Select Page

2071 (Μέρος 2ο)

2071 (Μέρος 2ο)

Περπατούσε μέσα στην καταπράσινη φύση. Δεν υπήρχε κανένας άλλος γύρω του. Μπροστά του ένας πλακόστρωτος δρόμος και δεξιά και αριστερά δέντρα και λουλούδια, ενώ στο βάθος υπήρχαν καταπράσινα λιβάδια που απλώνονταν μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι. Συνέχισε να διαβαίνει τον δρόμο, χαρούμενος από το ωραίο τοπίο, νιώθοντας ελεύθερος. Γύρισε στα αριστερά του και κοίταξε τη φωλιά ενός πουλιού που τιτίβιζε. Δεν είχε δει κάτι τέτοιο ξανά στη ζωή του και κοντοστάθηκε για να το θαυμάσει, όταν ένιωσε ένα χέρι στον δεξί ώμο του. Γύρισε και κοίταξε ξαφνιασμένος και όταν παρατήρησε ότι δεν ήταν άλλος από τον ίδιο του τον εαυτό, αναπήδησε σαστισμένος! Όταν πήγε να μιλήσει, ο ήχος δεν μπόρεσε να βγει από το στόμα του.
“Έλα σε αυτό το μέρος και θα με βρεις”, του είπε και διαλύθηκε σαν σκόνη που την παίρνει ο αέρας από μπροστά του.
Άνοιξε τα μάτια του, ιδρωμένος, στο κρεβάτι του δωματίου του, νιώθοντας μια ανακούφιση όταν κατάλαβε ότι ήταν απλά ένα όνειρο. Γύρισε και είδε τη Σάρα να κοιμάται δίπλα του. Δεν ήθελε να την ξυπνήσει, οπότε απλά κοιτούσε το ταβάνι και σκεφτόταν το όνειρό του. Η ώρα περνούσε και όλο και περισσότερο χανόταν στις σκέψεις του. Το τοπίο τον έκανε να νιώθει υπέροχα όταν το έφερνε στον νου του.
Η Σάρα ξύπνησε και τον χάιδεψε στα μαλλιά, σαν να του έλεγε καλημέρα. Ο Τζακ γύρισε και την κοίταξε και η Σάρα αμέσως όρμησε να τον φιλήσει στο στόμα.
“Καλημέρα Τζακ, πώς είσαι σήμερα;” του είπε.
“Καλημέρα, ακόμα δεν θυμήθηκα κάτι, αλλά είχα ένα περίεργο όνειρο που μάλλον κατάλαβα το νόημά του.”
“Πες μου, δεν αντέχω να μη θυμάσαι.”
“Ήμουν στην εξοχή μόνος μου και ξαφνικά έρχεται ο εαυτός μου και μου λέει ότι θα τον βρω εκεί. Ίσως εννοεί ότι άμα πάω στην εξοχή θα μπορέσω να βρω τη μνήμη μου.”
“Πολύ καλή σκέψη. Να ξεκινήσουμε αμέσως. Έχεις κάποιο ιδιαίτερο στοιχείο για το πού μπορεί να πρέπει να πάμε;” του απάντησε με ενθουσιασμό η Σάρα.
“Ήταν ένας πλακόστρωτος δρόμος και γύρω γύρω είχε δέντρα, λουλούδια και πουλιά. Δεν ξέρω αν όλα αυτά είναι κάτι ουσιώδες.”
“Τα δέντρα και τα λουλούδια όχι, τα πουλιά ναι. Ξέρω πού μπορεί να είναι το μέρος. Σήκω να ετοιμαστείς να φύγουμε αμέσως.”
“Εντάξει”, της απάντησε γεμάτος αυτοπεποίθηση και σιγουριά.
Αμέσως σηκώθηκε και πήγε να κάνει μπάνιο και να ετοιμαστεί. Μετά από αυτόν, σειρά είχε η Σάρα. Ο Τζακ ανυπομονούσε να πάει στην εξοχή, ανυπομονούσε να θυμηθεί ποιος είναι! Ίσως έτσι ένιωθε κάτι για τη Σάρα και τους υπόλοιπους φίλους του. Ίσως και για το γεγονός ότι τον κυνηγούσε η Ι.Π.Κ. Η Σάρα δεν άργησε να ετοιμαστεί. Φύγανε από το διαμέρισμα, κατευθυνόμενοι προς τον ανελκυστήρα.
