Select Page

11. Η Ερωμένη

11. Η Ερωμένη

 

Βρήκα την πόρτα του γραφείου μου μισάνοιχτη. Κοντοστάθηκα να πάρω μια
αναπνοή και με το χέρι μου έψαξα μηχανικά το περίστροφο στην τσέπη της καμπαρτίνας μου. Μαλακίες. Αφού ποτέ δεν το παίρνω μαζί μου. Έσπρωξα μαλακά με το πόδι μου την πόρτα και κοίταξα λοξά στο δωμάτιο. Δεν πίστευα στα μάτια μου.
Ένας υπερογκώδης τύπος βρίσκονταν καθισμένος στον καναπέ μου και σκούπιζε μ’ ένα μαντίλι τον ιδρωμένο σβέρκο του. Δεν είμαι ρατσιστής αλλά θα έβαζα στοίχημα ότι αυτό το μαντίλι πρέπει κάποτε να ήταν άσπρο. Ο χοντρός με κοίταξε σαν να μην συνέβαινε τίποτα.
- Δεν δουλεύει ποτέ το ασανσέρ σ’ αυτό το ερείπιο; άρθρωσε ξέπνοα.
Έριξα μια γρήγορη ματιά στο υπόλοιπο γραφείο. Όλα φαίνονταν να ‘ναι στη θέση τους. Μπήκα χωρίς να κλείσω πίσω μου την πόρτα.
- Μη μου πεις ότι ξέχασα το γραφείο μου ανοιχτό, γιατί δεν το συνηθίζω, πέταξα τσατισμένος.
- Κύριε Αμβρόσιε, όπως ίσως δεν ξέρετε, δεν υπάρχουν για μένα κλειστές πόρτες, μου απάντησε βαριεστημένα ο χοντρός και σκούπισε με το μαντίλι τα σάλια του. Αλλά το θέμα μας δεν είναι αυτό, συμπλήρωσε με νόημα.
Σαφώς και δεν είναι αυτό το θέμα μας, σκέφτηκα. Ένα από τα θέματα όμως ήταν πώς χώρεσε ένας τέτοιος όγκος σε μια στενή πόρτα σαν κι αυτή αφού μόνον ο ιδρωμένος κώλος του χρειάζεται για να βολευτεί τον τριθέσιο καναπέ μου. Μάλλον θα στριμώχτηκε στο πλάι. Εκτός κι αν μπήκε απ’ το παράθυρο. Αν είχα πιάνο μόνο από κει θα χωρούσε. Αλλά δεν είχα… Δεν το σχολίασα.
Διέσχισα το δωμάτιο χωρίς να βιάζομαι κι έβγαλα την καμπαρτίνα μου. Την κρέμασα προσεκτικά στον ετοιμόρροπο καλόγερο. Μηχανικά έκανα και μια κίνηση για να βγάλω το καπέλο μου, αλλά δεν φορούσα. Θα φάνηκε μάλλον σαν να ήθελα να απομακρύνω από το πρόσωπό μου κάποιο έντομο. Ύστερα κάθισα πίσω απ’ το γραφείο μου κι έβαλα όπως έκανα σχεδόν πάντοτε τα πόδια μου πάνω του, έτοιμος να ακούσω αυτά που θα μου ξεφούρνιζε ο «δεν υπάρχουν για μένα κλειστές πόρτες». Φυσικά και δεν υπάρχουν. Αφού σχεδόν όλη η πόλη είναι δική του. Ακόμη και το μίζερο γραφείο μου, κι ας ρωτούσε ο υποκριτής γιατί δεν λειτουργούσε το ασανσέρ, σαν να μην ήταν αυτός υπεύθυνος για τη συντήρηση. Υπάρχουν διάφορες φήμες για το από πού ήρθε. Εμφανίστηκε πριν 15 περίπου χρόνια και πολύ γρήγορα με όχι και πολύ νόμιμους τρόπους απέκτησε γρήγορα τον έλεγχο της πόλης και 120
πλεονάζοντα κιλά. Ο τζόγος -ακόμα και στον ιππόδρομο- οι μπράβοι που έκαναν το βράδυ πόρτα στα νυχτερινά μαγαζιά, τα ναρκωτικά συμπεριλαμβανομένου και του σκληρού αλκοόλ, τα κορίτσια στις πιάτσες, όλα χόρευαν στον δικό του ρυθμό. Άσε που χωρίς να’ ναι σαφές αν είναι ή όχι αυτός ο ιδιοκτήτης, εισέπραττε σχεδόν όλα τα νοίκια απ’ τα γραφεία και τους χώρους διασκέδασης αυτής της πόλης. Δεν εμφανιζόταν συχνά, αλλά όλοι τον γνώριζαν και καλό ήταν κανείς να αλλάζει πεζοδρόμιο όταν τον έβλεπε. Αλλά αυτό γινόταν έτσι κι αλλιώς, αφού με το λίπος που μετέφερε, το πεζοδρόμιο, μόλις και μετά βίας χωρούσε και τον ίδιο. Αυτό μου φάνηκε αστείο αλλά δεν ξεκαρδίστηκα κιόλας, ούτε όμως προσπάθησα να φανώ πιο ευγενικός.
