Select Page

10. Το βιβλίο της Άμμου

10.  Το βιβλίο της Άμμου

Βυθιζόμουν σε κινούμενη άμμο. Δεν μπορούσα να αναπνεύσω και έβλεπα σαν ταινία τη ζωή μου να τρέχει ανάποδα με γρήγορη ταχύτητα. Όταν έφτασα κάπου εκεί στην εφηβεία άνοιξα τα μάτια μου. Ήμουν ιδρωμένος. Δεν έκανε ζέστη αλλά εγώ ζεσταινόμουν. Διψούσα αλλά δεν ήθελα να πιώ. Ήθελα να σηκωθώ αλλά ήμουν μουδιασμένος. Προσπαθούσα να συγκεντρωθώ σε κάτι αλλά μου ήταν αδύνατο. Με δυο λόγια εξακολουθούσα να είμαι βυθισμένος σε μια σκατοκατάσταση. Έφταιγε κι αυτή η μύγα που με γυρόφερνε βουίζοντας σαν κορμόνι κόντρα σοπράνο.. Έκανα μια έτσι με το χέρι μου και την έστειλα σε άλλη διάσταση. Τότε χτύπησε το τηλέφωνο. Το σήκωσα.
-Γραφείο ερευνών Αμβρόσιος Σακάδας, λέγεται.
-Θέλω το βιβλίο της άμμου, μου είπε μια αναιδέστατη τσιριχτή φωνή.
-I beg your pardon; ρώτησα ξαφνιασμένος.
-Το βιβλίο της άμμου μαλάκα, κουφός είσαι ή παριστάνεις το βλάκα;
-Και ποιος σας είπε ότι το έχω εγώ παρακαλώ; άρχισα να το διασκεδάζω.
-Το βιβλίο. Το διάβασα στο βιβλίο…
-Αφού λες ότι δεν το 'χεις πια το βιβλίο. Ότι το έχασες ή στο κλέψανε ή ότι άλλο σκατά συνέβη. 'Η μήπως πρόκειται για άλλο βιβλίο;
-Για το ίδιο πρόκειται. Το διάβασα πριν μου το κλέψουν, απάντησε με πείσμα αλλά ήρεμα αυτή τη φορά η τσιριχτή φωνή.
-Κοίτα να δεις μεγάλε. Καλά περνάς εσύ την ώρα σου αλλά εγώ δεν έχω όρεξη για σαχλαμάρες και το αστειάκι κράτησε πολύ. Σου προτείνω να ρίξεις μια μαλακία. Θα το ευχαριστηθείς καλύτερα, είπα και του έκλεισα το τηλέφωνο.
Μέχρι να βάλω τη καμπαρτίνα και να βγω από το γραφείο το τηλέφωνο κτυπούσε σαν μανιακό. Είναι μερικοί τόσο ηλίθιοι που αν έδιναν το Νόμπελ ηλιθιότητας δεν θα το κέρδιζαν αυτοί.
-Και γιατί παρακαλώ; ρώτησε ο μπάρμαν από το Dacapo.
-Γιατί είναι και πολύ ηλίθιοι ρε Μίλτο.
Ο Μίλτος έσκασε στα γέλια. Ήταν το καλύτερο κοινό που είχα ποτέ στη ζωή μου. Ό,τι και να έλεγα το έβρισκε πνευματώδες. Αλλά κι εγώ ήμουν υπόδειγμα πελάτη. Ό,τι και να μου σέρβιρε το έβρισκα οινοπνευματώδες. Αρκεί να ήταν βότκα με πάγο. Απορούσα πώς επέτρεπα στον εαυτό μου μια τέτοια πολυτέλεια. Εδώ η μια δόση βότκα κόστιζε σχεδόν όσο ένα μπουκάλι. Αλλά όσα λιγότερα έχει κανείς τόσο περισσότερο σπάταλος γίνεται κι εγώ είχα τα λιγότερα.
-Μίλτο καν' τη διπλή, άκουσα μια άλλη φωνή από δίπλα.
Γύρισα κι είδα τον Μακρίδη απ’ τις εκδόσεις «Εντροπία».
- Αμβρόσιε σ’ έψαχνα, μου είπε κι έσπρωξε το ποτήρι προς το μέρος μου. Αυτό είναι κερασμένο από μένα.
-Έτσι, κερασμένο στα καλά του καθουμένου; ρώτησα εγώ.
-Ναι ρε μεγάλε, έτσι. Γιατί σε βλέπω κι είσαι του κλαματού. Καλό ε; είπε και κοίταξε να δει αν θα γελάσει ο Μίλτος. Ο Μίλτος όμως έκανε τον κουφό κι ο Μακρίδης γύρισε πάλι σε μένα.
-Σε θέλω και για μια δουλειά. Εύκολη δουλειά.
-Πες το ντε, είπα εγώ. Πας να με καλοπιάσεις. Πέρνα απ’ το γραφείο, αύριο το πρωί. 150 ευρουλάκια ημερησίως συν τα έξοδα και μην περιμένεις να σου ανταποδώσω το κέρασμα.
-Σιγά να μην περάσω από το γραφείο. Οι δουλειές συζητιούνται καλύτερα στα μπαρ. Πρώτος διδάξας ο Μπουνιουέλ. Αλήθεια διάβασες τα απομνημονεύματά του; Ύστερα αυτό που θέλω δεν είναι και τίποτα δύσκολο. Μια επίσκεψη θα κάνεις σ’ έναν ενοχλητικό συγγραφέα.
-150 ευρουλάκια ημερησίως και… ξεκίνησα το ίδιο τροπάρι αλλά αυτός δε χαμπάριασε.
