Select Page

2071 (Μέρος 3ο)

2071 (Μέρος 3ο)

Ο Νικ όλο και απομακρυνόταν και το μυαλό του Τζακ προσπαθούσε να βρει έναν τρόπο για να ξεφύγει από τη Σάρα. Η κατάλληλη ευκαιρία δεν είχε έρθει ακόμα, αλλά σκεφτόταν ότι έπρεπε να φύγει πριν τελειώσουν το φαγητό τους. Το γεύμα της Σάρα ολοκληρώνονταν και οι σφυγμοί του Τζακ άρχισαν να ανεβαίνουν. O χρόνος άρχισε να ρέει πιο αργά για τον ίδιο. Ένιωθε ότι η ευκαιρία χανόταν μέσα από τα χέρια του. Τότε του ήρθε η ιδέα της διαφυγής του. Χωρίς να χάσει χρόνο άρπαξε το ποτήρι με το νερό και έριξε με τρόπο το μισό πάνω της. Η Σάρα ξαφνιάστηκε καθώς ήταν με σκυφτό το κεφάλι της, μην έχοντας αντιληφθεί τις κινήσεις του Τζακ.
“Πρόσεχε λίγο Τζακ”, του είπε αλαφιασμένη.
“Συγγνώμη, κατά λάθος”, της απάντησε φανερά λυπημένος.
“Άντε τώρα να στεγνώσω, έτσι χάλια που με έκανες”, είπε και σηκώθηκε να πάει προς την τουαλέτα, πετώντας στο τραπέζι τα μαχαιροπίρουνα της.
Η σερβιτόρα αμέσως κίνησε προς τη Σάρα να της προσφέρει χαρτοπετσέτες.
“Κυρία..”, πρόλαβε μόνο να πει, όταν η Σάρα την έσπρωξε από τα νεύρα της και συνέχισε την πορεία της προς την τουαλέτα.
Αυτή ήταν η ευκαιρία του! Τώρα που η Σάρα δε βρίσκονταν στον χώρο, σηκώθηκε ανενόχλητος και έφυγε από το μαγαζί. Περπατούσε αργά για να μην τραβήξει τα βλέμματα, όταν από το μαγαζί βγήκε ο ταμίας φωνάζοντας, “Γύρνα πίσω”.
Ο Τζακ άρχισε να τρέχει. Ήξερε ότι δε θα τον κυνηγούσε πολύ ακόμα ο ταμίας, γιατί δεν μπορούσε να αφήσει το μαγαζί. Έτρεχε όσο πιο γρήγορα μπορούσε, προς το σπίτι του Νικ, ελπίζοντας ότι ο ταμίας θα τα έχει παρατήσει μέχρι τότε. Έπρεπε να σταθεί τυχερός, τόσο στο να ξεφύγει από τον ταμία, όσο και να μην συναντήσει στο διάβα του κάποιον αστυνομικό. Λίγα λεπτά αργότερα, ο ταμίας έκατσε λαχανιασμένος σε ένα παγκάκι, ενώ ο Τζακ δεν είχε κουραστεί στο ελάχιστο, επιτρέποντάς του να συνεχίσει να απομακρύνεται τρέχοντας. Είχε βγει πια από τη μικρή επαρχιακή πόλη και μπορούσε να περπατήσει κανονικά, ώστε να μην τραβήξει περαιτέρω υποψίες. 
Το τοπίο θύμιζε φανερά το όνειρό του, μιας και γύρω γύρω υπήρχαν ατέλειωτα λιβάδια, δέντρα και λουλούδια. Όλα έδεναν τέλεια με τον ήλιο, που είχε πάρει τον δρόμο προς τη δύση του και άφηνε ένα υπέροχο πορτοκαλί χρώμα στον ουρανό. Ήταν απίστευτο, σκέφτηκε. Μπορούσε να το κοιτάει για πάντα. Για μια στιγμή ένιωσε ελεύθερος και πήρε μια βαθιά ανάσα. Μια ευτυχία τον κυρίευσε καθώς ξεφυσούσε. Ήξερε ότι έπρεπε να συνεχίσει για το σπίτι του Νικ, που ήταν λίγο πιο κάτω, αλλά μέσα του ήθελε να περιμένει μέχρι να βραδιάσει. Ένιωσε τα πόδια του παγωμένα, από το μαγευτικό τοπίο της εξοχής, ανήμπορα να περπατήσουν άλλο. Με βαριά καρδιά κίνησε προς το ραντεβού του. Το ραντεβού της αλήθειας.