- Την Μαρία που έχει το κομμωτήριο πίσω απ’ τη μητρόπολη την γνωρίζετε;
- Γιατί, θα ‘πρεπε; ρώτησα ειρωνικά.
- Αν δεν την έχετε δει μάλλον δεν ξέρετε τι σημαίνει γυναίκα, είπε με ύφος εκτιμητή σπάνιων έργων τέχνης.
Ύστερα ξανασκούπισε με το μαντίλι το μέτωπό του. Ίδρωνε αδικαιολόγητα γιατί δεν μπορούσε να πει κανείς ότι έκανε ζέστη. Ήταν βέβαια αρχές φθινοπώρου αλλά τις τελευταίες μέρες η θερμοκρασία είχε πάρει την κατηφόρα, σαν να μην άντεχε ούτε αυτή, την υπερβολική θερμότητα του καλοκαιριού. Ίδρωνε ο χοντρός και το μαντίλι μάλλον δεν έκανε καλά την δουλειά του αφού ήταν ήδη μουσκεμένο. Έσπρωξα με δύναμη ένα κουτί με χαρτομάντιλα προς το μέρος του αλλά ο αυτός με αγνόησε.
Κρίμα, κι ήταν μια ευγενική χειρονομία. Αντ’ αυτού ο χοντρός προσπαθούσε να βρει τα λόγια του αν και δεν έδειχνε ιδιαίτερα συνεσταλμένος. Έτσι, μετά από μια αιωνιότητα σιωπής συνέχισε.
- Τη Μαρία την μάζεψα από… θέλω να πω ότι ήρθε να ζήσει μαζί μου πριν τρία χρόνια και κάποια στιγμή, φταίω κι εγώ, έφυγε και μ’ άφησε… όχι έτσι ακριβώς… μαλώναμε… τις ξέρετε τις γυναίκες, μερικά πράγματα τα παίρνουν λίγο πιο σοβαρά, ε, ήμουνα κι εγώ καμιά φορά λίγο ζηλιάρης, αλλά είμαι βέβαιος ότι εξακολουθεί να μ’ αγαπάει, αλλά δεν είχε… μάλλον θέλει λίγο χρόνο να σκεφτεί… είναι και το κομμωτήριο, όχι ότι είναι τίποτα σπουδαίο, αλλά γι’ αυτήν είναι… δηλώνει κάποια ανεξαρτησία… δεν ήθελε να εξαρτάται από μένα για όλα, εγώ της το έκανα δώρο, όχι ότι με πειράζει να περιμένω… πέρασαν ήδη τέσσερεις μήνες… το ξέρω πως θα ξαναγυρίσει… κι αυτή ξέρει πως την αγαπάω… δεν θέλω όμως να την πιέσω, πρέπει να γίνει μόνο του, αλλά…
Εδώ κόλλησε για τα καλά. Αγκομαχούσε σαν να είχε ανέβει μόλις τους εφτά ορόφους με τα πόδια. Φοβήθηκα μην πάθει έμφραγμα, αλλά…
- Κύριε Αμβρόσιε ήρθα σε σας γιατί νομίζω ότι η Μαρία έχει κάποιο γαμιά… γκόμενο θέλω να πω.
- Και είναι κακό αυτό, του πέταξα παριστάνοντας τον ηλίθιο. Δημοκρατία δεν έχουμε;
- Λέτε ότι έχουμε δημοκρατία, ε; απάντησε με άνεση αυτή τη φορά.
Ούτε ίχνος από άσθμα λες και ήταν άλλος άνθρωπος.
- Αν είχαμε δημοκρατία οι κανόνες θα ήταν ίδιοι για όλους. Θα μπορούσαμε να διαλέξουμε και τον πατέρα μας και τη μάνα μας. Νομίζετε ότι εμείς γεννηθήκαμε κακοί; Βρήκαμε απλά έναν άλλο τρόπο για να διεκδικήσουμε αυτά που μας ανήκουν. Με πιάνεις;