“Πες μου για μένα”, είπε ξαφνικά στη Σάρα.
“Τι θες να μάθεις;”
“Οτιδήποτε, μπορεί να με βοηθήσει να θυμηθώ.”
“Σε λένε Τζακ-Α4212039 και είσαι καθαριστής εδώ, μαζί με μένα και τον Τζον. Έτσι με γνώρισες. Γεννήθηκες εδώ στον τομέα 17 και είσαι 32 χρονών. Αγαπάς το κόμμα, όπως όλοι μας και μικρός ήθελες να είσαι μέλος της κομματικής πτέρυγας φύλαξης πόλεων, αλλά δεν κατάφερες να τελειώσεις την εκπαίδευση και έτσι βρήκες δουλειά εδώ στην πολυκατοικία μας.”
Ο Τζακ έμεινε έκπληκτος με όλα αυτά.
“Τι σημαίνει ο αριθμός αυτός;”
“Όλοι έχουμε έναν τέτοιο, είναι ο κωδικός σου στα χαρτιά. Το γράμμα μπροστά έχει να κάνει με τον μήνα που γεννήθηκες, δηλαδή τον Αύγουστο. Ο υπόλοιπος έχει να κάνει με τη σειρά γέννησης.”
“Είναι τίποτα άλλο που πρέπει να ξέρω;” τη ρώτησε με έκδηλη περιέργεια και αγωνία.
Η Σάρα κάλεσε τον ανελκυστήρα και του απάντησε.
“Πολλά, αλλά μη φοβάσαι. Όλα θα γίνουν σιγά σιγά.”
Ο Τζακ έμεινε σιωπηλός μέχρι να φτάσουν στο ισόγειο. Εκεί συνάντησαν τον Τζον να σκουπίζει τον διάδρομο.
“Καλημέρα Τζον, ο Τζακ και εγώ θα πάμε στην εξοχή σήμερα. Μπορείς να με καλύψεις;”
“Καλημέρα Σάρα, φυσικά και θα το κάνω, αλλά προσέξτε την κομματική αστυνομία. Είναι βέβαιο ότι θα τον ψάχνει παντού.”
“Μη φοβάσαι, τα έχω όλα υπό έλεγχο. Αρκεί μόνο να κάνει ότι του λέω”, είπε η Σάρα και έριξε τη ματιά της προς τον Τζακ.
Ο Τζον κούνησε το κεφάλι συγκαταβατικά και ο Τζακ έμεινε σιωπηλός. Δεν τον ένοιαζε τίποτα, παρά μόνο να φύγει από την πόλη. Είχε εμπιστοσύνη στη Σάρα. Φαινόταν ότι είχε την ικανότητα να γλυτώνει από τα μάτια όλων και ειδικά του κόμματος.
Ήταν έξω πια. Ο Τζακ κοιτούσε τα πάντα γύρω του και επεξεργάζονταν τους ανθρώπους. Όλοι ήταν βιαστικοί και δεν κοιτούσαν γύρω τους. Είχαν ένα βλέμμα ψυχρότητας, δεν ένιωθαν τίποτα και αυτό το ένιωθες έντονα. Για αυτούς ήταν κάτι το σύνηθες, για τον Τζακ όμως όχι. Μπορούσαν από μακριά να καταλάβουν ότι ήταν σαν το ψάρι έξω από το νερό και αυτό θα τραβούσε τα βλέμματα. Όλοι οι άνθρωποι του φαίνονταν ίδιοι, γιατί είχαν όλοι το ίδιο ανοιχτό καφέ χρώμα, μαύρα μάτια και μαλλιά και βλέμματα που δε διαφέρουν μεταξύ τους. Παντού υπήρχε θλίψη που εκφράζονταν μέσω μιας αιωρούμενης ψύχρας και απάθειας στην ατμόσφαιρα.
“Κράτα σκυφτό το κεφάλι σου και γίνε πιο ψυχρός. Κράτα το χέρι μου για να μη χαθείς και μην κοιτάς κανέναν. Υπάρχουν κάμερες και μάτια παντού. Θυμήσου, το κόμμα όλα τα βλέπει και όλα τα ακούει”, του είπε η Σάρα.