-100 διαθέτω. Δεν θα σου πάρει πάνω από ώρα. Τα θες ή όχι;
Ανένταχτος της αριστεράς ο Μακρίδης, δηλ. κωλοπαιδαράς. Οι τύποι σαν αυτόν παίζουν σ’ όλα τα ταμπλό. Ιδιοκτήτης ραδιοφώνου λόγου και μπλα-μπλα και εκδότης, απ’ αυτούς που δεν έχουν πληρώσει μέχρι τώρα ούτε ένα ευρώ πνευματικά δικαιώματα σε κανένα συγγραφέα. Ούτε για δείγμα. Την εποχή που έτρεχα να αλλάξω τον κόσμο κάπου διάβασα ότι ο Μαρξισμός έγινε η συνείδηση της αστικής τάξης. Έτσι μάθανε όλοι οι επιτήδειοι πώς λειτουργεί ο καπιταλισμός και τώρα κονομάνε ως επιχειρηματίες της αριστεράς. Χειρότεροι εργοδότες κι από τους δεξιούς γιατί απορρίπτουν ακόμα και τη φιλανθρωπία ως μικροαστικό κατάλοιπο. Βέβαια μισούν τις λέξεις «επιχειρηματίας» και «εργοδότης» γιατί μυρίζουν λέει υπεραξία και ληστρική συμπεριφορά. Ακόμη κι όταν έχουν εκατό κορόιδα στη δούλεψή τους υιοθετούν τον όρο «ελεύθερος επαγγελματίας». Κι εγώ ελεύθερος επαγγελματίας είμαι και μάλιστα πολυεπαγγελματίας αν απαριθμήσω όλα τα επαγγέλματα που έκανα τα τελευταία τριάντα χρόνια. Αλλά είμαι ταπί και ψύχραιμος. Είναι μάλλον γιατί δεν θεωρώ τον εαυτό μου ανένταχτο της αριστεράς. Είναι γιατί στα νιάτα μου υπήρξα προφανώς κακός μαρξιστής. Ευτυχώς που δεν είμαι συγγραφέας αστυνομικών γιατί αν τα έγραφα όλα αυτά θα έχανα τον κύριο όγκο του αναγνωστικού κοινού μου, μια και ως γνωστόν οι ανένταχτοι αριστεροί είναι το target group αυτού του είδους των αναγνωσμάτων.
-Για λέγε λοιπόν, του είπα.
-Να πρόκειται για ένα μαλάκα συγγραφέα. Τον Ζαφειράκη, τον ξέρεις;
-Γιατί θα ’πρεπε; Τώρα δεν μου ’πες πως είναι μαλάκας; Και σε πιστεύω γιατί αν δεν ήταν δεν θα χαράμιζε τη ζωή του καθισμένος σε μια καρέκλα σαν τον ανάπηρο να γράφει βιβλία και να τα δίνει σε σένα να τα εκδώσεις.
-Αμβρόσιε, εκτιμώ το χιούμορ σου αλλά στην συγκεκριμένη περίπτωση ο τύπος δεν γράφει. ‘Η μου στέλνει το ίδιο βιβλίο με άλλο τίτλο ή μου στέλνει μεταγραφές βιβλίων άλλων συγγραφέων με τον ίδιο πάντα τίτλο ή με τίτλο άλλου γνωστού βιβλίου ή…
-Δεν καταλαβαίνω τι μου λες, τον διέκοψα.
-Νομίζεις ότι κι εγώ είναι εύκολο να σου εξηγήσω, μου είπε με ολοφάνερη απελπισία.
-Διάβασε καλύτερα αυτό το γράμμα. Του το έστειλα πριν μια βδομάδα, είπε και μου πάσαρε ένα δαχτυλογραφημένο χαρτί διπλωμένο στα τέσσερα.
Το διάβασα επίτηδες φωναχτά:
«Αγαπητέ Ζαφειράκη
Μ’ αυτή μου την επιστολή σκοπεύω να ξεκαθαρίσω μερικά βασικά ζητήματα ώστε η περαιτέρω συνεργασία μας να αποβεί όχι μόνο αρμονική αλλά και αποδοτική…»
-Όταν υπερασπίζεσαι τα συμφέροντά σου είσαι δεόντως διπλωματικός, σχολίασα. Δηλαδή μεγάλη κουφάλα.
Ο Μακρίδης δεν έβγαλε λέξη και ο Μίλτος παραλίγο να σπάσει ένα ποτήρι προσπαθώντας να πνίξει το γέλιο του. Συνέχισα.
«Δεν είναι δυνατόν να εκδίδεις το ίδιο βιβλίο με άλλο κάθε φορά όνομα, όπως δεν γίνεται το ίδιο βιβλίο να κυκλοφορεί με διαφορετικούς τίτλους ή διαφορετικά βιβλία με τον ίδιο τίτλο. Αυτές οι αντιλήψεις σπέρνουν αναρχία και η αναρχία είναι μια αρρώστια επιδημική. Χωρίς να το καταλάβουμε θα βρεθούμε σ’ ένα χάος, όπου κανείς δεν θα ξέρει τι πρέπει να κάνει και τι όχι. Ούτε να συνεννοηθούμε δεν θα μπορούμε. Κι αυτό δεν θα έχει σχέση μόνο με το παρόν αλλά και με το μέλλον. Σκέψου να κληρονομούσαμε την Οδύσσεια με εκατό διαφορετικούς τίτλους ή υπογεγραμμένη από