Select Page

2071 (Μέρος 4ο)

2071 (Μέρος 4ο)

Η πόρτα άνοιξε και ο Τζακ έμεινε αποσβολωμένος όταν είδε το πρόσωπο του Τζον να τον σημαδεύει με ένα όπλο.
“Εσύ; Μα πώς;” είπε ο Τζακ, έχοντας χάσει τα λόγια του. Ήταν το τελευταίο άτομο που περίμενε να δει.
“Καλησπέρα Τζακ”, είπε με ένα σατανικό χαμόγελο και οι υπόλοιποι άντρες άρχισαν να τους περικυκλώνουν, μέσα στο δωμάτιο, σημαδεύοντάς τους.
“Θα περίμενα να δω τη Σάρα, μα όχι εσένα Τζον.”
“Θα έπρεπε να περιμένεις τα πάντα στη ζωή σου, Τζακ.”
“Τι εννοείς;” ρώτησε γεμάτος αγωνία ο Τζακ.
“Ηρέμησε και θα τα μάθεις όλα. Πρώτα όμως πρέπει να περιποιηθώ τον γέρο.”
“Τι θα κάνεις; Θα του σβήσεις και αυτουνού τη μνήμη;”
“Μη φοβάσαι Τζακ, το βάσανο του θα τελειώσει γρήγορα, σε σχέση με το δικό σου που δε θα τελειώσει ποτέ”, είπε και κατευθύνθηκε προς τον Νικ, ο οποίος είχε προσπαθήσει να φύγει από την πίσω πόρτα του δωματίου.
“Κάποτε δε θα μπορείς να με βρεις και τότε θα τελειώσει”, του απάντησε οργισμένα ο Τζακ.
“Αυτό δε θα γίνει ποτέ Τζακ, μην έχεις αυταπάτες. Είσαι απλά μια μηχανή που κάνει τη δουλειά μας.”
Ο Τζακ και ο Νικ έμειναν κατάπληκτοι. Κανείς τους δεν περίμενε κάτι τέτοιο. Είχαν φανταστεί και οι δύο πολλά, μα σίγουρα όχι κάτι τέτοιο.
Ο Τζον γέλασε λέγοντάς του: “Πάντα μου άρεσε να βλέπω τη φάτσα σου όταν σ’ το λέω. Έχω αρχίσει να ζω για αυτή τη στιγμή.”
“Τι μου έχετε κάνει; Γιατί δεν μπορώ να θυμηθώ;” άρχισε να φωνάζει έντρομος ο Τζακ.
Ο Τζον ξεφύσησε και έκατσε στην καρέκλα μπροστά από τον Τζακ. Άφησε το όπλο δίπλα του και τον κοίταξε στα μάτια.
“Την τελευταία φορά που πήγες να δραπετεύσεις, αποφασίσαμε ότι ήταν ανούσιο να συνεχίσουμε την προσπάθεια να σε ελέγξουμε. Υπήρχαν και άλλοι σαν και εσένα όταν το κόμμα είχε ξεκινήσει τα πειράματα με ανδροειδή. Είσαι το πιο επιτυχημένο μοντέλο μας. Τα άλλα έχουν χάσει πλήρως την ανθρώπινη συνείδηση, εν αντιθέσει με σένα.”
“Δεν σε πιστεύω, είμαι άνθρωπος σαν εσάς και ποτέ δε θα με ελέγξετε”, φώναξε με αγωνία.
“Πιστεύεις ότι ένας άνθρωπος είναι ικανός να σπάσει μια πόρτα και να μην πάθει τίποτα; Μπορεί να τρέξει μια τόσο μεγάλη απόσταση ενώ τον κυνηγάνε και να μην κουραστεί; Τα βρίσκεις ανθρώπινα όλα αυτά;” απάντησε ο Τζον με ήρεμη φωνή, αλλά και μια μικρή δόση ειρωνείας στο πρόσωπο του Τζακ.
Όλος ο κόσμος του Τζακ είχε γκρεμιστεί μπροστά στα μάτια του, μέσα σε μια στιγμή. Του φάνηκαν λογικά όλο αυτά τα επιχειρήματα, μα από την άλλη δεν ήθελε να τα δεχτεί. Γύρισε και είδε τον Νικ, που λυπόταν με αυτά που άκουγε για τον Τζακ.