Αμέσως ο Τζακ έσκυψε το κεφάλι του και κράτησε το χέρι της σφιχτά. Συνέχισαν να περπατάνε με γοργό βήμα, μέχρι που έφτασαν σε ένα μεγάλο κτίριο. Στην πρόσοψή του διακρίνονταν η επιγραφή “Κομματικό Δίκτυο Ταχέων Μεταφορών”.
“Φτάσαμε”, είπε η Σάρα.
“Άκου προσεκτικά. Δε θα μιλήσεις και δε θα κοιτάξεις κανέναν”, του είπε αυστηρά.
Έβγαλε από την τσέπη της ένα ζευγάρι μαύρα γυαλιά, δίνοντάς του να τα φορέσει. Έτσι και έκανε. Μπήκανε στο κτίριο και κατευθύνθηκαν προς τα εκδοτήρια. Η Σάρα έβγαλε δυο εισιτήρια για τον τομέα 17/4. Του φάνηκε περίεργο που τα πάντα είχαν για όνομα τους κάποιον αριθμό.
Στη συνέχεια, στάθηκαν στη σειρά μαζί με όλους τους υπόλοιπους για να μπουν στο τρένο. Υπήρχαν παντού μαυροντυμένοι άνθρωποι με κράνη και όπλα στα χέρια. Οι στολές έγραφαν Κ.Π.Φ.Π. Όταν έφτασαν για να επιβιβαστούν, τους ζήτησαν στην πόρτα τα εισιτήρια και τα χαρτιά τους. Ο Τζακ σάστισε, διότι δεν περίμενε κάτι τέτοιο, αλλά η Σάρα βγάζει δυο χαρτιά και τους τα δίνει. Ο άνθρωπος τα ελέγχει και κουνάει συγκαταβατικά το κεφάλι. Μπορούσαν να επιβιβαστούν. Στον Τζακ φάνηκε σαν αιώνας η όλη διαδικασία και για μια στιγμή, πίστεψε πως θα τους έπιαναν. Σκεφτόταν πώς κατάφερε η Σάρα να τους ξεγελάσει και προχωρώντας στο διάδρομο του τρένου, μπήκαν στην κουκέτα τους.
“Εδώ θα είμαστε πιο χαλαροί”, είπε η Σάρα.
“Πώς κατάφερες να τους ξεγελάσεις;” την ρώτησε με απορία.
“Ήταν εύκολο. Τους έδωσα ψεύτικα χαρτιά!” του απάντησε και χαμογέλασε με μια δόση ικανοποίησης.
“Μα πώς έγινε αυτό; Νόμιζα ότι δεν μπορούσες να ξεφύγεις από το κόμμα έτσι εύκολα.”
Η Σάρα γέλασε.
“Εσύ μου έδειξες πως να το κάνω. Στη σχολή της αστυνομίας είχες μάθει τα πάντα για τα αυθεντικά χαρτιά, οπότε ήξερες πώς να φτιάχνεις και ψεύτικα.”
Γέλασε και με τη σειρά του ο Τζακ τη ρώτησε:
“Πες μου κι άλλα για το κόμμα.”
“Το κόμμα μάς αγαπάει και μας φροντίζει όλους. Το κόμμα ορίζει τα πάντα γύρω μας, από τη δουλειά που θα κάνουμε μέχρι και με ποιους θα κάνουμε οικογένεια.”
“Και σου αρέσει όλο αυτό;”
“Δε θα έλεγα ότι το λατρεύω κιόλας, αλλά μερικές φορές μου λύνει τα χέρια. Είναι δύσκολο να βρει κανείς σωστό άντρα στις μέρες μας”, του απάντησε η Σάρα γελώντας.
“Περίμενε, δηλαδή μου λες ότι το κόμμα μάς έβαλε να είμαστε μαζί με το ζόρι;”
“Όχι ακριβώς με το ζόρι, αλλά το κόμμα ήξερε ακριβώς τα γούστα και του ενός και του άλλου. Έτσι, απλά μας έβαλε μαζί στον ίδιο χώρο. Ήταν απλά θέμα χρόνου.”