Στάθηκε μπροστά στην εξώπορτα και χτύπησε το κουδούνι. Η πόρτα άνοιξε αμέσως και δειλά δειλά ο Νικ εμφανίστηκε, μισός κρυμμένος πίσω από την πόρτα.
“Μπες μέσα γρήγορα”, του είπε και τον τράβηξε από το χέρι μέσα στο σπίτι.
“Δεν νομίζω να ξέρει κανείς ότι είσαι εδώ;” συνέχισε.
“Όχι, μη φοβάσαι”, του απάντησε κοφτά και με σιγουριά ο Τζακ.
“Για το καλό και των δύο μας, ελπίζω να έχεις δίκιο. Ακολούθησέ με”, του είπε και προχώρησε μπροστά.
Ο Νικ, οδήγησε τον Τζακ σε ένα δωμάτιο γεμάτο βιβλία, στοιβαγμένα το ένα πάνω στο άλλο και στη μέση δύο ξύλινες καρέκλες.
“Κάθισε Τζακ”, είπε ο Νικ και έτεινε το χέρι του προς τη μία από τις δύο καρέκλες.
Ο Τζακ έκατσε. Απέναντί του, έκατσε ο Νικ. Για μερικά δευτερόλεπτα κοιτάχτηκαν στα μάτια και κανείς τους δεν μιλούσε. Ήταν άβολο και για τους δυο τους, όμως ο Τζακ μέσα του έβραζε από την ανυπομονησία και την αγωνία. Ήθελε να μάθει τα πάντα μήπως και αυτό τον κάνει να θυμηθεί.
“Λοιπόν;” ρώτησε ο Τζακ σπάζοντας τη σιωπή.
“Ποια είναι η πραγματική σου άποψη για το κόμμα Τζακ;” τον ρώτησε κατευθείαν ο Νικ, κοιτάζοντάς τον έντονα μέσα στα μάτια.
“Δεν ξέρω ακριβώς τον ρόλο του, αλλά δεν μου αρέσει καθόλου ως τώρα οτιδήποτε μαθαίνω για αυτό.”
“Μου αρέσει ο ενθουσιασμός σου Τζακ, αλλά τι φαντάζεσαι ότι είναι πραγματικά το κόμμα;” επανέλαβε επίμονα ο Νικ.
“Δεν ξέρω”, απάντησε ο Τζακ κοφτά και με μια δόση απογοήτευσης στη φωνή του.
Ο Νικ δεν παραξενεύτηκε διόλου και συνέχισε να κοιτάει επίμονα τον Τζακ στα μάτια.
“Ο κόσμος γύρω σου, πώς σου φαίνεται;” τον ρώτησε με το ίδιο επίμονο βλέμμα ο Νικ.
“Τον απεχθάνομαι! Όλοι μου φαίνονται ίδιοι. Ίδιο πρόσωπο, ίδιο βλέμμα, ίδια συμπεριφορά. Λες και είναι μηχανές... όλοι τους! Κανείς δε γελάει, κανείς δε νιώθει, μόνο βιάζονται και τρέχουν για να προλάβουν τις δουλειές τους, χωρίς να νοιάζονται για κανέναν γύρω τους”, απάντησε με θυμό ο Τζακ.
“Ο κόσμος, γύρω σου Τζακ, είναι τεχνητός. Δεν ήταν πάντοτε έτσι, αλλά εντελώς το αντίθετο. Εγώ έζησα στα ερείπια του παλιού κόσμου και έχω ακόμα αναμνήσεις και μαζί με αυτές έχω και την αλήθεια. Μια αλήθεια που πλέον δεν υπάρχει, παρά μόνο στα βιβλία της παλιάς εποχής”.