“Πόσα ανδροειδή υπάρχουν ακόμα;” ρώτησε τον Τζον, νιώθοντας φανερά ηττημένος και απογοητευμένος από την πραγματικότητα που ξεκαθάριζε σιγά σιγά μέσα του.
“Ακόμα δύο, μα μόλις μαζέψουμε αρκετά στοιχεία από σένα, θα υπάρξουν πολλά περισσότερα.”
“Σαν τι στοιχεία δηλαδή;”
“Συμπεριφοράς, σκέψης, συνείδησης και γενικά οτιδήποτε κάνεις. Είσαι ένα πείραμα και τίποτα περισσότερο Τζακ. Δεν είσαι ζωντανός, δεν είσαι άνθρωπος, είσαι απλά μια μηχανή.”
Ο Τζακ θύμωσε και πήγε να χτυπήσει τον Τζον, αλλά στην κίνηση και μόνο ένας από τους στρατιώτες τον πυροβόλησε στο χέρι. Ο Τζον ήταν απόλυτα ήρεμος και δεν κουνήθηκε καν από την θέση του. Ο Τζακ από την άλλη ένιωθε τον πόνο και έβλεπε το αίμα να κυλάει από το χέρι του.
“Το είδες Τζον; Είμαι άνθρωπος. Πονάω και ματώνω.”
Ο Τζον έβγαλε ένα μαχαίρι και αρπάζοντας το πυροβολημένο χέρι του Τζακ, έβαλε το μαχαίρι μέσα στην πληγή. Αφού την έσκισε, αφαίρεσε το δέρμα, δείχνοντάς του τον μεταλλικό σκελετό που είχε αντί για κόκαλα. Ο Τζακ ούρλιαξε από τον πόνο, μα όταν αντίκρισε τον μεταλλικό σκελετό, ο πόνος ήταν ψυχικός και ακόμα πιο αβάσταχτος, μέχρι που έβαλε τα κλάματα.
“Μην κάνεις σαν μωρό Τζακ, μια απλή πληγή είναι”, είπε ο Τζον γελώντας μαζί με τους υπόλοιπους στρατιώτες.
“Θα έπρεπε να ντρέπεστε όλοι σας που υποστηρίζετε το κόμμα, πώς μπορείτε και είστε τόσο απάνθρωποι;” είπε ο Νικ θυμωμένος.
Ο Τζον γύρισε και τον κοίταξε λέγοντάς του: “Σε είχα σχεδόν ξεχάσει εσένα”. Έπειτα σηκώθηκε και πήγε προς το μέρος του.
“Είμαστε απάνθρωποι που υποστηρίζουμε αυτό που ένωσε για πρώτη φορά τον άνθρωπο;”
“Ναι, αλλά με ποιο κόστος; Πόσα ψέματα; Πόσους νεκρούς αθώους;”
“Τα πάντα γίνονται με κάποιο κόστος. Δεν μπορείς να φτιάξεις την ουτοπία αναίμακτα. Λίγοι πέθαναν για την ευτυχία τον πολλών”, απάντησε ψυχρά ο Τζον.
“Δυστοπία εννοείς. Όλοι ζουν σε μια μεγάλη φυλακή και απλά δεν τους αφήνετε να το καταλάβουν.”
“Άρα είναι αυτόματα χαρούμενοι. Κάποιος που δεν ξέρει ότι είναι ευτυχισμένος, είναι χαρούμενος.”
“Χαρούμενος είναι κάποιος που είναι ελεύθερος, νεαρέ, όχι ο φυλακισμένος”, απάντησε ο Νικ με απέχθεια προς τον Τζον.
“Και τι σε κάνει να πιστεύεις ότι ο φυλακισμένος δεν είναι ελεύθερος; Έχει τα πάντα έτοιμα, δε χρειάζεται να ανησυχεί για κάτι. Έχει εξασφαλισμένη τροφή, στέγαση, προστασία και πολύ ελεύθερο χρόνο για να καλλιεργήσει τον εαυτό του.”
