφανίσουν το αυτάρεσκο παγώνι που υποτιμούσε όχι μόνο τους συναθλητές του μα και τον ίδιο το θεσμό και πιο συγκεκριμένα τον εφοπλιστή που προσέφερε τα χρηματικά βραβεία, τα οποία δεν ήταν καθόλου ευκαταφρόνητα και δεν ήταν μόνον αυτά. Υπήρχαν μηνιαίοι μισθοί, μπόνους, έξοδα μετακινήσεως και και και… Όλα αυτά από τον εφοπλιστή, τον οποίο με τη συμπεριφορά του, τρόπω τινά, περιφρονούσε και απαξιούσε.
Μίσος, μίσος, μίσος διακατείχε τους πάντες.

«Οπόταν φίλοι μου», είπε ο ανακριτής, «κάτι έπρεπε να γίνει και αυτό έγινε. Εξαφάνισαν το παγώνι. Και το θέμα μας δεν είναι ποιος το έκανε -πράγμα που δεν υπάρχει περίπτωση να μην τον βρω, ούτε μία στο εκατομμύριο- αλλά πώς το έκανε. Αν θέλετε τη γνώμη μου, είναι βλακωδώς απλό. Γι’ αυτό ζητώ τον τρίτο ταχυπλόο. Είναι αυτός που μέσα στην αναμπουμπούλα τον απήγαγε! Τώρα πώς γίνεται να μην υπέπεσε στην αντίληψη κανενός το γεγονός; Χμ, φοβάμαι ότι και αυτό πολύ απλό είναι και γι΄αυτό δύσκολο! Όλοι το είδαν γιατί όλοι ήταν στο κόλπο. Με προεξάρχοντες τους δύο παρόντες συναδέλφους του. Κάνω λάθος κύριοι;»
Ο ένας λεμβούχος πετάχτηκε πάνω κατακόκκινος και σε έξαλλη κατάσταση και με λόγια ακατάληπτα κραύγαζε:
«Θα σας μηνύσω για όσα μας προσάπτετε. Δεν ξαναλέω κουβέντα χωρίς τον δικηγόρο μου, ούτε λέξη».
Ο έτερος των λεμβούχων είχε καταρρεύσει κατάχλωμος στην καρέκλα του, έτοιμος να απολέσει τις αισθήσεις του, κουνώντας αποδοκιμαστικά το κεφάλι.

*

Η ώρα περνούσε και πλησίαζε η έναρξη των αγώνων. Πλήθος κόσμου είχε συρρεύσει στην περιοχή και η θάλασσα γαλήνια είχε γεμίσει με πελώριους πάνινους γλάρους που περίμεναν το εναρκτήριο σάλπισμα. Ήταν μια ζωγραφιά.
Από τα μεγάφωνα ακούστηκε ένας συνήθης χαιρετισμός από ένα υψηλόβαθμο αθλητικό στέλεχος και αμέσως μετά το σφύριγμα του αφέτη.
Υπέροχο θέαμα και όλα τα βαρκάκια σε μια γραμμή. Κανένα δεν ξεχώριζε. Και αν για μια στιγμή κάποιο κατάφερνε κάτι καλύτερο, γρήγορα τα άλλα το έφθαναν και η ισορροπία αποκαθίστατο.
Ήταν βέβαιο από την αρχή ότι ο νικητής θα αναδεικνυόταν την τελευταία στιγμή και μόνο. Πράγμα πολύ ενδιαφέρον και ασυνήθιστο, γιατί εδώ και χρόνια ο πρώτος ξεχώριζε σχεδόν από την αρχή, για να καταλήξει να νικήσει με τεράστια διαφορά από τον δεύτερο και πολύ περισσότερο από τους υπόλοιπους. Αυτό, ακόμη και οι ειδήμονες δεν μπορούσαν να το εξηγήσουν.

Έτσι, με αυτόν τον σούπερ ντούπερ αθλητή απόντα, όλα απέκτησαν ένα καινούριο ενδιαφέρον, τόσο για τους ίδιους τους ιστιοπλόους όσο και για το φιλοθεάμον κοινό. Αγώνας μεταξύ ίσων, ήταν όντως ενδιαφέρων αφού και το αποτέλεσμα ήταν άδηλο. Αυτό σαν γενικό συμπέρασμα και όποιος διαφωνεί, κυρία κυρία να το πει!!!

