Select Page

Συντάκτης: Βασίλειος Μαντικός

5. Πού είναι;

«Είναι μαζί σου;», τη ρωτά εξερευνώντας τον κόσμο τριγύρω της. «Τι να είναι μαζί μου;», αποκρίνεται η Καίτη νιώθοντας τα πόδια να μουδιάζουν. «Η Πηγή είναι μαζί σου; Πού είναι;», συνεχίζει και το παγωτό γλιστρά από το χέρι. Συνειδητοποιεί πως το κινητό είναι ακόμη ανοιχτό. «Σε κλείνω, θα σε πάρω εγώ», είπε και το βάζει βιαστικά στην τσέπη. «Πηγή;», φωνάζει η Καίτη, παρασέρνοντας παρέες περαστικών ανοίγοντας ταυτόχρονα δρόμο για το οπτικό της πεδίο. «Πού είναι; Πες μου, πού είναι…», φωνάζει στον Πρόδρομο τραβώντας την μπλούζα του. «Εδώ είναι, κάπου εδώ. Θα τη βρούμε», της λέει προσπαθώντας να την ηρεμήσει. «Έχει πολλά παιδάκια και σίγουρα θα...

Διαβάστε περισσότερα

Ηχορύπανση

Δεν είναι πια κατάσταση αυτή με σένα και να το ξέρεις. Τα νεύρα μου τσατάλια. Σου μιλώ γλυκά, τσιρίζεις. Σε παίρνω με το καλό, τσιρίζεις. Θυμώνω, αγριεύω, τσιρίζεις. Δε μιλώ, τσιρίζεις και τότε τσιρίζω κι εγώ. Κάνουμε ένα αποκρουστικό ντουέτο, που η γειτονιά θα έχει να το λέει. Μα, για πες μου σε παρακαλώ πολύ, πώς εσύ, μια γυναίκα φιλάρεσκη, που τη νοιάζει και την πάρα νοιάζει μάλιστα η γνώμη του κοινού, πώς και δε χαμπαριάζει για τα σχόλια που θα κάνει ο κόσμος με τις τσιρίδες σου; Σού είπε ποτέ κανένας ότι υπάρχει έστω και ίχνος, υπόνοιας γοητείας,...

Διαβάστε περισσότερα

Η κρίση

-Μουρμουρίζεις; Πάλι; Μα τι είναι αυτό με σένα άνθρωπέ μου; Θέλεις να πεις κάτι να εκτονωθείς; Ε, πες το να τελειώνουμε, που να πάρει. Τι νόημα έχει να επιβαρύνουμε το air pollution και με μουρμούρες, που δεν ξέρουμε και τι αφορούν; -Με το Μεγάλο Αφεντικό τα έχω αγάπη μου. -Με το Μεγάλο; Σαν πόσο Μεγάλο, δηλαδή; -Α, Μεγαλύτερο δε γίνεται. -Ρε πας καλά; Με τον Θεό τα έβαλες; Είσαι με τα καλά σου; Τα βάζουν μ’ Εκείνον ποτέ; -Αν τα βάζουν λες; Και γιατί όχι, παρακαλώ; Είναι απαγορευμένο; Το γράφει μέσα στις δέκα εντολές προς Μωυσή; -Αμ, το γράφει,...

Διαβάστε περισσότερα

Τα της αϋπνίας

3:10 π.μ. Το στομάχι μου, το άδειο, διαμαρτύρεται. Στριφογυρίζω στο κρεβάτι, τραβώντας μία από εδώ και μία από ‘κει τα σκεπάσματα. Δε μου κολλάει ύπνος και απορώ γιατί. Φαίνεται είναι γραφτό μου απόψε να μην κοιμηθώ, παρά μόνο να σκέφτομαι και να φέρνω στον νου μου εικόνες. Θυμάμαι μία τυρόπιτα που έψησα βράδυ αργά, κάποια καλοκαιρινή νύχτα, και πήγα να τη μοιραστώ με φίλους που χρειάζονταν μια ανθρώπινη παρουσία. Έτσι, για παρηγοριά κάποιας απώλειας. Θυμάμαι κάποια Χριστούγεννα κάτι που έφτιαξα και το έστειλα να το μοιραστούν κάποια παιδιά που προσπαθούσαν να επουλώσουν τις πληγές τους μόνα, μακριά από τη...