“Κι εσύ πώς το ξέρεις αυτό;” τη ρώτησε έκπληκτος.
“Για ποιον άλλο λόγο να σε βάλει μαζί μου; Όταν απέτυχες στη σχολή, του ήσουν πια άχρηστος εν μέρει, γι’ αυτό το κόμμα σε έδιωξε και φρόντισε να έρθεις εδώ. Μη νομίζεις ότι ήταν επιλογή σου. Υποσυνείδητα, όλοι κάνουμε ό,τι το κόμμα επιτάσσει.”
“Άρα το κόμμα, θέλει να το σκάσουμε κρυφά και να πάμε στην εξοχή, ενώ μας κυνηγάει;” ρώτησε με απορία.
“Εντάξει, όχι πάντα”, είπε γελώντας η Σάρα και ο Τζακ την ακολούθησε.
Το τρένο ξεκίνησε και η Σάρα έγειρε στον ώμο του, ενώ ο Τζακ κοιτούσε από το παράθυρο. Το τρένο πέρασε μπροστά από ένα πανύψηλο κτίριο, που πάνω από την κεντρική είσοδο είχε ένα τεράστιο πορτραίτο μιας επιβλητικής γυναίκας. Κάτω από αυτήν έγραφε “Το κόμμα σάς αγαπάει όλους ισάξια”. Ήταν πανέμορφη, με καταγάλανα μάτια, ξανθιά μαλλιά και κατάλευκο δέρμα. Το βλέμμα της ήταν επιβλητικό και ένιωθες ότι μπορούσες να ακολουθήσεις κάθε της επιθυμία, απλά με ένα βλέμμα της. Παρατήρησε ότι η Σάρα τής έμοιαζε στα χρώματα. Ήταν και οι δυο λευκές, με ξανθιά μαλλιά. Η μόνη διαφορά τους, ήταν στα μάτια.
“Ποια είναι αυτή;” ρώτησε ο Τζακ.
“Αυτή είναι η αρχηγός του κόμματος. Σε αυτή χρωστάμε τα πάντα και για αυτό τη δοξάζουμε και την τιμάμε σαν τον μοναδικό και αληθινό θεό μας.”
Ο Τζακ έμεινε έκπληκτος, όχι με όλα αυτά, αλλά με τα λεγόμενα της Σάρας. Μέσα του έμοιαζαν όλα λάθος. Απόρησε αν πίστευε, πριν χάσει τη μνήμη του, σε όλα αυτά. Σκέφτηκε ότι, αν όντως πίστευε, θα ήταν καλύτερα γι’ αυτόν να μην την έβρισκε ποτέ, γιατί θα μισούσε τον εαυτό του περισσότερο από όσο μισούσε την πραγματικότητα.
Συνέχισε να κοιτάει έξω από το παράθυρο, ανυπομονώντας να φύγει από αυτή την τεράστια, σάπια πόλη. Το τρένο σταδιακά ανέβαζε ταχύτητα, πράγμα που σήμαινε ότι απομακρύνονταν από αυτή. Κοίταξε προς τα πάνω και ο κόκκινος ουρανός γίνονταν σιγά σιγά μπλε, με τα σύννεφα να αραιώνουν μέχρι που ξεπρόβαλλε ο ήλιος. Ένα μεγάλο χαμόγελο στόλισε το πρόσωπο του Τζακ. Ήξερε ότι το κόκκινο δεν ήταν το πραγματικό χρώμα του ουρανού. Το τρένο ανέπτυσσε τρομακτικά μεγάλη ταχύτητα, σε σημείο που δεν μπορούσε πια να δει εικόνες έξω από το παράθυρο, με το κεφάλι και το σώμα του να είναι κολλημένα στο κάθισμα. Το μισούσε αυτό, γιατί δεν μπορούσε να απολαύσει τη θέα που περνούσε με ταχύτητα από το παράθυρο. Έμοιαζε παγιδευμένος, οπότε απλά αποφάσισε να κάνει υπομονή.