Όπως είχε προβλεφτεί, στο τέρμα έφθασαν 3-4 σκαφάκια συγχρόνως, με διαφορά ίσως εκατοστού. Το photo finish θα ξεκαθάριζε το θέμα.
Έγινε η απονομή των μεταλλίων και εννοείται μετάλλια κανονικά, χωρίς… τσίγκινα!
Όλοι ικανοποιημένοι και παράπονο ουδείς.
Και αφού το πανηγύρι τελείωσε, η ανάκριση συνεχίστηκε τόσο εκείνη την ημέρα όσο και την επομένη. Ο κλοιός γύρω από τους δύο λεμβούχους στένευε από λεπτού σε λεπτό, μέχρι που η μεγάλη στιγμή έφθασε.
«Ε ναι που να πάρει, το απομακρύναμε το ναρκισσευόμενο παγώνι, που χρόνια τώρα κατάστρεφε τους αγώνες και τις προσπάθειες όλων των παιδιών. Ας πήγαινε να λάβει μέρος σε αγώνες σούπερ σταρ, υπάρχουν και τέτοιοι, γίνονται στη Μ. Βρετανία. Με μας γιατί να ανταγωνίζεται; Μόνο και μόνο για να ταπεινώνει τους νέους και να κόβει τα φτερά τους; Δεν είναι κρίμα; Ίσως αναρωτιέστε αν θελήσει να μας καταγγείλει. Πιστέψτε μας δε θα το κάνει. Έχουμε ηχογραφήσει την απαίτησή του για βράβευση χωρίς αγώνα και επαίσχυντο χρηματισμό. Οπόταν παίζεται η αθλητική του οντότητα. Εμείς κακό δεν του κάναμε. Απλά τον απομακρύναμε έντεχνα από την περιοχή, βυθισμένο μεν αλλά σε βαθύ και ακίνδυνο ύπνο. Ήδη θα έχει ξυπνήσει. Εσείς κύριε ανακριτά, που η αλήθεια δε σας διαφεύγει, αν ανακρίνετε τον εν λόγω, θα δείτε ότι τίποτα απ’ ό, τι σας είπα δεν είναι αναληθές».
«Και πώς θα δικαιολογήσει την απουσία του;»
«Ω καθόλου δύσκολο κι αυτό. Το πιο πιθανό να πει ότι έπαθε ισχιαλγία και ότι στο μέρος που βρισκόταν δεν έπιανε σήμα το τηλέφωνο για να ειδοποιήσει για την απουσία του. Ποιος να τον κατηγορήσει γι’ αυτό; Στον καθένα μπορούσε να συμβεί».

*

Και έτσι έληξε μια ιστορία τόσο σημαντική για μερικούς που ασχολούνται με θαλάσσιους αγώνες και ασήμαντη για μας που τους παρακολουθούμε, είτε είμαστε φαν είτε απλοί θεατές τέτοιων σπορ, είτε ακόμη ρομαντικοί θαυμαστές χειμωνιάτικου τοπίου, καθισμένοι σε μια βεράντα ξενοδοχείου, με μια κούπα καυτή σοκολάτα στο χέρι.

 

_

γράφει η Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Σάββας Ρουμελιώτης

Φιλόλογος-γλωσσολόγος, λάτρης της γλώσσας και του λόγου σε κάθε του μορφή, γραπτή και προφορική. Εραστής της λογοτεχνίας και της συγγραφής, σκαρφίζεται ιστορίες από τότε που θυμάται τον εαυτό του. Όνειρό του, να εξασφαλίσει ένα εισιτήριο για το τρένο που διασχίζει τον παραμυθένιο σιδηρόδρομο της λογοτεχνίας.

4 Σχόλια

  1. sofia25164

    Γεμάτη σασπένς και πάλι η ιστορία σου Λένα μου, σου αρέσει να κρατάς την αδρεναλίνη μας στα ύψη!!! Πολύ όμορφη γραφή με το στίγμα σου πάντα!!! Την Καλημέρα μου!!!!

    Απάντηση
  2. Lena Mavroudi Mouliou

    Sοφία μου καλημέρα
    Γνώμη μου είναι ότι ένα αστυνομικό δεν είναι απαραίτητο να έχει και αίμα, μΊα ΠΑΡΑΝΟΜΊΑ ΔΊΚΑΙΗ Ή ΆΔΙΚΗ και έτοιμο το στόρι.Είμαι σίγουρη ότι θα συμφωνείς.
    Ευχαριστώ για το όμορφο σχόλιο

    Απάντηση
  3. Μάρθα Δήμου

    Σήμερα, τουλάχιστον εγώ, ανακαλύπτω ότι διαθέτεις και αστυνομικό δαιμόνιο, Λένα μου!!!! Πάρα πολύ ωραίο και κρατά την αγωνία στα ύψη! Περιμένουμε και τη συνέχεια!Την καλημέρα μου.

    Απάντηση
  4. Lena Mavroudi Mouliou

    Μάρθα μου έχεις χάσει πολλά επεισόδια. Κατά βάσιν παραμυθού του αστυμικού είμαι. Ξέρω ότι δεν έχεις πολύελεύθερο χρόνο αλλά θα σε παρακαλούσα να ρίξεις μια ματιά σε όσα ΚΑΙ το βιβλιο.νετ αστυνομικά μού έχει ανεβάσει.
    . Αυτ’ο που μόλις διάβασες είνάι από τα πιο ήπια θα έλεγα
    Ευχαριστώ και καλή σου μέρα.

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Υποβολή συμμετοχής!

Εγγραφείτε στο newsletter

Αρχείο

Είσοδος