Στη σκέψη αυτής της εποχής, ένα χαμόγελο διαγράφηκε στο πρόσωπο του Νικ και το βλέμμα του, τα μάτια του, πήραν μια έκφραση εμφανώς νοσταλγική.
“Πες μου για τότε”, είπε ο Τζακ επαναφέροντάς τον στο τώρα.
“Ο κόσμος παλιά ήταν πολύ διχασμένος. Άλλα κράτη, άλλες φυλές, άλλες γλώσσες, άλλες θρησκείες. Ήμασταν όμως ευτυχισμένοι κατά μία έννοια. Δε ζούσαμε σε έναν μικρόκοσμο που επαναλαμβανόταν κάθε μέρα, όπως σήμερα, χωρίς επιλογές και χωρίς προβλήματα.”
“Ναι, αλλά πώς κατάφερε το κόμμα και ένωσε όλα αυτά;”
“Με έμμεση επιβολή.”
“Δηλαδή;” ρώτησε ο Τζακ απορημένος.
“Τους έπεισε ότι η πηγή των προβλημάτων τους ήταν η διαφορετικότητα. Αν υπήρχε ένα κράτος, μία φυλή, μία γλώσσα, μία θρησκεία, δε θα είχε κανείς να χωρίσει το οτιδήποτε με κάποιον άλλο. Φυσικά, όλο αυτό φαινόταν σωστό στη μεγάλη πλειοψηφία του απλού ανθρώπου, αλλά όσοι διαφωνούσαν με αυτό, χαρακτηρίστηκαν ως αντιενωτικοί και τους ταύτισαν με το πρόσωπο του αιώνιου εχθρού της ανθρωπότητας, τη διαφορετικότητα! Οπότε, το κόμμα δε χρειαζόταν να ασχοληθεί με αυτούς, αλλά άφησε το φανατισμένο κοινό του να τους βγάλει από τη μέση. Όλο αυτό οδήγησε σε ανοιχτό εμφύλιο πόλεμο, μεταξύ όλων των ανθρώπων, ανά τη γη. Όλοι πολεμούσαν τις παλιές κυβερνήσεις και όποιον διαφωνούσε με το κόμμα, δηλαδή την υποτιθέμενη βούληση του λαού. Έτσι, όταν ο πόλεμος νικήθηκε, έμεινε μόνο το κόμμα ανέπαφο.”
“Και τι απέμεινε από εκείνον τον κόσμο;” ρώτησε ο Τζακ γεμάτος απορία.
“Τίποτα! Το κόμμα κατέστρεψε ό,τι δεν μπόρεσε να αφανίσει ο πόλεμος. Κατέστρεψε την ίδια την ιστορία. Έσπασε αγάλματα, αρχαία μνημεία, έκαψε βιβλία και οτιδήποτε υπήρχε που θα μπορούσε να τους αντισταθεί”, του απάντησε με θλίψη.
“Ώστε τα βιβλία σου, είναι ό,τι απέμεινε από τότε;”
“Ναι, από αυτά μπορείς να μάθεις τα πάντα, γιατί το κόμμα έγραψε την ιστορία από την αρχή, όπως αυτό ήθελε. Έμαθε στον κόσμο να ζει με το ψέμα τους, για να μπορεί να τους ελέγχει.”
Ο Τζακ είχε εκπλαγεί και δεν μπορούσε να δεχτεί ότι κάποτε ίσως λάτρευε το κόμμα. Αν η Σάρα του έλεγε αλήθεια, ότι κάποτε ήθελε να γίνει ένας φύλακας πόλεων, δηλαδή ένα σκυλάκι τους, τι θα γινόταν αν έβρισκε τη μνήμη του; Ξαφνικά θα του άρεσε το κόμμα;
“Νικ, γιατί η πόλη είναι τόσο διαφορετική από εδώ;”
“Τι εννοείς;”
“Ο ουρανός εδώ δεν είναι κόκκινος, ούτε είναι γεμάτος με σύννεφα και μπορείς να δεις τον ήλιο”, του λέει ο Τζακ.