διαφορετικούς συγγραφείς. Ακόμα σκέψου πώς θα νιώθαμε αν ξαφνικά ανακαλύπταμε ότι ο Άμλετ, η Θεία Κωμωδία και ο Οιδίποδας, βιβλία τόσο διαφορετικά μεταξύ τους, έχουν γραφτεί από τον ίδιο συγγραφέα. Αναγνωρίζω φυσικά πως από βιβλίο σε βιβλίο δεν είσαι το ίδιο πρόσωπο ακόμα κι όταν τα γράφεις ταυτόχρονα. Κατανοώ επίσης ότι ένα βιβλίο θα μπορούσε να έχει πολλούς τίτλους ή ότι πολλά βιβλία τον ίδιο τίτλο. Αλλά ο τίτλος είναι ένας κωδικός και οφείλει να είναι διαφορετικός σε κάθε βιβλίο ώστε ο αναγνώστης να ξέρει τι αγοράζει και τι διαβάζει. Αυτό είναι μια αναγκαία σύμβαση. Διαφορετικά δεν θα ξέραμε ποιος είναι ποιος και τι είναι τι. Και μη μου πεις ξανά ότι όλα έχουν ειπωθεί κι ότι αυτό που λέει ο καθένας είναι γεγονός καθαρής σύμπτωσης και μόνο, γιατί θα μπορούσε να πει οτιδήποτε άλλο κάτω από άλλες συγκυρίες και σε άλλη χρονική στιγμή.
Αγαπητέ Ζαφειράκη νομίζω ή ότι παραλογίζεσαι ή ότι σου αρέσει να με προκαλείς ή ότι επιδιώκεις κάτι κακό σε βάρος μου. Ειδικά όταν μου στέλνεις βιβλία άλλων συγγραφέων με την υπογραφή σου και με τίτλους παρμένους από άλλα ήδη γνωστά βιβλία. Δεν ξέρω τι νομίζεις για τους εκδότες αλλά σε διαβεβαιώ ότι…» και λοιπά και λοιπά σταμάτησα την ανάγνωση σκασμένος στα γέλια.
Ο Μίλτος κρύφτηκε κάτω από τον πάγκο και το ‘παιζε διακριτικά «ποιος Θανάσης» κι εγώ στραβοκατάπια τη βότκα κι έβηχα σαν φυματικός. Προσπάθησα να φανταστώ τον Μακρίδη να διαβάζει συνεχώς το ίδιο βιβλίο. Είναι σαν το ανέκδοτο που οι ακροατές ενός κονσέρτου μπιζάρουν συνεχώς τον σολίστα κι όταν αυτός ρωτάει τον μαέστρο γιατί τόσες πολλές φορές αυτός τους εξηγεί ότι έτσι θα συμβαίνει μέχρι να το μάθει καλά.
-Καλά ξηγιέσαι μεγάλε αλλά δεν νομίζω ότι τελικά ο Ζαφειράκης είναι και τόσο μαλάκας όσο ισχυρίζεσαι, σχολίασα όταν μου πέρασε το νευρικό.
-Γέλα εσύ, είπε ο Μακρίδης πικαρισμένος. Εγώ όμως έχω ένα συμβόλαιο μαζί του για τρία βιβλία. Μέχρι τώρα μου έδωσε μόνο ένα -που δεν πήγε καθόλου άσχημα ομολογώ- αλλά τώρα άρχισε αυτά τα κόλπα και μου ’χει σπάσει τα νεύρα.
-Ε, ωραία. Δεν έχεις παρά να καταγγείλεις το συμβόλαιο.
-Δεν είναι και τόσο απλό. Πρέπει να πληρώσω τα δικαιώματα από τις πωλήσεις του πρώτου συν μια αποζημίωση αν διακόψω εγώ το συμβόλαιο.
-Άρα ξέρεις τι πρέπει να κάνεις. Αυτά είναι δουλειά δικηγόρου. Εμένα τι με θέλεις;
-Αμβρόσιε, περνάω μια δύσκολη φάση. Επεκτείνω το μαγαζί, χτίζω στη Βουλιαγμένη και είμαι και σε περίοδο χωρισμού. Διαζύγια, διατροφές και άλλα τέτοια. Καταλαβαίνεις ελπίζω.
-Καταλαβαίνω. Σαφώς καταλαβαίνω. Θέλεις να πάω να του εξηγήσω ότι δεν πρόκειται να πάρει φράγκο τσακιστό και να σ’ αφήσει στην ησυχία σου να ξοδέψεις τα λεφτά του στο σπίτι και στις γκόμενες.
-Δεν είπα ότι δεν θα πάρει τίποτα. Θα πάρει τα νόμιμα. Εννοώ μόνο τα πνευματικά και με κάποιο λογικό διακανονισμό, εξάμηνες, οχτάμηνες επιταγές, κάπως έτσι.
-Τώρα κατάλαβα καλύτερα, σχολίασα. Ρίξε τα 150 εδώ κι επί τόπου. Θα πάω αύριο το πρωί, αλλά δεν σου εγγυώμαι ότι θα δεχτεί.
-Μα είπαμε 100, διαμαρτυρήθηκε...
-Δεν είπαμε. Είπες. Εγώ λέω 150 κι αν καταφέρω να τον πείσω ακόμα 150. Αν δεν σου αρέσει πήγαινε μόνος σου. Δεν θα σου πάρει πάνω από μια ώρα.
-Ρε Αμβρόσιε, 150 κι 150; Έτσι στην ψύχρα;
-Αν νομίζεις ότι κάνει ψύχρα κερνάμε ακόμα ένα διπλό, τον συμβούλεψα.

