Στα μονοπάτια της Πηγής [αστυνομική νουβέλα σε συνέχειες]

Η μικρή Πηγή βασανίζεται από έναν επαναλαμβανόμενο εφιάλτη, καιρό τώρα. Ο Πρόδρομος και η Καίτη σχεδιάζουν τις διακοπές του ερχόμενου καλοκαιριού. Ποιος και τι θα τους οδηγήσει στο νησί της Ρόδου; 

 

Χθες

 

«Κοιμήσου αγγελούδι μου,

κοιμήσου.

Και εγώ σύννεφα θα σου

μαζέψω να ‘χεις να περπατάς.

Τα ματάκια σου κλείσε και

άγγελο θα ζητήσω

να σε προστατεύει»

Δεν άργησε να αποκοιμηθεί στην αγκαλιά της μητέρας της. Της χάιδεψε τα μαλλιά, ακουμπώντας το μέτωπο απαλά. Τη σκέπασε, αφήνοντας ένα φωτιστικό αναμμένο στη γωνιά του δωματίου, πλάι στην πόρτα, δείχνοντας την έξοδο τις δύσκολες βραδιές.

«Κοιμήσου», ψιθύρισε γέρνοντας στην πόρτα.

 

Σήμερα

Η βραδιά ήταν μεγάλη. Επιστρέφοντας από την εκκλησία στρώθηκαν στο τραπέζι με τη μαγειρίτσα. Οι μισοί από νηστεία σαράντα ημερών και οι υπόλοιποι μιας εβδομάδας. Η λιχουδιά, όμως, του τραπεζιού ήταν η τηγανιά της Καίτης. Αυτήν πρόσμεναν μέρες τώρα. Αδειάζοντας δύο τρία μπουκάλια κρασί σχολίαζαν τα ντυσίματα και τα νέα πρόσωπα στο εκκλησίασμα. Γέλασαν πολύ.

«Είστε κακοί», σχολίασε η Καίτη προσπαθώντας να συγκρατήσει το δικό της.

«Μπαμπά», ακούστηκε από το βάθος του διαδρόμου η φωνή της μικρής Πηγής.

Τα γέλια σταμάτησαν. Η Καίτη, δαγκώνοντας τα χείλη, κοίταξε τον Πρόδρομο κρατώντας τα μαχαιροπίρουνα.

«Πάω», αποκρίθηκε στην αγωνία της και κατευθύνθηκε στο παιδικό δωμάτιο.

Ξημερώνει. Ο Πρόδρομος έχει σηκωθεί από νωρίς. Κατάφερε μετά βίας να κοιμηθεί δύο ώρες, έχοντας το μυαλό σε εγρήγορση για τυχόν νέο ξέσπασμα της κόρης του. Σηκωνόταν από το κρεβάτι και νοιαζόταν. Προσεχτικά, πλησίαζε την πόρτα και την παρατηρούσε για μερικά λεπτά. Όταν δεν έβλεπε ανησυχία στον ύπνο, επέστρεφε καθησυχάζοντας και την Καίτη.

«Είναι καλά», της έλεγε αγκαλιάζοντάς την.

Το τελευταίο διάστημα οι εφιάλτες είναι πιο συχνοί. Μία δύο φορές την εβδομάδα. Δεν τους σχολιάζουν ποτέ. Την πρώτη φορά μόνο που τον περιέγραψε στη μητέρα της, ζώντας τον πάλι.

«Έτρεχα, μαμά, και φοβόμουν. Φοβόμουν πολύ», είχε αρχίσει εξιστορώντας. «Ήταν σκοτεινά και έτρεχα χωρίς παπουτσάκια, αλλά δεν πονούσα. Φοβόμουν, όμως, κι έτρεχα σ’ ένα μεγάλο χωράφι που είχε και ένα πηγάδι. Έφτασα κοντά του και από τον φόβο μου έπεσα μέσα και φώναζα βοήθεια. Μετά ξύπνησα», ολοκλήρωσε σκουπίζοντας τα δάκρυα.

Στους επόμενους τη ρωτούσαν αν ήταν το ίδιο όνειρο και λάμβαναν τη σιωπηρή, θετική απάντηση, κουνώντας το κεφάλι και μασουλώντας το πρωινό. Οι εφιάλτες άρχισαν μήνες μετά που έκλεισε τα τέσσερα. Η νηπιαγωγός στις ενημερώσεις δεν είχε αναφέρει ποτέ τίποτα. Η συμπεριφορά τής μικρής δεν άλλαζε τη μέρα. Μονάχα τα πρωινά που ακολουθούσαν τις δύσκολες βραδιές κι αυτό μέχρι να μπει στο λεωφορειάκι του σταθμού. Μετά, ξεχνιόταν. Η Καίτη το είχε ψάξει, αναζητώντας εξήγηση. Την αιτία που η ψυχολογία της μικρής διαταρασσόταν. Σε συζητήσεις με μητέρες άλλων παιδιών προσπάθησε να βρει ομοιότητες. Παιδικές ανησυχίες τής έλεγαν, αλλά δεν την ηρεμούσαν.

Ανέτρεξε σε ιστοσελίδες συζητήσεων αντιμετώπισης παιδικών θεμάτων. Απέφευγε να τα ονομάζει προβλήματα. Φοβόταν πως ίσως δεν ήταν καλή μητέρα, πως το περιβάλλον χρειαζόταν αλλαγές και απευθύνθηκε σε ειδική ψυχολόγο.

«Μην ταράζεσαι», της πρωτοείπε. «Είναι φυσιολογικό να έχουν άσχημα όνειρα. Είναι η περίοδος που η φαντασία τους αναπτύσσεται και αδυνατούν να ξεχωρίσουν το πραγματικό από το όνειρο. Άφησε ένα φωτάκι ανοιχτό το βράδυ. Καλό θα ήταν να γυρίσεις και το κρεβατάκι της να κοιτά την πόρτα. Είναι καλό, υποσυνείδητα, να γνωρίζει πού βρίσκεται η έξοδος από το δωμάτιο, από εκεί δηλαδή που νομίζει ότι διαδραματίζεται το όνειρο. Και να της μιλάς. Συζήτησέ το μαζί της. Αν δε θέλει, μην την πιέσεις, κάποια στιγμή θα σου ανοιχτεί», συνέχισε σημειώνοντας παρατηρήσεις.

Ακολουθώντας τις οδηγίες τής ψυχολόγου δεν το ξανασυζήτησαν. Περίμεναν και οι δύο τη μικρή. Την καθησύχαζαν μονάχα, λέγοντας πως είναι όνειρο και πως ό,τι βλέπει είναι ένα παραμύθι.

«Όλα τα παραμύθια δεν έχουν καλό τέλος; Έτσι κι αυτό», λέει συχνά ο Πρόδρομος γεμίζοντας την κούπα με γάλα φιλώντας την.

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!