“Μόνο που εσείς τους αναγκάζετε να δουλεύουν όλη την ημέρα και στον ελάχιστο ελεύθερο χρόνο τους μπορούν να διαβάσουν, μόνο τα γεμάτα ψέματα λιγοστά βιβλία σας.”
“Μα δε χρειάζεται να σκέφτονται. Σκεφτόμαστε εμείς για αυτούς. Εμείς προστατεύσαμε ακόμα και το περιβάλλον, που ο παλιός κόσμος είχε αφανίσει. Κανένα ζώο δεν κινδυνεύει και δεν υπάρχει καθόλου μόλυνση”, απάντησε με βεβαιότητα και μια αίσθηση κυριαρχίας πάνω στον Νικ.
“Ούτε και στις μεγάλες πόλεις, εκεί που έχει χαθεί το χρώμα του ουρανού και είναι τα πάντα κόκκινα; Ούτε εκεί υπάρχει;”
“Κρατάμε τη μόλυνση μόνο εκεί και όχι παραέξω. Νομίζω είναι πολύ καλύτερα πλέον από παλιότερα.”
“Όχι, δεν είναι. Είναι καλύτερο κάποιος να ζει ελεύθερος σε έναν βρώμικο κόσμο, παρά σκλάβος σε έναν καθαρό κόσμο. Καλύτερα να μεγαλώσουμε φτωχοί σε ερείπια και όχι πλούσιοι σε ουρανοξύστες”, συνέχισε ο Νικ την επιθέση προς τον Τζον.
“Αυτό σ’ το δίδαξαν τα βιβλία σου;”
“Όχι, μου το δίδαξε η ζωή, πριν ακόμα γεννηθείς μικρέ. Μεγάλωσα στα ερείπια του παλιού κόσμου μόνος μου, ορφανός. Είδα με τα μάτια μου να δολοφονείτε τους γονείς μου, επειδή δεν συμφωνούσαν μαζί σας. Δε θέλω κάτι άλλο για να ξέρω τι είναι η ελευθερία. Για μένα, ελευθερία είναι όταν μπορώ να δράσω ελεύθερα. Για εμένα και την κοινότητά μου.”
Ο Τζον θύμωσε μην έχοντας να απαντήσει κάτι και γύρισε να δει τους υπόλοιπους στρατιώτες που τον κοιτούσαν σκεπτικοί. Ένιωσε ένα μεγάλο βάρος πάνω στους ώμους του, καθώς έπρεπε να υπερασπιστεί το κόμμα και τη θέση του, σαν ανώτερός τους. Δεν έπρεπε να φανεί αδύναμος μπροστά τους, ούτε να τους αφήσει να αμφισβητήσουν το κόμμα. Έκανε μια μικρή βόλτα γύρω στο δωμάτιο. Έπειτα τράβηξε το πιστόλι από τη θήκη του και πυροβόλησε τον Νικ στον μέτωπο. 
Ο Τζακ πανικοβλήθηκε και οι στρατιώτες σάστισαν λίγο. Ο Τζον τους κοίταξε άγρια στα μάτια λέγοντάς τους: “Οι εχθροί του κόμματος πρέπει να εξαλειφθούν. Οι εχθροί της ανθρωπότητας πρέπει να εκλείψουν και όποιος δεν προσαρμοστεί στη θέληση της επανάστασης και του λαού θα υποστεί τις συνέπειες. Έγινα σαφής;”
Οι στρατιώτες τον κοιτούσαν περίεργα και τότε ένας από αυτούς πήγε να μιλήσει, μα δεν πρόλαβε. Ο Τζον τον πυροβόλησε μέσα στο στόμα. Ήταν ο ίδιος που πυροβόλησε τον Τζακ στο χέρι λίγες στιγμές πιο πριν.
“Έγινα σαφής;” επανέλαβε ο Τζον.
“Μάλιστα”, φώναξαν όλοι τους σε στάση προσοχής.
“Υπέροχα”, αναφώνησε ο Τζον κι έκατσε πάλι μπροστά στον Τζακ.
“Τι άλλο θέλεις από μένα;” είπε ο Τζακ με ραγισμένο πλέον το πνεύμα του.
“Ό,τι μπορείς να μου δώσεις. Βλέπεις, εσάς τα ανδροειδή, σας φτιάξαμε με σκοπό να εντοπίζετε ανθρώπους σαν αυτόν, ώστε να τους βγάζουμε από τη μέση.”