Θυμήθηκα τον πατέρα μου και τη μάνα μου. Καλοί αλλά φτωχοί άνθρωποι. Με αγάπησαν, με φρόντισαν, μου στάθηκαν, με ανέχτηκαν. Κι εγώ τους έκανα τη ζωή πατίνι… μέχρι που πέθαναν. Δεν μου άφησαν τίποτα σπουδαίο. Κι εγώ προσπάθησα να επιβιώσω με τους κανόνες και ζω μες τα σκατά. Ενώ το κτήνος απέναντι μου τους παραβίασε κι εξακολουθεί να τους παραβιάζει και είναι αραχτός και λάιτ. Στην αφελή και ανήθικη εξήγηση του χοντρού διέκρινα παρόλα αυτά μια αλήθεια. Η δημοκρατία υπάρχει μόνο για όσους έχουν λεφτά, άσχετα με το πώς τα έχουν αποκτήσει. Λεφτά και νιάτα… Ε, δεν με πήραν και τα χρόνια. Έχω κι εγώ κάτι για να παρηγοριέμαι… Είμαι μεγάλο κορόιδο, σκέφτηκα.
- Μου τη δίνουν όσοι κάθονται στα καφενεία και κάνουν κριτική σ’ όσους μοχθούν για να συντηρήσουν αυτή τη πόλη. Για να φτιάξεις πρέπει να βάλεις τα χέρια σου στα σκατά και να πάρεις ρίσκα. Κι όταν το κάνεις αυτό ανακαλύπτεις ότι δεν είναι δυνατόν να είσαι αγαπητός σε όλους.
Για δες ο χοντρόπετσος σήμερα είναι όλο σπόντες. Και το φιλοσοφεί το πράγμα. Έχουν αρχίσει πια και οι εγκληματίες να μιλάνε σαν πολιτικοί. Κάτι δεν πάει καλά. Καθόλου καλά.
- Εσάς κύριε Αμβρόσιε σας αρέσει να είστε αγαπητός; με ρώτησε κοιτάζοντάς με στα μάτια.
Είμαι οξύθυμος τύπος και η ασυγκράτητη γλώσσα μου μου δημιουργεί συχνά
μπελάδες. Ήθελα να του πω να μην τρέφει αυταπάτες για η Μαρία, δεν πρόκειται ξαναγυρίσει κοντά του γιατί είναι σαν ανάποδο γαμώτο, γιατί οι μασχάλες του μυρίζουν ψόφιο ποντίκι, γιατί τα χνώτα του σκοτώνουν κατσαρίδες από χιλιόμετρο μακριά… Ήθελα να του πω να μην μ’ ενοχλεί με ηλίθιες ερωτήσεις αλλά κράτησα το στόμα μου κλειστό και έλεγξα τον εαυτό μου.
- Μου είναι αδιάφορο, είπα κοφτά.
- Θα πρέπει να είστε πολύ μοναχικός τύπος. Αλλά αυτό υποθέτω πως είναι καλό τουλάχιστον για τη δουλειά σας, σχολίασε.
- Εσάς δεν σας αρέσει να σας αγαπάνε; του αντιγύρισα.
- Κι εμένα μου είναι αδιάφορο , απάντησε σκεπτικός. Η αγάπη είναι ένα αίσθημα ρευστό, ασταθές. Δεν είναι κάτι που μπορείς να το απαιτήσεις. Σήμερα σε αγαπάνε κι αύριο όχι. Κάνεις πολλά και σ’ αγαπάνε και μετά κάτι λίγο δεν κάνεις και σε μισούν. Κι όταν σ’ αγαπάνε δεν ξέρεις γιατί ακριβώς. Ενώ ο φόβος είναι ένα συναίσθημα σταθερό. Όταν κάποιος σε φοβάται δεν πρόκειται να πάψει να σε φοβάται ιδίως όταν του το θυμίζεις κάθε τόσο. Εμένα μ’ αρέσει να με φοβούνται και….. ξέρω ότι με φοβούνται.
Από αυτογνωσία δεν τα πήγαινε κι άσχημα το καθίκι. Ήταν απόλυτα ειλικρινής. Οφείλω να του αναγνωρίσω επίσης ότι ήξερε πάρα πολύ καλά τι ήθελε. Με δυο λόγια ήταν πολύ επικίνδυνο τομάρι.
- Καταλάβατε τώρα γιατί δεν έχουμε δημοκρατία αγαπητέ κύριε; Αλλά τελικά το θέμα δεν είναι αυτό. Θέλω να βρείτε αυτόν τον καριόλη τον αγαπητικό. Θα ευχαριστηθώ να του πω μερικά πράγματα ο ίδιος. Με την ευγένεια φυσικά που απαιτείται σ’ αυτές τις περιστάσεις. Να του χώσω τα παπάρια στο στόμα και να τον φουντάρω στο λιμάνι με όσο τσιμέντο χρειάζεται. Είμαι γενναιόδωρος άνθρωπος εγώ αλλά δεν μ’ αρέσει να με κλέβουν ούτε να εκμεταλλεύονται τα μπερδεμένα συναισθήματα μοναχικών γυναικών όπως η Μαρία μου. Με πιάνεις;