Διαβάστε περισσότερα

Τα σταράκια

Τα κίτρινα σταράκια ήταν τα πιο ηλικιωμένα και σοφά παπούτσια της ντουλάπας. Ταλαιπωρημένα, στραβοπατημένα, λίγο ξεθωριασμένα από το πλύσιμο, αλλά τουλάχιστον δε μύριζαν άσχημα. Παρόλο που ζούσαν στο βάθος της ντουλάπας, είχαν το δικό τους κουτί. Και αυτό σήμαινε πολλά. Αν και σπάνια έβγαιναν πια από το ντουλάπι, είχαν να διηγηθούν πάρα πολλές ιστορίες. Δεν ήταν λίγες οι φορές που τα υπόλοιπα παπούτσια άκουγαν με θαυμασμό τις ιστορίες τους. Ηλιοβασιλέματα σε βρώμικα καταστρώματα πλοίου, βόλτες σε πλακόστρωτα σοκάκια και χιλιόμετρα περατζάδας σε αμμουδερές παραλίες. Δύσκολες καταστάσεις, γιατί για πολλές μέρες μετά, η άμμος χωνόταν στα πιο απίθανα σημεία. Ακόμα...

Διαβάστε περισσότερα

Δρόμος

Δεν προπορεύομαι, ούτε ακολουθώ. Περπατάω μόνος. Οι πόλεις πίσω καίγονται. Οι εραστές πεθαίνουν. Χτες, τα δάχτυλά τους πλέκονταν ζεστά στα πυκνά μαλλιά σου, τώρα το ψυχρό μέταλλο της φωνής τους σε διαπερνά ανοίκειο και τυπικό. […] _ γράφει ο Αχιλλέας...

Διαβάστε περισσότερα

Οι 300 και ο σοφός

Υπήρχε κάποτε μία υπερχρεωμένη πολιτεία που οι πολίτες της στέναζαν κάτω από το βάρος των τοκοχρεωλυτικών οφειλών της. Έγιναν εκατοντάδες μελέτες, ξοδεύτηκαν χιλιάδες ώρες διαπραγματεύσεων, αλλά το χρέος χρέος και λύση δε βρισκόταν. Ανέβηκαν, λοιπόν, ικέτες στην κορυφή του βουνού, 300 εκπρόσωποι της πολιτείας να συναντήσουν τον σοφό και να τον ρωτήσουν. -Τι πρέπει να κάνουμε, γέροντα, για να σωθούμε; Ο γέροντας τούς ζήτησε είκοσι πέντε χρόνια να σκεφθεί. Ένα τέταρτο του αιώνα μετά, κάλεσε τους 300 για να τους δώσει τη λύση. […] _ γράφει ο Αντώνης...

Διαβάστε περισσότερα

4. Το παγωτό στο χέρι

«Αυτή είναι μία από τις εισόδους της Παλιάς Πόλης», λέει ο Πρόδρομος δείχνοντας την κεντρική πύλη. «Έναν καφέ, αγναντεύοντας αυτά τα τείχη, τον πίνω με μεγάλη ευχαρίστηση», ολοκληρώνει κλείνοντας το μάτι στη μικρή που τον παρατηρούσε μέσα από τον καθρέφτη. Αυτό ήταν το παιχνίδι τους στο αυτοκίνητο. Ο Πρόδρομος να μιλάει, περιγράφοντας με ενθουσιασμό οτιδήποτε ανεπαίσθητο παρατηρούσε, όσο η μικρή με προσοχή τον άκουγε και του χάριζε χαμόγελα. Αποδεχόταν κάθε του μορφασμό και γελούσε δυνατά. Τις ελάχιστες φορές τής διαφωνίας της, μην καταλαβαίνοντας τις νέες λέξεις των περιγραφών, γούρλωνε τα μάτια. Κι ο Πρόδρομος, από τον καθρέφτη, καταλάβαινε και...

Διαβάστε περισσότερα

Το παντοπωλείο

Χρόνια, μέρες πού ξεθώριασαν, τίς μνῆμες τοῦ ξεσήκωσαν οἱ διακοπές στό χωρίο. Νά, σάν τήν πινακίδα, ποῦ ἀργοσβύνει «παντοπωλεῖον», ἀσπρόμαυρα γράμματα ἀλλοτινῶν ἐποχῶν. ‘Ενός καλέσματος ἱδέα, τόν παρακινοῦσε ἐνδόμυχη σκέψη, ὁ γυρισμός στήν ἀγνή φύση. Στήν ἡσυχία τοῦ βουνοῦ τῆς θάλασσας.[…] _ γράφει ο Οδυσσέας...