“Πόσους ανθρώπους έχω οδηγήσει στον θάνατο με αυτόν τον τρόπο;”
“Περισσότερους από όσους θυμάμαι. Δεν ξέρω αν το θυμάσαι, αλλά ήμασταν μαζί στη σχολή. Φίλοι. Ήσουν κάποτε κι εσύ τόσο ένθερμος υποστηρικτής του κόμματος, όπως εγώ. Θα γινόμασταν πολύ καλοί συνεργάτες κάποια μέρα. Αλλά τα χάλασες όλα με τις οικτρές αποδράσεις σου.”
“Τι έγινε αφού με πιάσατε την τελευταία φορά;”
“Σε στείλαμε στο εργαστήριο. Εκεί, δεν ξέρω ούτε εγώ τι ακριβώς σου έκαναν για να σε φτιάξουν. Μόλις είχα αποφοιτήσει όταν ήσουν έτοιμος. Όλοι θεωρούσαμε ότι είχες πεθάνει, γιατί κάναμε χρόνια να ακούσουμε για σένα. Η πρώτη αποστολή που είχα, ήταν να φροντίζω κάθε φορά να ολοκληρώνεις αυτόν τον κύκλο σου. Να δραπετεύεις, να σε “σώζουμε” από τους φρουρούς, οδηγώντας μας στον εκάστοτε αντιρρησία. Έπειτα να σου αφαιρούμε πάλι τη μνήμη και ξανά από την αρχή.”
“Πώς ακριβώς μου σβήνετε τη μνήμη;”
“Μην ανησυχείς, θα το δεις για άλλη μια φορά σε λίγο.”
“Η Σάρα τι σχέση έχει με όλα αυτά;”
“Γιατί δε ρωτάς την ίδια;” αποκρίθηκε ο Τζον, ρίχνοντας τη ματιά του προς την πόρτα του δωματίου.
Πριν καλά καλά τελειώσει τη φράση του, στο δωμάτιο μπήκε η Σάρα. Ήταν αλλαγμένη, το βλέμμα της διαφορετικό από ό,τι συνήθως και είχε έναν αέρα εξουσίας πάνω της. Φορούσε διαφορετικά ρούχα από τους υπόλοιπους. Μια άσπρη στολή, με πολλά διακριτικά πάνω της, που έδειχναν τον βαθμό της.
Ο Τζακ για άλλη μια φορά έμεινε έκπληκτος μα και σιωπηλός.
“Όλα κύλισαν ομαλά Τζον;” ρώτησε και τον κοίταξε με την άκρη του ματιού της.
Οι στρατιώτες ήταν όλοι τους σε θέση προσοχής, αλλά ο Τζον συνέχισε να είναι χαλαρός και καθιστός απέναντι από τον Τζακ.
“Φυσικά, όπως πάντα”, της απάντησε ο Τζον
“Δε σας δημιούργησε κανένα θέμα;”
“Ούτε στο ελάχιστο. Ήταν ήρεμος σαν μικρό παιδί.”
“Εκείνος γιατί είναι νεκρός;” ρώτησε η Σάρα με απορία, καθώς παρατηρούσε το δωμάτιο.
“Αρνήθηκε να εκτελέσει την εντολή μου”, απάντησε κοφτά ο Τζον.
“Κρίμα, δε χρειαζόμαστε τέτοιους μέσα στο κόμμα. Μη διστάσεις να σκοτώσεις οποιονδήποτε παρακούσει εντολή σου”, έδωσε εντολή, με το βλέμμα της να γίνεται ψυχρό και αδίστακτο.
“Να φανταστώ, ήταν ένα ψέμα ότι κάποτε ήμασταν μαζί;” ρώτησε ο Τζακ.
“Αυτό και πολλά άλλα, Τζακ”, απάντησε η Σάρα.
“Εσένα, Σάρα, ποιος είναι ο ρόλος σου μέσα σε όλο αυτό που συμβαίνει;”
“Εγώ απλά επιβλέπω την αποστολή και φροντίζω να πιστέψεις τα πάντα. Τίποτα άλλο πιο συγκεκριμένο”, του απάντησε αυστηρά.