Ήθελα να του πω πως τον έπιανα απολύτως και πως με τον τρόπο που έβλεπε τα πράγματα είχε σίγουρα δίκιο. Ήμουνα πρόθυμος να του πω ό,τι ήθελε να ακούσει, όσο παράλογο κι αν ήταν, όμως δεν άρθρωσα λέξη. Εκ των υστέρων που το σκέφτομαι μάλλον έπραξα σωστά κι αυτός θεωρώντας ότι το θέμα έληξε, σχεδόν γονάτισε για να σηκωθεί όρθιος. Σε άλλη περίπτωση θα λυπόμουν τον καναπέ μου αλλά τώρα δεν είχα ενέργεια για μια παρόμοια συναισθηματική πολυτέλεια.
Στηρίχτηκε με τα χέρια του το γραφείο μου και για μια στιγμή νόμισα ότι όλα θα γίνουν σμπαράλια κι αυτός θα σωριαστεί στο πάτωμα αλλά ευτυχώς δεν συνέβη κάτι τέτοιο. Ύστερα μάζεψε τα χέρια του σε μια ύστατη προσπάθεια να σταθεί στα πόδια του και τράβηξε από την πίσω τσέπη του ένα φάκελο. Τον άφησε να πέσει στον καναπέ –λες και τον καναπέ έπρεπε να πληρώσει για να του βρει τον γκόμενο της Μαρίας του- και μου είπε σε άπταιστο ενικό και με τρόπο που δεν χωρούσε αμφιβολίες για να καταλάβω και τ’ άλλα που εννοούσε:
- Θα μπορούσα να τον βρω μόνος μου όπως έκανα την προηγούμενη δεκαετία αλλά τώρα δεν μου το επιτρέπει ούτε η θέση μου, ούτε οι αρχές μου. Θα ήταν σαν να έκλεβα κάτι απ’ το εισόδημα… Για να σ’ εμπιστεύονται αλλά και για να σε φοβούνται οι άλλοι -κυρίως για το δεύτερο- πρέπει να τους αφήνεις να τσιμπούν κάτι από την πίττα. Έτσι μόνο δουλεύει καλά το σύστημα Αμβρόσιε, έχεις είκοσι τέσσερις ώρες για να μου φέρεις τα καλά νέα. Ξέρεις πού θα με βρεις. Κι αν δεν ξέρεις, φρόντισε για το καλό σου να μάθεις.
Γύρισε και βγήκε όπως ακριβώς μπήκε. Από την πόρτα κι όχι απ’ το παράθυρο. Έστριψε στο πλάι για να χωρέσει –όπως ακριβώς υπέθεσα- και πριν τραβήξει την εξώπορτα πίσω του, λύγισε τα γόνατά του για να βολέψει τα στριμωγμένα αρχίδια του. Δεν πρόλαβα να του πω πως δεν είχα καμιά αντίρρηση να μου μιλάει στον ενικό. Άλλωστε η φύση της υπόθεσης απαιτούσε κι αυτή μια δόση οικειότητας. Κι όχι απλά μόνο η φύση της υπόθεσης αλλά και το ίδιο το πεπρωμένο μας. Δίψασα. Το μπουκάλι της Krepkaya ήταν μισοάδειο και το περιεχόμενο του απολύτως απαραίτητο για να ξεδιπλώσω εντελώς τον καρτεσιανό συλλογισμό μου, σαν χαλί πάνω στο αβέβαιο που άφησε πίσω της η πρόσφατη επίσκεψη. Προσπάθησα να καταλάβω αν ήρθε πραγματικά να μου αναθέσει την υπόθεση ή αν μου έστελνε κάποιο μήνυμα. Ο Έλπις κάποτε μου ειπε ότι δεν είναι έξυπνο να σνομπάρουμε τα μηνύματα. Κι αυτό ήταν το δεύτερο μήνυμα στη σειρά. Πριν από καιρό ονειρεύτηκα τη Μαρία γυμνή και σφαγμένη στη μπανιέρα μου. Κάτι τέτοιες στιγμές νιώθω ότι όλοι είμαστε ήρωες ενός κατάμαυρου μυθιστορήματος, όπου όλα είναι απολύτως δικαιολογημένα, υπάρχουν δηλαδή και εξυπηρετούν κάποιον απώτερο και μυστικό σκοπό ή προορισμό σε μας απ’ τον οποίο δεν μπορούμε να ξεφύγουμε όσο και να περιπλανηθούμε. Όσο για τις επιλογές που νομίζουμε ότι κάνουμε, δεν υπάρχει χώρος ούτε λόγος να τις αξιολογήσουμε γιατί δεν είναι ούτε καλές ούτε κακές αλλά αναγκαίες και πάντα σύμφωνες με τις αρχές μας και τις πιο ενδόμυχες επιθυμίες μας οι οποίες και μας καθορίζουν. Έτσι η τυχαιότητα των κατά συρροή επιλογών μας