Διαβάστε περισσότερα

Ψάχνω με ένα λυχνάρι

Περικυκλωμένος από όντα, άνθρωποι αυτοαποκαλούμενοι Τους αληθινούς ψάχνω με ένα λυχνάρι Το πασίγνωστο λυχνάρι, του παλιού Διογένη Σαν μία μακριά ατέλειωτη σκυταλοδρομία. Γρήγορη απάντηση, μην προσμένεις, γέρε Διογένη Τι που χίλια χρόνια με το λυχνάρι τρέχεις Να βρεις σε τούτα τα όντα, τον άνθρωπο, τον αληθινό […] _ γράφει ο Έντμοντ-Ανδρέας Σαλβάρης μετάφραση: Gaqo...

Διαβάστε περισσότερα

3. Στο νησί

Αύριο Το πλοίο προσεγγίζει το λιμάνι του νησιού. Οι καμαρότοι χτυπούν βιαστικά τις πόρτες στις καμπίνες, ενημερώνοντας τους επιβάτες για την άφιξη στη Ρόδο. Στα μεγάφωνα ακούγεται η επιβεβαίωση στα ελληνικά και σε δύο ακόμη γλώσσες. Ο Πρόδρομος γυρνά πλευρό και κοιτά τη μικρή. Το σεντόνι στο πάτωμα. Η βραδιά κύλησε δίχως πολλά προβλήματα, εξαιρώντας τις ανακοινώσεις άφιξης και αναχώρησης τού πλοίου στα νησιά των Δωδεκανήσων. Σχεδόν κάθε δυο τρεις ώρες και άλλο. Τρίβει τα μάτια και ανασηκώνεται. Η Καίτη στο μπανάκι σιγοτραγουδά με τη μουσική που συνοδεύει τις παύσεις των ανακοινώσεων. Την παρατηρεί από τον καθρέφτη και ζηλεύει...

Διαβάστε περισσότερα

Το σκαρί

Το γέννησαν μες σ’ άνεμο να σεργιανά τη μέρα, να κυνηγά το άγνωστο σε χρόνια τρυφερά κι ήρθε το κύμα κι έλουσε την τόση ομορφιά του και με κρασί του έρανε στην πλώρη τα φτερά. Τα χρόνια του ταξίδεψε λευκοντυμένη νύφη, μέρα και νύχτα πότιζε η αλμύρα το σκαρί, γοργόφτερο να χαιρετά, καμαρωτή περδίκα, σε κρυσταλλένιες θάλασσες να γεύεται ζωή. Τριανταφυλλένιο δειλινό, μενεξεδένια δύση, γυμνό ηλιοβασίλεμα, κροκόπεπλη αυγούλα, πόσους καιρούς δε φόρεσε και χρώματα της φύσης σαν έπεφταν απάνω του αστείρευτη βρυσούλα! […] _ γράφει η Στέλλα Πετρίδου (Από την ποιητική συλλογή «Θάλασσα κι Ουρανός», εκδόσεις «άλφα...

Διαβάστε περισσότερα

Φύγε

Τι με κοιτάς; Με έσπασες κι απορείς τώρα που κόβω; Δεν ήξερες πως, αν σπάσεις κάτι σε κομμάτια, γίνεται επικίνδυνο; Τι με κοιτάς; Δε με γνωρίζεις, δε σε αδικώ. Ξεχνάς πόσο λεπτή είναι η γραμμή που χωρίζει την αγάπη από το αντίθετό της. Πόσες και πόσες φορές δεν έκανες τον ακροβάτη σε αυτή τη γραμμή. Τώρα τι με κοιτάς. Γιατί δεν καμαρώνεις το επίτευγμά σου; […] _ γράφει η Θώμη Μπαλτσιαβά...

Διαβάστε περισσότερα

Το φλεγόμενο δωμάτιο

Ζούσαμε στο ίδιο κελί. Η ρουτίνα κλείδωσε ό,τι πηγή υπήρχε σε οποιαδήποτε μορφή μαγείας. Έτσι, παραδόθηκα. Πέταξα τα κλειδιά των ονείρων μου στο ωκεανό και τα κοίταζα μέχρι να φτάσουν στον πάτο. Έπνιξα τις κραυγές μου και άπραγος παρακολουθούσα όλα γύρω μου να ξεριζώνονται. Και αυτή… Η ομορφιά της σαν την θάλασσα απέραντη, άγρια και νοσταλγική. Το βλέμμα της διαπερνούσε την ψυχή μου. Όσα χρόνια και αν περνούσαν, όταν την κοίταζα στα μάτια ανατρίχιαζα. Ένιωθα την κάθε στάλα αίματος που κυλούσε στις φλέβες μου. Όμως, η ψυχή της σαν λουλούδι, μέρα με μέρα, μαραινόταν στον σάπιο αυτό κόσμο. Το...