Ξύπνησα ιδρωμένος και με μια δυσφορία. Είχα την εντύπωση ότι έπεσα να κοιμηθώ στο κρεβάτι αφού είχα βγάλει τα ρούχα μου αλλά τα πράγματα δεν είχαν έτσι. Προφανώς αυτό συνέβη κάποιο άλλο βράδυ γιατί ήμουν ντυμένος και ξαπλωμένος στον καναπέ με το κεφάλι σφηνωμένο στο μπράτσο του. Ένιωθα το στόμα μου πικρό και στο κεφάλι μου κάποιος χόρευε κλακέτες. Ανασηκώθηκα και κοίταξα το ρολόι μου. Έντεκα και κάτι ψιλά. Όχι ότι είχα και τίποτα επείγον να τρέχει. Διακοπές στο γραφείο μου έκανα. Πήγα στο μπάνιο και έπλυνα τα δόντια μου. Ύστερα έψαξα μάταια για μια ασπιρίνη. Το μόνο που κατάφερα να βρω ήταν ένα αντίτυπο του «Αντιγραφέα», του πρώτου βιβλίου του Ζαφειράκη που μου έδωσε χτες ο Μακρίδης πριν φύγω στουπί απ’ το μπαρ. Στην πρώτη εσωτερική σελίδα μου έγραψε την διεύθυνση. Το πήρα και το ξεφύλλισα. Δεν είναι κακή ιδέα να διαβάσω λίγο πριν πάω να τον δω, σκέφτηκα. Θα βοηθούσε να τον αντιμετωπίσω καλύτερα. Άρχισα λοιπόν απ’ την αρχή. Απ’ το επίμετρο του Μπόρχες.