“Αυτό είμαι για σένα; Μια αποστολή;”
“Δεν θα έλεγα ότι είσαι μόνο μια αποστολή. Είσαι κάτι πλέον που με κάνει να περνάω την ώρα μου.”
“Και τα ψεύτικα χαρτιά που έδειξες σήμερα στους φύλακες;”
“Ήταν τα κανονικά χαρτιά της αποστολής. Μα καλά, τι φαντάστηκες; Ότι μπορούσες να ξεφύγεις τόσο εύκολα; Τα πάντα έγιναν για να ξεγελάσουν εσένα και να με πιστέψεις. Όλοι ξέραμε την αλήθεια, εκτός από σένα. Απλά, παίξαμε ένα παιχνίδι στις πλάτες σου, για άλλη μια φορά.”
“Νομίζω τελικά ότι δεν είναι και τόσο κακό που ξεχνάω κάθε φορά για σένα. Περνάω κάποιες ώρες χαρούμενος.”
“Μπορείς να πεις στον εαυτό σου ό,τι θέλεις για να νιώσεις καλύτερα, στον λίγο χρόνο που σου μένει, μέχρι να ξεχάσεις ξανά. Ας φύγουμε, πολύ ασχολήθηκα μαζί σου. Εξάλλου δεν έχει κανένα νόημα”, είπε και έστριψε απότομα για να βγει από το δωμάτιο.
Δυο στρατιώτες έπιασαν τον Τζακ και τον σήκωσαν. Του πέρασαν ένα ζευγάρι χειροπέδες, ακολουθώντας τον Τζον και τη Σάρα. Περίμεναν στην αυλή του σπιτιού μερικά λεπτά, όταν είδαν από μακριά να τους πλησιάζει ένα ελικόπτερο του κόμματος. Όσο το ελικόπτερο πλησίαζε, τόσο περισσότερο αέρα σήκωναν οι έλικές του. Ένας στρατιώτης, εντός του ελικοπτέρου, ανοίγει τη συρόμενη πίσω πόρτα και τεντώνει το χέρι του για να βοηθήσει τη Σάρα να ανέβει. Ανεβαίνοντας, η Σάρα γυρνάει προς τη μεριά του Τζον και του λέει: “Τακτοποίησε τον χώρο και εξαφάνισε τα πάντα. Δε χρειάζεται να μάθει κανείς τι έγινε εδώ.”
“Μάλιστα κυρία”, αποκρίθηκε ο Τζον και έσπρωξε τον Τζακ προς το ελικόπτερο, όπου τον ανέβασαν και τον ασφάλισαν σε μια θέση στο πίσω μέρος. Οι στρατιώτες κάθισαν δίπλα του και η Σάρα μπροστά, ως συγκυβερνήτης. Όσοι στρατιώτες έμειναν πίσω ήταν για να βοηθήσουν τον Τζον.
Το ελικόπτερο απογειώθηκε και ο Τζακ ρώτησε πού τον πήγαιναν. Αμέσως, ένας στρατιώτης που καθόταν δίπλα, του φοράει ένα ζευγάρι ακουστικά στο κεφάλι. Ήταν η ενδοεπικοινωνία του πιλότου και της Σάρας. “Στην Ι.Π.Κ. εκεί που όλα αρχίζουν και όλα τελειώνουν, για σένα”, ακούστηκε η φωνή της, μέσω των ακουστικών.
Ο Τζακ ήταν ήρεμος και χαλαρός. Είχε πια δεχτεί το πεπρωμένο του και τη ματαιότητα της πραγματικότητάς του. Σιχαινόταν τον εαυτό του από τη μία για την κατάληξη που είχε, αλλά από την άλλη σκεφτόταν ότι, ίσως, την επόμενη φορά να τα καταφέρει καλύτερα. Ήθελε με όλη του την ψυχή να είναι ελεύθερος. Όσες ζωές και αν ζούσε, ξανά και ξανά, θα προσπαθούσε το ίδιο, μέχρι να το πετύχει. Πλέον, δεν τον ένοιαζε πόσες ζωές θα χαθούν για να το πετύχει, αρκεί να γινόταν ελεύθερος. Για μια στιγμή, σκέφτηκε ποιο το νόημα να τα σκέφτεται όλα αυτά, από τη στιγμή που όταν θα ξυπνούσε δε θα ήξερε και πάλι τίποτα. Τίποτα συνειδητά, μα όχι υποσυνείδητα. Εκεί ήλπιζε, ότι ίσως κάποια στιγμή, θα θυμηθεί πρόωρα και θα είναι αυτός που θα κοροϊδέψει τη Σάρα για πρώτη και τελευταία φορά.