Διαβάστε περισσότερα

2. Από νωρίς εισιτήρια

Έτσι και σήμερα. Ξεφυλλίζοντας την κυριακάτικη εφημερίδα ετοιμάζει το πρωινό. Η Καίτη στο κρεβάτι, ακόμη. Η μικρή τον βοηθά να μεταφέρει τα ποτήρια και τις κούπες στο τραπέζι της κουζίνας, ανεβαίνοντας στο σκαμπό με προσοχή. Περνά δίπλα της και τη φιλά στο κεφάλι, πειράζοντάς την στο σημείο που γαργαλιέται και γελά. «Κι εγώ σ’ αγαπάω, μπαμπά μου», του λέει με νάζι, γυρνώντας το πρόσωπό της αλλού. «Ντροπιάρα μου», της αποκρίνεται και συνεχίζουν. Ο Πρόδρομος προσπερνά τα πολιτικά και τα αθλητικά. Έχει αφαιρέσει τα ένθετα. Θα τα ξεφυλλίσει πίνοντας τον καφέ του. «Η μαμά, πού είναι η μαμά;», λέει στη...

Διαβάστε περισσότερα

Μαχαίρι

Μια γυναίκα κλαίει μια γυναίκα φωνάζει και κλαίει. Πόλη άσπλαχνη σπαράζει μέσα σου αυτή η γυναίκα παίρνει στην αγκαλιά της ένα θλιμμένο τραγούδι τραβάει τη μέρα και τη νύχτα μ’ ένα σχοινί το τυλίγει στο σώμα της και στην καρδιά της κρατιέται λέει γερά απ΄ αυτό το σχοινί κι αντέχει. Όμως, δε γελάει ποτέ της η γυναίκα όχι δε γελάει ποτέ της μονάχα σε κοιτάζει και κλαίει. Κοιτάζει τα δέντρα που σκεβρώνουν και καίγονται στα ντουβάρια σου […] _ γράφει η Άννα...

Διαβάστε περισσότερα

Απάγκιο

Σαν βρέξει δε θα βλέπεις τα δάκρυά μου. Σαν βρέξει δε θα με δεις που θα σκορπάω στάχτη το κορμί μου στην αγκαλιά τής θάλασσας. Σαν έρθει η καταιγίδα μη σταθείς να σκεφτείς ποια ήμουν και τι ήμουν για σένα. Τρέξε μακριά απ’ τη φωτιά τού ουρανού μου […] _ γράφει η Άννα...

Διαβάστε περισσότερα

1. Όλα τα παραμύθια έχουν τέλος καλό

  Χθες «Κοιμήσου αγγελούδι μου, κοιμήσου. Και εγώ σύννεφα θα σου μαζέψω να ‘χεις να περπατάς. Τα ματάκια σου κλείσε και άγγελο θα ζητήσω να σε προστατεύει» Δεν άργησε να αποκοιμηθεί στην αγκαλιά της μητέρας της. Της χάιδεψε τα μαλλιά, ακουμπώντας το μέτωπο απαλά. Τη σκέπασε, αφήνοντας ένα φωτιστικό αναμμένο στη γωνιά του δωματίου, πλάι στην πόρτα, δείχνοντας την έξοδο τις δύσκολες βραδιές. «Κοιμήσου», ψιθύρισε γέρνοντας στην πόρτα. Σήμερα Η βραδιά ήταν μεγάλη. Επιστρέφοντας από την εκκλησία στρώθηκαν στο τραπέζι με τη μαγειρίτσα. Οι μισοί από νηστεία σαράντα ημερών και οι άλλοι μιας εβδομάδας. Η λιχουδιά, όμως, του τραπεζιού...

Διαβάστε περισσότερα

Πάντοτε

Έλειπα πάντα απ’ την κάθε μας στιγμή, παρούσα σ’ ένα παρόν που το εξόριζα. Νότα παράταιρη, σ’ ένα τραγούδι που άφησες μισοτελειωμένο. Ατίθασα να μπαινοβγαίνω στη σύνθεσή σου και να νιώθω πως […] _ γράφει η Άννα...

Διαβάστε περισσότερα

Εγγραφείτε στο newsletter

Υποβολή συμμετοχής!

Αναζήτηση στη σελίδα

Προσαρμοσμένη αναζήτηση

Αρχείο

Είσοδος