είναι τελικά ένα αποτύπωμα της τάξης που αποκαλούμε χάος. Σαν να υπάρχει μια εντροπία που βάζει όλα τα πράγματα στη θέση τους κι ύστερα: Γκεστάλτ. Όλα αυτά τα ασύνδετα γεγονότα που ούτε φαινομενικά, ούτε απαραίτητα, έχουν καμία λογική σχέση μεταξύ τους σχηματίζουν παρ’ όλα αυτά μια ολοκληρωμένη κι απολύτως σαφή και κατανοητή σε μας εικόνα που είναι κάτι σημαντικότερο από το άθροισμα των μερών του. Αυτό συμβαίνει φυσικά όταν με το καλό φτάσουμε κάπου κι εμένα μου αρέσει το ταξίδι περισσότερο αν και στο βάθος ξέρω -όπως όλοι- ότι κάποτε θα φτάσω εκεί που πάω. Αυτό ήταν όλο. Το ξανασκέφτηκα. Η κατάσταση χρειαζόταν μια άλλου τύπου αντιμετώπιση και για να γυρίσει ο διακόπτης είπα στον εαυτό μου «Κόψε τις
μαλακίες Αμβρόσιε και συγκεντρώσου. Τα πράγματα είναι σοβαρά». Το μέρος
έμοιαζε πλέον με ναρκοπέδιο και μάλλον θα ‘πρεπε να την κάνω νυχτοπατώντας. Ο μεγαλειώδης αυτός συνειρμός πνίγηκε στην τελευταία γουλιά της Krepkaya.
Άνοιξα το συρτάρι. Το περίστροφο ευτυχώς ήταν εκεί. Τσέκαρα την ασφάλεια και το έριξα στην τσέπη της καμπαρτίνας μου. Αχρείαστο να ‘ναι. Ύστερα έβγαλα το μπλοκάκι που σημείωνα τα έξοδά μου απ’ την ημέρα που ήρθα σ’ αυτήν την πόλη.
Συμπλήρωνα με την αυριανή μέρα οχτώ μήνες. Γραφείο, γραφομηχανή, αυτόματος τηλεφωνητής, αυτοκίνητο, ΔΕΗ, ΟΤΕ, νερό και κοινόχρηστα: μέσος όρος εξόδων 600 Ευρώ το μήνα. Βέβαια έπρεπε να αφαιρέσω τα αντικείμενα χρήσης και να προσθέσω τα έξοδα διαβίωσης. Άλλωστε τη γραφομηχανή και τα άλλα μπορούσα να τα πάρω μαζί μου. Το ποσό των εξόδων μου έπεφτε στα 350. Μέτρησα τα λεφτά που ήταν στο φάκελο που άφησε ο χοντρός. Πρόσθεσα σ’ αυτά και τα λίγα που είχα στο ταχυδρομικό ταμιευτήριο και υπολόγισα εύκολα ότι έφταναν για 8 μήνες, διάστημα αρκετό για να βρω μια άλλη δουλειά κάπου αλλού, τουλάχιστον 2000 χιλιόμετρα μακριά, που να μην απαιτεί όμως αγγελία στο Χρυσό Οδηγό. Τα μάζεψα
όλα εκτός από τα άδεια μπουκάλια της βότκας. Ανέβηκα τους εφτά ορόφους δυο φορές για να τα μεταφέρω όλα στ’ αυτοκίνητο. Ανέβηκα και μια τρίτη και φαρμακερή να πάρω δυο μπουκάλια νερό για το ντεπόζιτο. Αλλιώς το Honda δεν θα την έβγαζε καθαρή. Φεύγοντας δεν μπήκα καν στον κόπο να κλείσω το γραφείο μου. Όταν βγήκα στην εθνική άρχισε να χτυπάει το κινητό. Άνοιξα το παράθυρο και το πέταξα στα χωράφια. Δεν κοίταξα ποιος ήταν. Αν ήταν η Μαρία και μάθαινε πως φεύγω, αυτή πρώτη θα με κάρφωνε στο χοντρό κι ύστερα θα έτρεχε να του πάρει μια πίπα. Αλλά και να μην γινόταν έτσι, δεν μου περίσσευε χρόνος για τέτοια. Είχα μόνο 24 ώρες για να βρεθώ όσο πιο μακριά γίνεται. Από δω και μπρος, αποφάσισα ότι, δεν θα ξανάβαζα βότκα στο στόμα μου. Έτσι, στο άμεσο μέλλον απομένει να διαλέξω ανάμεσα στο ρούμι και στο τζιν.