«Όσοι αντιγράφουν καταλεπτώς ένα συγγραφέα, το κάνουν μένα τρόπο απρόσωπο, το κάνουν επειδή συγχέουν αυτόν τον συγγραφέα με τη λογοτεχνία, το κάνουν επειδή υποπτεύονται πως, αν δεν τον ακολουθήσουν σε κάποιο σημείο, είναι σαν να μην ακολουθούν τη λογική και την ορθοδοξία. Για πολλά χρόνια ,κι εγώ ο ίδιος πίστευα πως η σχεδόν άπειρη λογοτεχνία ήταν έργο ενός ανθρώπου. Hταν έργο του Carlyle, του Johannes Becher, του Whitman, του Rafael Cansinos-Assens, του De Quincey»
XOPXE ΛOYIΣ MΠOPXEΣ,*Tο λουλούδι του Colerigde*

«Είναι άδικο να με θεωρείτε αισχρό πλαστογράφο ή ασύστολο λογοκλόπο. Σας προτείνω να με αποκαλείτε αντιγραφέα. Τρελαίνομαι να αντιγράφω. Αντλώ απ' αυτό μιαν ανείπωτη ευχαρίστηση. Όταν διαβάζω ένα βιβλίο ή ένα κείμενο που μου αρέσει, νιώθω την ακατανίκητη επιθυμία να το υπογράψω. Nα σβήσω το όνομα του συγγραφέα και να γράψω το δικό μου, χωρίς να προσθέσω στο κείμενο ούτε μια λέξη δική μου. Ούτε καν για τα προσχήματα. Έτσι κι αλλιώς όλα έχουν ειπωθεί. Ακόμη κι αυτά που εμείς σκεφτήκαμε πρώτοι, κάποιος άλλος τα έχει σκεφτεί πριν από μας. Και το πιο πιθανόν αν δεν τα δημοσίευσε κιόλας είναι να τα σημείωσε κάπου ή να τα είπε κάπου αλλού, σε μια παρέα, σε μια γυναίκα, στον ξομολόγο του ή στον ψυχαναλυτή του. Πριν από μας. Το τονίζω. Πριν από μας. Δεν προσπαθώ να βρω δικαιολογίες. Αυτό είναι κάτι που το ξέρει ακόμα και ο πιο ασήμαντος αναγνώστης. Και ειδικά εγώ. Εγώ που αναγνωρίζω όλες μου τις ιδέες στα κείμενα των άλλων.