Το τρένο σιγά σιγά σταματούσε και άρχισε πάλι να βλέπει έξω κτίρια, αυτή τη φορά μικρότερα σε ύψος και μέγεθος, αλλά και πάλι το ίδιο άσχημα. Τουλάχιστον ο ουρανός δεν είχε χάσει το υπέροχο χρώμα του και ο ήλιος δεν είχε χαθεί. Το τρένο σταμάτησε τελείως και ακούστηκαν από τα ηχεία “17/4”.
“Φτάσαμε”, είπε η Σάρα και σηκώθηκε από τη θέση της. Ο Τζακ την ακολούθησε μέχρι που κατέβηκαν από το τρένο. Η αποβάθρα ήταν άδεια και υπαίθρια. Δε θύμιζε σχεδόν σε τίποτα τη μεγάλη πόλη.
“Πού λες να πάμε τώρα;” τη ρώτησε.
“Όπου μας βγάλει ο δρόμος. Λογικά πρέπει να πάμε έξω από την πόλη”, του απάντησε, κοιτώντας γύρω της το μέρος.
Ξεκίνησαν να περπατάνε μέσα στην πόλη. Ο κόσμος φαινόταν πιο χαρούμενος εδώ, μα όλοι πάλι του φαινόταν ίδιοι. Με τα ίδια χρώματα παντού. Τουλάχιστον εδώ ο κόσμος ήταν πιο αργόσχολος. Κανείς δε βιαζόταν, κανείς δεν ήταν ψυχρός, όλοι ήταν χαρούμενοι. Τι ήταν αυτό που τους έκανε έτσι, ενώ τους άλλους στην πόλη όχι, σκεφτόταν. Καθώς προχωρούσαν, το βλέμμα του τράβηξε μια βιτρίνα ενός μαγαζιού. Κοντοστάθηκε και παρατήρησε το περιεχόμενό της. Ήταν βιβλία. Σπάνια έβλεπε κάποιος βιβλία εκείνες τις μέρες.
“Πάμε μέσα να κοιτάξουμε κανένα βιβλίο”, της είπε ο Τζακ και η Σάρα του απάντησε με φανερή απέχθεια.
“Πήγαινε εσύ, εγώ θα σε περιμένω εδώ και θα κάνω ένα τσιγάρο.”
Ο Τζακ απόρησε αλλά δεν ασχολήθηκε. Άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα στο μαγαζί.
“Γεια σας, πώς μπορώ να σας βοηθήσω;” ρώτησε γεμάτος καλοσύνη ο μαγαζάτορας.
Ήταν ένας μικρόσωμος άντρας, μεγάλος σε ηλικία με γκρίζα μαλλιά, γενειάδα και φορούσε γυαλιά.
“Γεια σας, απλά κοιτάω μερικά βιβλία.”
“Ψάχνετε κάτι συγκεκριμένο;” τον ξαναρώτησε.
Ο Τζακ άργησε να απαντήσει και ο μαγαζάτορας τον κοίταξε περίεργα.
“Ιστορικά βιβλία”, απάντησε ο Τζακ.
“Μάλιστα, ακολουθήστε με από εδώ”, του είπε και του έδειξε ένα ράφι γεμάτο με βιβλία. Όλα ήταν γραμμένα από την πτέρυγα μόρφωσης του κόμματος.
“Μα καλά, μόνο το κόμμα γράφει βιβλία;” ρώτησε θυμωμένα ο Τζακ.
Ο μαγαζάτορας πάγωσε και φοβισμένα του απάντησε:
“Τι εννοείτε κύριε;”
“Πώς γίνεται να γράφει τα πάντα το κόμμα; Δεν υπάρχει βιβλίο κάποιου άλλου συγγραφέα;”
“Όχι κύριε, μόνο το κόμμα επιτρέπεται να γράψει”, απάντησε με τον ίδιο φοβισμένο τόνο.
“Στα κομμάτια το κόμμα και τα βιβλία του. Θέλω κάτι, που να ξέρω ότι θα λέει μέσα αλήθειες, μήπως και βρω τη μνήμη μου”, απαίτησε αυστηρά!
Ο μαγαζάτορας προς στιγμήν ανακουφίστηκε και κοιτώντας τον στα μάτια του είπε:
“Έλα μαζί μου πίσω. Νομίζω έχω κάτι που θα σε ενδιαφέρει” και ξεκίνησε να πηγαίνει προς την πίσω πόρτα. Ο Τζακ τον ακολούθησε. Πέρασαν μαζί την πόρτα και βρέθηκαν στην αποθήκη του μαγαζιού.