“Εδώ δεν υπάρχουν εργοστάσια και βιομηχανίες για να γεμίζουν τον ουρανό σύννεφα και βρώμα. Εδώ όλοι είμαστε αγρότες και καλλιεργούμε τα τρόφιμα που χρειάζονται οι μάζες στην πόλη. Δεν τρώμε πια κρέας, γιατί είναι πιο αποδοτικό να είμαστε χορτοφάγοι και δεν πηγαίνει χαμένη γη για την εκτροφή ζώων”, του εξηγεί ο Νικ.
“Στην ουσία είστε οι δούλοι των μεγαλουπόλεων.”
“Μπορείς να το πεις και έτσι…”
“Παρατήρησα ότι εδώ οι άνθρωποι είναι πιο χαρούμενοι από την πόλη, παρ’ όλα αυτά”, επισήμανε ξανά ο Τζακ στην κουβέντα του με τον Νικ.
“Ναι, γιατί εδώ δεν βιαζόμαστε για τίποτα. Ούτε είμαστε ξένοι μεταξύ μας, όλοι γνωριζόμαστε. Εμπιστευόμαστε και συνεργαζόμαστε, για να τα βγάλουμε πέρα και αυτό μας έχει φέρει πιο κοντά. Μας έχει δέσει, όχι μόνο σαν ανθρώπους, αλλά και σαν κοινότητα.”
Κάθονταν και συλλογίζονταν όλα αυτά που του είπε ο Νικ, όταν ξαφνικά θυμήθηκε τη Σάρα.
“Γιατί μου είπες να μη φέρω τη κοπέλα μου μαζί;” ρώτησε τον Νικ.
“Τζακ, η Σάρα έχει κάτι περίεργο πάνω της. Δεν είναι σαν εμάς. Είμαι σίγουρος ότι έχει παρτίδες με το κόμμα, από τη στιγμή που είναι ξανθιά και λευκή. Αυτά είναι τα χρώματα που έχουν οι αμόλυντοι. Όσοι δηλαδή, είναι καθαροί απόγονοι δύο μελών του κλειστού κύκλου του κόμματος, που κυβερνάνε τον κόσμο. Τι δουλειά έχει μαζί σου αυτή;”
“Δεν θυμάμαι, αλλά δεν την εμπιστεύομαι από τότε που είδα ότι έχει κοινά χαρακτηριστικά με την αρχηγό του κόμματος. Αλλά ίσως, για κάποιο λόγο, να είμαι λάθος και αυτό να μην έχει πια σχέση με αυτούς”, απάντησε ο Τζακ σαστισμένος, μπερδεμένος με αυτά που συνέβαιναν.
“Τζακ, κάτι τέτοιο είναι σχεδόν αδύνατο. Δε θα άφηναν ποτέ κάποιον να φύγει μακριά τους, ειδικά κάποιον τόσο σημαντικό.”
Ο Τζακ έμεινε πάλι σιωπηλός και σκεπτικός.
“Η Σάρα μού είπε ότι κάποτε ήθελα να γίνω φύλακας πόλεων, αλλά απέτυχα στην εκπαίδευση. Ξέρεις τι μπορεί να έγινε;”
“Συνήθως δεν υπάρχει γυρισμός από κάτι τέτοιο, επειδή είδες και έμαθες πολλά. Θα μπορούσες να παίξεις με τα όπλα τους. Ίσως για αυτό να μη θυμάσαι, για να μην είσαι απειλή για αυτούς. Αλλά και πάλι δεν μπορώ να καταλάβω τι ζητάει η Σάρα μαζί σου.”
“Μπορεί για κάποιο λόγο να μισεί και αυτή το κόμμα, όπως και εγώ. Την είδα με ευκολία να μπορεί να περάσει απαρατήρητη κάτω από τη μύτη πολλών και φαινόταν να ξέρει πολύ καλά τα μέσα και τους τρόπους της αστυνομίας. Ξέρεις αν υπάρχει κάποιου είδους αντίστασης κάπου εκεί έξω;”
“Αυτό είναι μάλλον απίθανο. Για να υπάρχει αντίσταση, θα πρέπει κάποιος που ξέρει την αλήθεια να ξυπνήσει πολλούς ανθρώπους. Τότε το κόμμα, θα παρατηρούσε πολύ εύκολα την αλλαγή συμπεριφοράς των ανθρώπων και θα τους εξόντωνε έναν έναν”, του απάντησε με σιγουριά ο Νικ.