Bέβαια, λεν πως δεν πρέπει να υπογράφω τα βιβλία άλλων συγγραφέων. Κάτι τέτοιο η κοινωνική υποκρισία το θεωρεί σκανδαλώδες. Γι’ αυτό αποκαλώ τον εαυτό μου αντιγραφέα. Το δηλώνω εδώ και τώρα. Δημοσίως και χωρίς τη παραμικρή ενοχή ή αιδώ. Δεν είναι κακούργημα. Δεν είναι καν πταίσμα. Είναι άποψη. Η άποψή μου. “La raison de mourir” όπως λέει κι ο Georges Brassens. Είναι ιδεολογική θέση. Είναι ειλικρίνεια. Αντιγράφω ό,τι αναγνωρίζω. Ό,τι μου είναι οικείο. Ό,τι λέγεται καλύτερα απ’ ό,τι θα μπορούσα να το πω εγώ. Διαβάζω φωναχτά. Σκέφτομαι φωναχτά. Γράφω φωναχτά. Με λόγια που δεν ξέρω ούτε μ’ ενδιαφέρει να είναι δικά μου. Με τα λόγια των άλλων, αυτών που είπαν πριν από μένα αυτά που θα ‘θελα εγώ να πω. Με τα λόγια αυτών που έγραψαν καλύτερα από μένα αυτά που προσπαθώ εγώ να γράψω. Κι ύστερα υπογράφω. Ξέρω όμως πως δεν υπογράφω τα λόγια, το κείμενο ή το βιβλίο. Υπογράφω την στιγμή της ανάγνωσης. Τη στιγμή της διατύπωσης νοημάτων που έχουν ξαναδιατυπωθεί πολλές φορές με την υπογραφή άλλων αντιγραφέων που όμως εσφαλμένα θεωρούνται συγγραφείς. Σ’ αυτό το παιχνίδι των άπειρων στο χρόνο διατυπώσεων -εγώ δεν έχω πια καμιά αυταπάτη- είμαστε όλοι δέσμιοι. Είμαστε όλοι αντιγραφείς. Ας το δεχτούμε κι ας το απολαύσουμε».
Το τηλέφωνο διέκοψε την ανάγνωση.
-Θέλω το βιβλίο της άμμου. Πάλι η ίδια αναιδής τσιριχτή φωνή.
-Δεν έρχεσαι καλύτερα εδώ να τα πούμε με την ησυχία μας και να μου φέρεις και μια ασπιρίνη; του πρότεινα.
-Υπάρχει και το 'χεις εσύ. Είναι δικό μου, επανέλαβε η φωνή.
-Δεν αμφιβάλλω, είπα για να τον καλοπιάσω. Αν μου πεις κάτι περισσότερο ίσως να σε βοηθήσω να το βρεις.
Μεσολάβησε λίγη σιωπή. Άκουγα την βαριά αναπνοή του. Ύστερα άρχισε πάλι να μιλάει
-Υπάρχουν πολλές μαρτυρίες… μ’ ακούς; Λένε πως είναι οι δέκα εντολές που ο Θεός έδωσε στον Αβραάμ. Ότι είναι η βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας. Το βιβλίο του Νοστράδαμου. Το βιβλίο της άμμου του Μπόρχες ξεκαθαρίζει μερικά πράγματα… Δεν πρόκειται για φανταστική διήγηση αλλά για μαρτυρία. Είναι ένα βιβλίο με άπειρο αριθμό σελίδων γιατί όλα είναι γραμμένα εκεί. Κατάλαβες τώρα; Αν δεν το φέρεις μέχρι το απόγευμα δεν…
Ή έκλεισε το τηλέφωνο ή έγινε διακοπή. Περίμενα λίγο κοιτάζοντας το ταβάνι, τον χαλασμένο ανεμιστήρα, το χρώμα που ξεφλούδιζε από την υγρασία. Το τηλέφωνο παρέμεινε μουγκό. Κοίταξα το ρόλοι. Κοντά δώδεκα. Έσκισα τη σελίδα με την διεύθυνση του Ζαφειράκη και πήρα το δρόμο για το Κολωνάκι. Δεν πήρα το Honda γιατί ήταν κοντά. Δεν υπολόγισα όμως την ανηφόρα και μέχρι να φτάσω μου πετάχτηκε η γλώσσα έξω. Δεινοκράτους 67. Ένα παλιό τριώροφο κτίριο με τέσσερα μεγάλα οροφοδιαμερίσματα. Το ισόγειο ξενώνας για Αμερικάνους φοιτητές. Στον πρώτο όροφο έμενε μια οικογένεια Λιβανέζων. Στον τρίτο ένας αμερικανοεβραίος, διευθυντής του Ισραηλινού μουσείου. Στο δεύτερο ο Αντιγραφέας. Πώς θα του φαινόταν άραγε αν τον αποκαλούσα έτσι; Μάλλον δεν θα του άρεσε. Οι συγγραφείς υποδύονται ρόλους για να γράψουν, αλλά στην κανονική ζωή θέλουν να τους φωνάζουν με το όνομά τους. Μάλλον δεν είχα την ευκαιρία να μάθω περί αυτού τις απόψεις του, γιατί ανεβαίνοντας τη σκάλα έπεσα πάνω στον υπαστυνόμο 'Ελπι.
-Βρε, καλώς τον Αμβρόσιο. Πώς από δω; μου είπε κεφάτα.
-Μια κοινωνική επίσκεψη, απάντησα εγώ.
-Σε λίγο να δεις πόσο κοινωνική θα γίνει η επίσκεψη σου. Μαζί με το ένταλμα περιμένω και τον κλειδαρά και τη σήμανση. Άσε που μπορεί να το πάρουν χαμπάρι και οι δημοσιογράφοι.