Ο μαγαζάτορας γύρισε και είπε στον Τζακ:
“Εδώ είμαστε πιο άνετοι. Μπορώ να σε βοηθήσω αν θες αληθινή γνώση. Με λένε Νικ”, και έγνεψε προς τον Τζακ.
“Εμένα Τζακ. Ήρθα από τον τομέα 17, γιατί είδα σε ένα όνειρο ότι εδώ θα βρω τον εαυτό μου.”
“Τζακ, νομίζω ότι είναι η τυχερή σου μέρα. Μπορώ να σε βοηθήσω σε αυτό, αρκεί να έρθεις εκεί που θα σου πω, μόνος σου, το απόγευμα που θα κλείσω το μαγαζί. Κοίτα να αποφύγεις την κοπέλα. Δεν την εμπιστεύομαι.”
“Είναι η κοπέλα μου, αλλά ούτε εγώ την εμπιστεύομαι και πολύ”, του απάντησε σχεδόν συνωμοτικά.
“Περίεργο, αλλά καλό. Βρες ένα τρόπο και έλα εδώ”, του είπε ο Νικ και του έδωσε ένα κομμάτι χαρτί, που ήταν ο χάρτης της πόλης και λίγο πιο έξω κυκλωμένο ένα σπίτι.
“Εντάξει, στο υπόσχομαι ότι δε θα αργήσω”, είπε ο Τζακ και έφυγε.
Όταν βγήκε από το μαγαζί, τον ρώτησε η Σάρα:
“Γιατί άργησες τόσο;”
“Απλά ξεχάστηκα”, της απάντησε.
“Πού θες να πάμε τώρα;”
“Πάμε σε κάποιο μαγαζί να φάμε και να σκεφτούμε τι θα κάνουμε, όσο έχουμε ακόμα χρόνο. Θα κλείσουν σε λίγο.”
“Πάμε σε αυτό απέναντι”, είπε η Σάρα και ο Τζακ συμφώνησε.
Πέρασαν τον δρόμο και μπήκαν στο εστιατόριο. Η σερβιτόρα τούς έβαλε να κάτσουν σε ένα τραπέζι στη βιτρίνα, με θέα το βιβλιοπωλείο. Ήταν τυχερός σκέφτηκε, γιατί από εκεί θα μπορούσε να βλέπει το μαγαζί και να ξέρει πότε θα έφευγε ο Νικ.
“Τι θα παραγγείλετε;” ρώτησε με ευγένεια η σερβιτόρα.
“Τζακ τι θα πάρεις;” ρώτησε η Σάρα.
“Ό,τι να ’ναι, δεν με πειράζει. Πεινάω πολύ και δεν έχουμε φάει όλη μέρα σήμερα”, της αποκρίθηκε.
“Φέρτε μας τη σπεσιαλιτέ του μαγαζιού, σας παρακαλώ”, είπε η Σάρα.
“Αμέσως”, είπε με καλοσύνη η σερβιτόρα και έφυγε για να δώσει την παραγγελία στην κουζίνα.
“Τι λες να κάνουμε αφού φάμε;” ρώτησε τη Σάρα.
“Δεν ξέρω. Ίσως πρέπει να πάμε έξω από τη πόλη, γιατί στο όνειρό σου είδες δέντρα και πουλιά.”
“Καλή ιδέα”, απάντησε και εκείνη τη στιγμή ήρθε το φαγητό τους.
Ο Τζακ, όπως πάντα, έπεσε με τα μούτρα στο φαγητό, βλέποντας με την άκρη του ματιού του τον Νικ να κλείνει το μαγαζί του. Ήταν η ώρα που έπρεπε κάπως να φύγει. Του είχε υποσχεθεί ότι δε θα αργούσε. Έπρεπε να βρει όμως την κατάλληλη ευκαιρία. Το μόνο που μπορούσε να κάνει, ήταν υπομονή...

_

γράφει ο Αριστείδης Χριστοφοράκης

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε τα!

Ημερολόγιο 2018

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!