Έβλεπε, σιγά σιγά, τον Tομέα 17 να πλησιάζει όλο και περισσότερο και μαζί με την πόλη και το μισητό κόκκινο χρώμα του ουρανού με τα γκρίζα σύννεφα. Γύρισε το κεφάλι του και απόλαυσε, για αυτές τις τελευταίες στιγμές, τον καθαρό, έναστρο, σκοτεινό πια ουρανό.
Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε τον Tομέα 17 από τόσο ψηλά και μπορούσε να κατανοήσει το τρομακτικά μεγάλο μέγεθος της πόλης που εκτείνονταν μέχρι το τέλος του ματιού του. Μαζί με το μέγεθος της πόλης, είδε και πάλι το αρχηγείο του κόμματος που είχε δει από το τρένο. Αυτή τη φορά, πέρασαν κοντά από το πορτραίτο της αρχηγού και μπορούσε να παρατηρήσει καλύτερα αυτό το βλέμμα, που ενώ άλλοτε του φάνηκε επιβλητικό, τώρα του έφερνε μίσος και αηδία. Διάβασε ξανά την επιγραφή που έλεγε: “Το κόμμα σάς αγαπάει όλους ισάξια” και σκέφτηκε από μέσα του “το κόμμα σάς καταπιέζει όλους ισάξια”. Το ελικόπτερο προσπέρασε το μεγάλο κτήριο του κόμματος και προσγειώθηκε στην οροφή ενός άλλου κτηρίου, εντός οπτικού πεδίου του.
Η πόρτα άνοιξε και οι στρατιώτες κατέβασαν τον Τζακ, ακολουθώντας τη Σάρα, η οποία κατευθύνονταν προς τον ανελκυστήρα.
“Σαν να μου θυμίζει πολλά αυτό”, είπε χαριτολογώντας ο Τζακ και η Σάρα τον κοίταξε με ένα απαθές βλέμμα. Μερικά λεπτά αργότερα, είχαν βρεθεί σε έναν περίεργο διάδρομο, ο οποίος περιβάλλονταν από παράθυρα. Ο Τζακ κοίταξε με περιέργεια, κάνοντάς τον να σοκαριστεί από το θέαμα που αντίκριζε.
Άνθρωποι με μάσκες, πάνω από άλλους ανθρώπους, να κόβουν και να ράβουν τα σώματά τους. Άνθρωποι δεμένοι σε καρέκλες, να δέχονται ηλεκτρικά σοκ, σε ένα άλλο δωμάτιο. Άνθρωποι δεμένοι σε τραπέζια, με ανοιχτό το κρανίο τους, να κοιτάνε εικόνες σε μια οθόνη μπροστά τους και να ουρλιάζουν κλαίγοντας, χωρίς να ακούγεται κανένας απολύτως ήχος. Πράγματα που δε χωράει ανθρώπινος νους, συνέβαιναν και στα υπόλοιπα δωμάτια, καθώς συνεχίζαν να περπατούν αργά και σταθερά στον διάδρομο. Ήταν λες και ήθελαν, επίτηδες, ο Τζακ να βιώσει όλο αυτό το ψυχολογικό βασανιστήριο, κάνοντάς τον να τρέμει στην ιδέα ότι κάτι από όλα αυτά θα τον περίμενε πίσω από την κλειστή πόρτα που ζύγωνε όλο και πιο κοντά του, στο βάθος του διαδρόμου.