-Έγινε τίποτα; ρώτησα διακριτικά.
-Οι γείτονες πήραν τηλέφωνο πριν από λίγο. Άκουσαν ένα πυροβολισμό. Οι αποκάτω λένε πάνω και ο αποπάνω κάτω. Και ο ενδιάμεσος δεν απαντάει κι η πόρτα είναι κλειστή και γερή. Μήπως μέχρι να έρθουν τα παιδιά θα ήθελες να μου πεις κι εσύ το παραμύθι σου; είπε τρυφερά ο Έλπις.
Δεν πρόλαβε όμως να αρχίσει την ανάκριση τρίτου βαθμού και το πάρτι ξεκίνησε. Ο Ζαφειράκης ήταν καθισμένος στο γραφείο του και νεκρός. Το κεφάλι ήταν πεσμένο πάνω στο αριστερό του χέρι δίπλα σε μια στοίβα λεξικά και το δεξί χέρι κρεμόταν και σχεδόν έδειχνε ένα πιστόλι στο πάτωμα. Ή το αγόρασε στη μαύρη ή το κληρονόμησε από τον παππού του. Ένα παμπάλαιο λούγκερ του γερμανικού στρατού, συλλεκτική παλιατσαρία, που όμως –δυστυχώς- έκανε ακόμα καλά τη δουλειά του. Ήταν ηλίου φαεινότερο ότι επρόκειτο περί αυτοκτονίας. Εγώ δεν χρειάστηκε να μείνω πολύ γιατί είδα αυτό που έπρεπε να δω. Ένα δερματόδετο χοντρό βιβλίο με πάρα πολλές λευκές σελίδες. Είχε το τίτλο «Το βιβλίο της Άμμου». Στην τελευταία σελίδα, στο τελείωμά της, έγραφε μόνο τη λέξη «τέλος» με καλλιγραφικά χειρόγραφα γράμματα. Υποσχέθηκα στον Έλπι ότι θα τον επισκεπτόμουν στο τμήμα το απόγευμα και πήρα το δρόμο της επιστροφής. Μισή ώρα μετά βρισκόμουν στην αγαπημένη θέση μου, με τα πόδια πάνω στο γραφείο. Μόνο που αυτή τη φορά ήμουν πλήρως οργανωμένος με ασπιρίνες αναβράζουσες για ταχεία ανακούφιση, ένα σάντουιτς με καπνιστή γαλοπούλα- μαρούλι-μαγιονέζα για στομαχική προστασία και ένα μπουκάλι βότκα Extra ZYTNIA, πολωνέζικο μοντέλο, για επιδόρπιο. Αφού πήρα τη ασπιρίνη και ενώ καταβρόχθιζα την γαλοπούλα μου ήρθε στο νου η ταινία του Κιούμπρικ «Λάμψη» όπου ο Τζακ Νίκολσον υποδύεται ένα συγγραφέα που παραφρόνησε και γέμιζε χιλιάδες σελίδες με την ίδια λέξη. Ο Μπόρχες –ας αναπαύεται καλά, τον μνημονεύουμε πολύ σ’ αυτές τις σελίδες- σ’ ένα από τα ιστορήματά του γράφει πως όλη η λογοτεχνία θα μπορούσε να χωρέσει σε μια μόνο λέξη. Μια λέξη όμως γραμμένη ατελείωτες φορές μας κάνει ένα λαβύρινθο όπως και το βιβλίο της άμμου, όπως και η απύθμενη μνήμη του Φούνες όπως και όλοι οι λαβύρινθοι που ανακάλυψε ο μακαρίτης, ακόμα και τις λευκές σελίδες του Ζαφειράκη που δεν πρόλαβε ή δεν σκέφτηκε να αναφέρει. Αλλά οι λαβύρινθοι αν μέσα τους χαθείς σε τιμωρούν. Συναντάς τον Μινώταυρο και τότε τυφλώνεσαι, τρελαίνεσαι ή αυτοκτονείς. Βέβαια όλοι μας ξέρουμε πως όλα έχουν ήδη ειπωθεί. Ζούμε ελπίζοντας να πούμε ή να κάνουμε κάτι καινούργιο ακόμα κι αν αυτό δεν είναι δυνατόν. Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο του συλλογισμού μου κατέβασα το πρώτο ποτήρι της βότκας. Στο δεύτερο ποτήρι είδα τον Μπόρχες να κρύβει το βιβλίο της άμμου -που τον έκανε να χάσει τον ύπνο του- στην Εθνική βιβλιοθήκη, κάπου ανάμεσα σε εννιακόσιες χιλιάδες τόμους, κάτω από την περιστροφική σκάλα που κατεβάζει στα βάθη του υπογείου με τους χάρτες και τα περιοδικά. Στο τρίτο ποτήρι θυμήθηκα ότι ο καθίκης ο Μακρίδης, ο κωλόφαρδος γλίτωσε πάλι όχι μόνο τα λεφτά από τα δικαιώματα των βιβλίων του Ζαφειράκη αλλά και τα εκατό πενήντα της αμοιβής μου. Στο τέταρτο ποτήρι συνειδητοποίησα ότι κι εγώ ήμουν χαμένος στο λαβύρινθο απ’ τα αμέτρητα μπουκάλια βότκας που άδειασα μέχρι τώρα. ZYTNIA όμως δοκίμαζα για πρώτη φορά. Άραγε πόσες μάρκες να υπήρχαν ακόμα και τι θα έκανα όταν τελικά τις γευόμουνα όλες; Υποθέτω ότι θ’ άρχιζα πάλι από την αρχή. Στη χειρότερη περίπτωση μπορεί και να το γυρνούσα στο τζιν…