_

περιγράφει ο Αμβρόσιος Σακάδας  &   καταγράφει ο Νίκος Γιαννόπουλος  (Σκηνοθέτης -Παραγωγός) 

Αμβρόσιος Σακάδας

sakadasΟ Αμβρόσιος Σακάδας είναι ένα χαμένο κορμί. Ένας καθυστερημένος του ’68. Ένας ανώριμος σαρανταπεντάρης. Δεν στερείται σπουδών ούτε γνώσεων. Αγαπάει το διάβασμα κι έχει γνώμη σχεδόν για τα πάντα. Δεν επιδιώκει την επωνυμία. Την θεωρεί πηγή μπελάδων. Δεν αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα που τον περιβάλει παρά μόνο σαν μια σύμβαση. Σαν μια σειρά από εικόνες και λεκτικά τερτίπια. Η ζωή γι’ αυτόν είναι μια χειρονομία, ένα παιχνίδι όπου δεν τον ενοχλεί συνεχώς να χάνει. Το μεγάλο ελάττωμα του όμως είναι η τεμπελιά. Ο Αμβρόσιος Σακάδας βαριέται. Η κλασική του παιδεία τον βοήθησε να διαπιστώσει ότι η εργασία ουδέποτε υπήρξε μια ελληνική αρετή, γιατί ποτέ δεν καταγράφεται ως τέτοια στα αρχαία κείμενα. Γι’ αυτό δεν κάνει τίποτα για να αλλάξει τη δική του πραγματικότητα. Θεωρεί ότι οι επιθυμίες, οι φαντασιώσεις και τα διάφορα κορόιδα που κυκλοφορούν ανάμεσα μας έλκουν τις αλλαγές και την εκπλήρωση τους πολύ πιο αποτελεσματικά απ’ ότι αν ξόδευε τις δυνάμεις του και κουραζόταν. Έτσι κάθεται και περιμένει. Αντιδρά μόνο σ’ ένα πρωτογενές επίπεδο επιβίωσης κάνοντας περιστασιακά διάφορες δουλειές του ποδαριού. Η λιτή ζωή του στηρίζεται στα απολύτως αναγκαία: φαγητό, ύπνο, έρωτα, αλκοόλ και φυγή. Όταν τα πράγματα δυσκολεύουν, απλά την κοπανάει για κάπου αλλού. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι ένας σύγχρονος φυγάδας ή πιο σωστά ένας αναχωρητής που αντί να διαλέξει την έρημο, επιλέγει συνεχώς μια πολύβουη πόλη. Άλλωστε στην έρημο θα ήταν από δύσκολο ως απίθανο να κάνει τον ντετέκτιβ. Θα ήταν επίσης δύσκολο να βρει κορόιδα και αλκοόλ. Και το χειρότερο, θα έπρεπε να προσεύχεται…