Έσκυψε το κεφάλι και δέχτηκε τη μοίρα του. Ό,τι και να ερχόταν, ένιωθε έτοιμος να το αντιμετωπίσει. Το θάρρος άρχισε να τον κυριεύει όσο πλησίαζαν προς την πόρτα. Σήκωσε το κεφάλι του, προέταξε το στήθος του, πήρε μια βαθιά αναπνοή και η πόρτα άνοιξε. Το περιεχόμενο του δωματίου ήταν το ίδιο, όπως των υπόλοιπων δωματίων που προσπέρασε. Μπροστά του, ένα χειρουργικού τύπου τραπέζι, απέναντι μια οθόνη και υπολογιστές στην κορυφή του τραπεζιού. Οι στρατιώτες τον σηκώνουν και τον τοποθετούν στο τραπέζι, όπου του δένουν τα χέρια, τα πόδια, τη μέση και το κεφάλι του, ώστε να μη μπορεί να κινηθεί στο ελάχιστο. Η Σάρα, έκατσε πάνω από το κεφάλι του και τον χάιδευε.
“Τι ακριβώς θα μου κάνετε;” είπε ο Τζακ, που από τη θέση του μπορούσε να δει μόνο την οθόνη.
“Θα σε ψυχοπρογραμματίσουμε”, είπε η Σάρα.
“Πώς θα το κάνετε αυτό;” ρώτησε και πάλι ο Τζακ, με εμφανή πλέον την αγωνία.
“Θα δεις. Είναι μια απλή διαδικασία, μόνο που θα πονέσεις πολύ, σωματικά και ψυχικά”, του απάντησε η Σάρα, κοτώντας τον και συνεχίζοντας να του χαιδεύει το κεφάλι.
Μια ομάδα γιατρών μπήκε στην αίθουσα και ξεκίνησαν αμέσως τις διαδικασίες. Πρώτα, ενεργοποίησαν μια μηχανή, που κρατούσε τα μάτια του Τζακ ανοιχτά και στη συνέχεια χωρίς καμία νάρκωση, ο γιατρός ξεκίνησε να του ανοίγει το κρανίο, κάνοντας επιδέξιες κινήσεις με τη βοήθεια των χειρουργικών του εργαλείων. Ο Τζακ άρχισε να ουρλιάζει από τον πόνο. Ο γιατρός, αφού του έβγαλε τα παλιά εμφυτεύματα, άρχισε τη διαδικασία εμφύτευσης των καινούργιων μέσα στον εγκέφαλό του.
Του έκαναν κάποιες τομές στα χέρια και στα πόδια, μέχρι να βρουν τον μηχανικό του σκελετό και τις υποδοχές των βυσμάτων. Ένιωσε τα βύσματα να κουμπώνουν και ρεύμα άρχισε να διαχέεται σε όλο του το σώμα αλλά και στον εγκέφαλο, ενεργοποιώντας τα καινούργια εμφυτεύματα. Στο μεταξύ ο Τζακ, λόγω της διαρροής του ρεύματος, είχε σπασμούς και καθόλου έλεγχο του σώματός του. Μόλις τα εμφυτεύματα ενεργοποιήθηκαν, η οθόνη μπροστά του άναψε. Άκουγε πάνω από το κεφάλι του κάποιον να πληκτρολογεί στον υπολογιστή και τότε, σκηνές από τη ζωή του Τζακ, άρχισαν να αναπαράγονται.
Έβλεπε τον εαυτό του, μικρό και χαρούμενο, να παίζει στην εξοχή και ένιωσε νοσταλγία και ξεγνοιασιά. Όταν η εικόνα άλλαξε, ήταν σαν να είχε ξεχάσει για πάντα ό,τι μόλις είχε δει! Ο ίδιος δεν κατάλαβε αυτή του την απώλεια. Η επόμενη εικόνα ήταν παιδικοί του φίλοι, που ήταν μαζί του στο σχολείο. Πάλι ένιωσε τη νοσταλγία και την ξεγνοιασιά της εποχής. Η επόμενη εικόνα είχε μπει και πάλι ο Τζακ είχε χάσει κάθε ανάμνησή της. Αυτή τη φορά όμως είχε καταλάβει ότι κάτι έλειπε, μα δεν ήξερε τι. Σειρά είχε ο μπλε ουρανός και η φύση που τόσο αγαπούσε. Μόλις χάθηκε και αυτή η ανάμνηση, ο Τζακ πλέον είχε καταλάβει τι γινόταν και δάκρυα άρχισαν να βγαίνουν από τα μάτια του. Σιγά σιγά, έβλεπε μπροστά στα μάτια του να χάνεται ό,τι αγάπησε ποτέ στη ζωή του. Φαγητά, μέρη, πρόσωπα, στιγμές. Ακόμα και το πρόσωπο της Σάρας πέρασε κάποια στιγμή από την οθόνη του. Οι εικόνες συνέχιζαν να περνάνε γρήγορα, η μία μετά την άλλη. Είχε χάσει κάθε αίσθηση του χρόνου.