“Ίσως η Σάρα να ανήκει σε κάτι τέτοιο. Εξάλλου, αν είναι απόγονος μελών του κλειστού κύκλου όπως λες, θα είναι υπεράνω υποψίας πολλών.”
“Μόνο εικασίες μπορούμε να κάνουμε Τζακ. Η ουσία είναι να θυμηθείς. Μόνο έτσι θα μάθουμε τι συμβαίνει”, απευθύνθηκε με αγωνία στον Τζακ.
Ο Τζακ προσπαθούσε με όλη του τη δύναμη να θυμηθεί, μα το μόνο που του έρχονταν στο μυαλό εκείνη τη στιγμή, ήταν το ηλιοβασίλεμα. Έκλεισε τα μάτια του και ένιωσε την ίδια ελευθερία που είχε νιώσει λίγο πιο πριν, έξω από το σπίτι του Νικ. Το μυαλό του ταξίδεψε πίσω στον χρόνο και άρχισε να βλέπει σκηνές από τη ζωή του στην μεγαλούπολη. Στιγμές που έζησε κάποτε με τη Σάρα. Ήταν όλα τόσο υπέροχα μέσα στο μυαλό του. Ένιωθε ευτυχισμένος και ασφαλής εκεί. Ένιωθε ένα με τον πραγματικό εαυτό του. Σαν να μην είχε χάσει ποτέ τη μνήμη του. Θυμήθηκε τα πρώτα χρόνια της ζωής του. Είχε μεγαλώσει και αυτός στην εξοχή, γι’ αυτό ένιωθε τόσο δεμένος με αυτή. Θυμήθηκε τα πρόσωπα των γονιών του. Θυμήθηκε τον εαυτό του να φεύγει γεμάτος χαρά προς τον τομέα 17, στον οποίο είχε γεννηθεί, για να σπουδάσει αστυνομικός. Θυμήθηκε ότι το κόμμα, ήταν όλη του η ζωή, γιατί έτσι τον είχαν διδάξει από μικρό. Όλο αυτό το στιγμιαίο όνειρο μετατράπηκε σε εφιάλτη όταν μπήκε στη σχολή. Ένιωσε να βιώνει ξανά τον πόνο από τα βασανιστήρια που πέρασε εκεί μέσα. Την ψυχρότητα που περιέβαλλε τα πάντα. Την πλύση εγκεφάλου που βίωνε καθημερινά, με σκοπό τον θάνατο κάθε συναισθήματος μέσα του. Θυμήθηκε τα βράδια που έκλαιγε στο κρεβάτι του και πάνω από όλα θυμήθηκε τη λάθος απόφασή του να το σκάσει.
“Τζακ, είσαι καλά;” φώναξε ο Νικ και ταρακουνώντας τον, τον ξύπνησε.
Ο Τζακ απάντησε με έκπληκτο βλέμμα: “Θυμήθηκα πολλά”.
Ο Νικ ξεφύσησε ανακουφισμένος και έκατσε πάλι στην καρέκλα του. Τότε ο Τζακ συνέχισε να μιλάει…
“Γεννήθηκα στον τομέα 17 και αμέσως μετά οι δικοί μου μετακόμισαν στην εξοχή. Δεν ξέρω πού ήταν αυτό το μέρος, αλλά θυμάμαι ότι δέθηκα πάρα πολύ με αυτό. Ήθελα από μικρός να γίνω αστυνόμος και να υπηρετήσω το κόμμα, γιατί έτσι με είχαν μάθει από μικρό στο σχολείο. Όμως όλα άλλαξαν μέσα στη σχολή. Δεν άντεχα τα βασανιστήρια και τα καψώνια τους, δεν ήθελα να πεθάνουν τα συναισθήματά μου. Δεν ήθελα να πεθάνει η αγάπη που είχα για το κόμμα. Ένιωσα προδομένος και αποφάσισα να φύγω, μα μετά δε θυμάμαι κάτι άλλο”, είπε ο Τζακ και παραλίγο να βάλει τα κλάματα από τη συγκίνηση.