προσοχη:
Οι ιστορίες αυτές είναι αποτέλεσμα τυχαίων λαθών και μοιραίων συμπτώσεων. Οι χώροι, τα γεγονότα και τα πρόσωπα (εκτός από τον συγγραφέα) είναι φανταστικά. Οποιαδήποτε ομοιότητα ή σχέση με την πραγματικότητα είναι απλά συμπτωματική.

 

 

Νίκος Γιαννόπουλος : Βιογραφικό

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Μάχη Τζουγανάκη

Δηλώνω τυπικά αρχισυντάκτρια της σελίδας. Άτυπα όμως και πιο γνήσια, δηλώνω μέλος μιας όμορφης ομάδας πολύ δεμένης που οι «τίτλοι» του καθενός είναι περιττοί. Δηλώνω επίσης συγγραφέας, ποιήτρια, ερασιτέχνης φωτογράφος, μουσικόφιλή, βιβλιόφιλη, θεατρόφιλη, σινεφίλ και ερωτευμένη με οτιδήποτε ξυπνά τη δημιουργικότητά μου. Τελικά όμως έμαθα… πως το να δηλώνει κανείς τι είναι και τι δεν είναι, είναι ένα μεγάλο παραμύθι, όχι από εκείνα που μου αρέσει να διαβάζω, αλλά από εκείνα που σου θέτουν όρια και σε στριμώχνουν σε καλούπια. Μα εγώ τις λέξεις «όρια» και «καλούπια» τις έχω αφαιρέσει από το λεξικό της ψυχής μου...

3 Σχόλια

  1. Μάχη Τζουγανάκη

    Στον πρώτο κύκλο μάθαμε… πως ο Αμβρόσιος Σακάδας δεν είναι ένα χαμένο κορμί. Ούτε ένας καθυστερημένος. Ούτε τόσο ανώριμος όσο θέλει να φαίνεται ότι είναι. Οι γνώσεις του και οι σπουδές του φάνηκαν σε κάθε επεισόδιο της στήλης. Φαγητό, ύπνος, έρωτας, αλκοόλ και τώρα φυγή. Ακολουθώντας τη λιτή συνταγή του. Περιμένουμε πλέον όλοι μας το νέο τόπο που θα αράξει, ίσως μια άλλη πολύβουη πόλη σε μια ερημική κατά τα άλλα καθημερινότητα. Μια χορταστική στήλη έκλεισε και μας άφησε σίγουρα κάτι παραπάνω από νουάρ… συναισθήματα. Ήταν κάτι παραπάνω από χαρά μου να περνάει κάθε ιστορία έστω και για λίγο και από τα δικά μου τα χέρια…

    Απάντηση
  2. Άννα Ρουμελιώτη

    Ο αγαπητός Αμβρόσιος την έκανε λοιπόν για άλλη γη για άλλα μέρη….. εύχομαι σύντομα να έχουμε νέα του. Χαίρομαι που θα υπάρξει και δεύτερος κύκλος .

    Απάντηση
  3. Nikos Giannopoulos

    Ο Αμβροσιος θα επιστρέψει, λόγω συμβολαίου με το βιβλίο.net , διαφορετικά θα καταβάλλει υπέρογκη ποινική ρήτρα……. Την σήμερον ημέρα παντού υπάρχει εκμετάλλευση….

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!