Μαζί με τις αναμνήσεις του, άρχιζαν να χάνονται και τα συναισθήματά του. Η τελευταία, καλή και αγαπημένη του ανάμνηση, ήταν το πρόσωπο του Νικ, όπου όταν χάθηκε και αυτό, τότε άρχισε να κλαίει και να σπαράζει δυνατά. Ό,τι είχε αγαπήσει και με ό,τι είχε δεθεί ποτέ στη ζωή του, είχε χαθεί πια. Σειρά είχαν οι κακές αναμνήσεις του από τη σχολή. Ό,τι βασανιστήριο και ψυχολογική δοκιμασία είχε υποστεί, είχαν αναγεννηθεί στο μυαλό του. Ο ψυχικός πόνος, άρχισε να γίνεται αβάσταχτος και η καρδιά του χτυπούσε δυνατά και γρήγορα. Πλέον, έβλεπε και άκουγε ομιλίες της αρχηγού και μελών του κόμματος. Άρχισε να βλέπει το πλήθος να ζητωκραυγάζει και να χαιρετά την αρχηγό. Έβλεπε παρελάσεις του κομματικού στρατού να περνάνε και εμβατήρια του κόμματος να παίζουν από πίσω. Έβλεπε τον κόσμο να τραγουδάει με πάθος και με δάκρυα στα μάτια τους κομματικούς ύμνους, ενώ ο στρατός προελάμβανε. Έβλεπε σημαίες και σύμβολα του κόμματος παντού και τόσο περισσότερο έκλαιγε και μίσος γέμιζε την καρδιά του. Συνεπαρμένοι από την επικότητα της παρέλασης και των ύμνων, άρχισε και η Σάρα να τραγουδάει μέσα στα αφτιά του. Ο Τζακ συνέχισε τους σπασμούς του, προσπαθώντας να μη βλέπει και να μην ακούει. Ήθελε να αποσπάσει την προσοχή του από όλα αυτά, μα δεν μπορούσε. Η μουσική δυνάμωνε και μαζί με αυτή, η φωνή της Σάρα και οι εικόνες γίνονταν εντονότερες. Κάποια στιγμή ο Τζακ, έχοντας χάσει κάθε ανάμνηση του εαυτού του και την αίσθηση του χώρου και του χρόνου, λιποθυμά. 
Η Σάρα, εμφανώς ικανοποιημένη, λέει στους γιατρούς: “Προγραμματίστε του τώρα την επιθυμία να βρει τον εαυτό του και κλείστε του το κεφάλι. Εσείς, στρατιώτες, μεταφέρετέ τον στη γνωστή αίθουσα και ενημερώστε όλο το προσωπικό να είναι έτοιμο για το σχέδιο XY003.”
“Μάλιστα κυρία”, είπαν όλοι τους και γρήγορα εκτέλεσαν τις εντολές. Δεν ήξεραν πόση ώρα θα ήταν λιπόθυμος και γι’ αυτό έπρεπε να είναι έτοιμοι για κάθε ενδεχόμενο. Όλα έπρεπε να κυλήσουν ομαλά, όπως κάθε άλλη φορά.
Ο Τζακ, μεταφέρθηκε στη συγκεκριμένη αίθουσα που είχε ξυπνήσει και μερικές μέρες πριν. Του φόρεσαν τα ίδια ρούχα με τότε και τον άφησαν μόνο του, περιμένοντας υπομονετικά να ξυπνήσει, για άλλη μια φορά. Όλοι τους ήταν έτοιμοι, όλοι ήταν στις θέσεις τους. 
Ύστερα από κάποια ώρα, ο Τζακ άνοιξε τα μάτια του…

_

γράφει ο Αριστείδης Χριστοφοράκης

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε το!

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!