_

περιγράφει ο Αμβρόσιος Σακάδας  &   καταγράφει ο Νίκος Γιαννόπουλος  (Σκηνοθέτης -Παραγωγός) 

Αμβρόσιος Σακάδας

sakadasΟ Αμβρόσιος Σακάδας είναι ένα χαμένο κορμί. Ένας καθυστερημένος του ’68. Ένας ανώριμος σαρανταπεντάρης. Δεν στερείται σπουδών ούτε γνώσεων. Αγαπάει το διάβασμα κι έχει γνώμη σχεδόν για τα πάντα. Δεν επιδιώκει την επωνυμία. Την θεωρεί πηγή μπελάδων. Δεν αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα που τον περιβάλει παρά μόνο σαν μια σύμβαση. Σαν μια σειρά από εικόνες και λεκτικά τερτίπια. Η ζωή γι’ αυτόν είναι μια χειρονομία, ένα παιχνίδι όπου δεν τον ενοχλεί συνεχώς να χάνει. Το μεγάλο ελάττωμα του όμως είναι η τεμπελιά. Ο Αμβρόσιος Σακάδας βαριέται. Η κλασική του παιδεία τον βοήθησε να διαπιστώσει ότι η εργασία ουδέποτε υπήρξε μια ελληνική αρετή, γιατί ποτέ δεν καταγράφεται ως τέτοια στα αρχαία κείμενα. Γι’ αυτό δεν κάνει τίποτα για να αλλάξει τη δική του πραγματικότητα. Θεωρεί ότι οι επιθυμίες, οι φαντασιώσεις και τα διάφορα κορόιδα που κυκλοφορούν ανάμεσα μας έλκουν τις αλλαγές και την εκπλήρωση τους πολύ πιο αποτελεσματικά απ’ ότι αν ξόδευε τις δυνάμεις του και κουραζόταν. Έτσι κάθεται και περιμένει. Αντιδρά μόνο σ’ ένα πρωτογενές επίπεδο επιβίωσης κάνοντας περιστασιακά διάφορες δουλειές του ποδαριού. Η λιτή ζωή του στηρίζεται στα απολύτως αναγκαία: φαγητό, ύπνο, έρωτα, αλκοόλ και φυγή. Όταν τα πράγματα δυσκολεύουν, απλά την κοπανάει για κάπου αλλού. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι ένας σύγχρονος φυγάδας ή πιο σωστά ένας αναχωρητής που αντί να διαλέξει την έρημο, επιλέγει συνεχώς μια πολύβουη πόλη. Άλλωστε στην έρημο θα ήταν από δύσκολο ως απίθανο να κάνει τον ντετέκτιβ. Θα ήταν επίσης δύσκολο να βρει κορόιδα και αλκοόλ. Και το χειρότερο, θα έπρεπε να προσεύχεται…

προσοχη:
Οι ιστορίες αυτές είναι αποτέλεσμα τυχαίων λαθών και μοιραίων συμπτώσεων. Οι χώροι, τα γεγονότα και τα πρόσωπα (εκτός από τον συγγραφέα) είναι φανταστικά. Οποιαδήποτε ομοιότητα ή σχέση με την πραγματικότητα είναι απλά συμπτωματική.

 

 

Νίκος Γιαννόπουλος : Βιογραφικό

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Μάχη Τζουγανάκη

Δηλώνω τυπικά αρχισυντάκτρια της σελίδας. Άτυπα όμως και πιο γνήσια, δηλώνω μέλος μιας όμορφης ομάδας πολύ δεμένης που οι «τίτλοι» του καθενός είναι περιττοί. Δηλώνω επίσης συγγραφέας, ποιήτρια, ερασιτέχνης φωτογράφος, μουσικόφιλή, βιβλιόφιλη, θεατρόφιλη, σινεφίλ και ερωτευμένη με οτιδήποτε ξυπνά τη δημιουργικότητά μου. Τελικά όμως έμαθα… πως το να δηλώνει κανείς τι είναι και τι δεν είναι, είναι ένα μεγάλο παραμύθι, όχι από εκείνα που μου αρέσει να διαβάζω, αλλά από εκείνα που σου θέτουν όρια και σε στριμώχνουν σε καλούπια. Μα εγώ τις λέξεις «όρια» και «καλούπια» τις έχω αφαιρέσει από το λεξιλόγιο της ψυχής μου...

2 Σχόλια

  1. Μάχη Τζουγανάκη

    Πολύ ωραία και αυτή η ιστορία καλογραμμένη, με το χαρακτηριστικό χιούμορ όλων των επεισοδίων της στήλης και τις περιγραφές που ζωντανεύουν τις εικόνες… σε ένα θέμα αυτή τη φορά που απασχολεί ιδιαιτέρως και τους… δυο σας!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Εγγραφείτε στο newsletter

Ακολουθήστε μας!

Follows

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!