Ο Νικ έσκυψε προς το μέρος του και τον ακούμπησε με το χέρι του στον ώμο.
“Ηρέμησε Τζακ, τελείωσαν αυτά”, του είπε στοργικά.
Ο Τζακ σήκωσε το κεφάλι του και είπε: “Μισώ όσο τίποτα άλλο το κόμμα και ό,τι έχει δημιουργήσει. Με πρόδωσε και με κατέστρεψε. Διέλυσε την ψυχή ενός αθώου παιδιού που ήθελε να κάνει τα πάντα για το κόμμα. Θέλω να τους κάνω να υποφέρουν, όπως υπέφερα και εγώ.”
“Τζακ, μην αφήνεις το μίσος να σε τυφλώνει. Μη γίνεις σαν αυτούς, γιατί μετά θα χάσεις για πάντα τον εαυτό σου. Εσύ είσαι ζωντανός σε έναν κόσμο νεκρών και αυτό είναι ό,τι πιο αγνό και επαναστατικό μπορεί να υπάρχει σήμερα. Γι’ αυτό σου έσβησαν τη μνήμη, για να μην είσαι επαναστάτης.”
“Δε με καταλαβαίνεις, γέρο. Δεν πόνεσες όπως εγώ. Πώς μπορείς να τους δικαιολογείς;” είπε θυμωμένα ο Τζακ και κοίταξε τον Νικ στα μάτια.
“Είδα τον κόσμο που αγάπησα να καταστρέφεται μπροστά στα μάτια μου. Είδα ανθρώπους που αγάπησα, φίλους, γνωστούς και οικογένεια να πεθαίνουν μπροστά μου, είτε από το ίδιο το κόμμα, είτε από τους φανατισμένους οπαδούς του. Ήμουν παιδί ακόμα και έπρεπε να μεγαλώσω, προσποιούμενος ότι είμαι μαζί τους, μόνο και μόνο για να μη με σκοτώσουν, ώστε μια μέρα να πω την αλήθεια και να περάσω τη φλόγα σε κάποιον νεότερο. Εσύ νομίζεις ότι εγώ δεν πόνεσα; Δεν έκλαψα; Αλλά δεν κράτησα μίσος για κανέναν. Έζησα για έναν σκοπό και αυτός δεν ήταν να γίνω σαν αυτούς. Γιατί αν τους μισούσα, θα έχανα την ταυτότητά μου. Μην κάνεις αυτό το λάθος Τζακ, δεν σου αξίζει.”
Στο άκουσμα της ιστορίας του Νικ, ο Τζακ μαλάκωσε και κατάλαβε το λάθος του. Δεν έπρεπε να ενδώσει στο θυμό του.
“Τι μπορώ να κάνω Νικ;” είπε γεμάτος αυτοπεποίθηση.
“Για την ώρα, καλό θα ήταν να περιμένεις μέχρι να θυμηθείς και ό,τι άλλο μένει”, του πρότεινε ο Νικ.
“Έχεις δίκιο…”
Ο Τζακ δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την πρότασή του, όταν άκουσαν τα τζάμια του σπιτιού να σπάνε.
Τρόμαξαν και οι δυο τους και ο Νικ πετάχτηκε λέγοντας: “Μας βρήκαν”.
Τρόμος περιέλουσε τον Νικ και έτρεξε να κρυφτεί κάπου. Ο Τζακ παρέμεινε παγωμένος στην καρέκλα του, μη μπορώντας να κινηθεί από τον τρόμο. Το μυαλό του έκανε χιλιάδες σκέψεις και πιθανά σενάρια.
“Εκεί μέσα είναι”, ακούστηκε μια φωνή από το δίπλα δωμάτιο και πολλά βήματα να τρέχουν προς το μέρος τους. Η πόρτα άνοιξε και ο Τζακ παρατήρησε έκπληκτος τον άνθρωπο που τον κοιτούσε!

_

γράφει ο Αριστείδης Χριστοφοράκης

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε το!

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!