Select Page

Συντάκτης: Χαρούλα Σμαρνάκη

Η πληρωμή

Ο Αστυνόμος Ορέστης Μαντάς με τη συνοδεία του βρήκαν την πόρτα του διαμερίσματος μισάνοιχτη. Μπήκαν μέσα και βρήκαν στην κρεβατοκάμαρα τον Πέτρο αιμόφυρτο, με το μόριό του τυλιγμένο σε αλουμινόχαρτο, δίπλα του. Τα χέρια του δεμένα με χειροπέδες στα κάγκελα του κρεβατιού, ενώ τα πόδια, με δυο γραβάτες, στα κατωπόδαρα. Το στόμα του φιμωμένο με ταινία και τα μάτια του γουρλωμένα από τον πόνο και την φρίκη. “Γρήγορα ασθενοφόρο. Πιάνω σφυγμό…” φώναξε ο Αστυνόμος στους βοηθούς του. Δεν είχε περάσει ένα τέταρτο από την ώρα που δέχτηκαν ένα περίεργο και ανώνυμο τηλεφώνημα, στο οποίο τους δίνονταν με κάθε λεπτομέρεια...

Διαβάστε περισσότερα

Αφορμή

Ένα τσαλακωμένο εισιτήριο ήταν μόνο Μια ημερομηνία έκδοσης, που τάραξε τη λήθη Μια διαβολική σύμπτωση, που χάραξε τη σιωπή Χαμένο και σχεδόν ξεχασμένο Σε ένα βιβλίο χωρίς ούτε μια ιστορία γραμμένη μέσα του Ένα ταξίδι, που δεν έγινε Ένα ναυάγιο, που δεν έμεινε […] _ γράφει η Άννα...

Διαβάστε περισσότερα

Η ιστορία του Hype Μνήσιου και της Ράζας Τάμπουλα

“Οι γυναίκες ποτέ δεν ξεχνούν και οι άνδρες ποτέ δε θυμούνται”. Εύστοχο, όταν πρόκειται για τα συνηθισμένα ζευγάρια και την κλισέ γκρίνια τους. Ωστόσο ο Hype (υποκοριστικό του Hyper) κι η Ράζα στόχευαν σε κάτι μοναδικό. Σαν εμάς κανείς. Σαν την αγάπη μας τίποτα. Ύβρεις. Και στις μέρες τους δεν αντιδρούσε πλέον ούτε το δωδεκάθεο να βάλει, κατά πως το ‘ξερε παλιά, μια τέλος πάντων τάξη. Ο Hype διακρινόταν για μιαν εξαιρετική πολυγνωσία. Ήταν η προσωποποίηση του ξερόλα και θυμόταν την παραμικρή λεπτομέρεια για κάθε τι που έμπαινε σε συζήτηση, είτε επρόκειτο για τη σύνθεση της κυβέρνησης της Ινδονησίας μετά...

Διαβάστε περισσότερα

Η πολυτέλεια

Πόσο πολύ λυπάμαι όταν βλέπω ότι είμαι κάτι σαν πολυτέλεια στη ζωή των ανθρώπων που αγαπώ και κυρίως των φίλων μου. Μια πολυτέλεια που ναι μεν μπορεί να ομορφαίνει τη ζωή τους, αλλά όμως μπορούν κάλλιστα να ζήσουν και χωρίς αυτήν (με αυτήν την έννοια η «πολυτέλεια»). Είμαι το περίσσιο τους, πιθανόν ο πασατέμπος τους, όχι το ουσιαστικό, το απαραίτητό τους, όπως το ψωμί και το αλάτι. Είμαι ο πρωινός καφές ή το δεύτερο πακέτο τσιγάρα τους, το τραγούδι στο ραδιόφωνο και ο ήλιος του μεσημεριού μια χειμωνιάτικη ημέρα, στο υπόλοιπο της οποίας απλά δεν υπάρχω, δεν είμαι κοντολογίς...

Διαβάστε περισσότερα

Οδοιπόροι

Την ίδια πορεία διανύουμε. Την ίδια θάλασσα αντικρίζουμε. Με διαφορετικό τρόπο βαδίζουμε. Άλλος όρθιος, με τα δυο του πόδια. Ορθό το ανάστημά του. Ο διπλανός κρατάει μαγκούρα για στήριξη. Ο επόμενος, ζωώδης, με πόδια και χέρια[…] _ γράφει η Ελένη...

Διαβάστε περισσότερα

Το όνειρο

Ο Γιώργος στεκόταν στην άκρη. Κόσμος πολύς, ποιος θα τον έβλεπε; Ποιος θα τον γνώριζε; Ποιος θα τον πρόσεχε; Άγνωστος μεταξύ αγνώστων. Χρόνια τώρα. Ούτε που θυμάται πόσα… Ναι, ναι, ήταν η πρώτη φορά που την είδε στη σκηνή. Παιδούλα ακόμα, δεν μπορούσε κανείς να πει, μια και ποτέ δεν έβρισκαν την ηλικία της. Πάντοτε τους ξεγελούσε. Μόλις είχε τελειώσει τη σχολή. Άπειρη, μα με τρομερή θέληση. Άλλωστε, το έχει πει τόσες φορές στις συνεντεύξεις της.[….] _ γράφει η Αθηνά...

Διαβάστε περισσότερα

Θεός αν είναι

Τα πράγματα εκείνα, τα δίχως όνομα, είναι και αυτά που με φοβίζουν. Οι λέξεις εκείνες των προφητών, που με το βροντόφωνο βήμα και με τα κίβδηλα άρματά τους  μεμιάς μετουσιώθηκαν σε οράματα, με σκιάζουν. Στη σκόνη του απείρου μας σαν σε σέρνουν πεθαμένο[…] _ γράφει ο Νίκος...

Διαβάστε περισσότερα

Μεθυσμένες σιωπές

Πάντα σε συμπαθούσα, Μαρία. Σ’ έβλεπα σαν μια πολύ καλή μου φίλη, έστω κι ας μην είχαμε έρθει και τόσο κοντά μεταξύ μας. Βλέπεις, τα χρόνια που γνωριστήκαμε, εσύ ήσουν αλλού – άλλο τόσο «αλλού» ήμουν κι εγώ, φυσικά. Όμως, σε θεωρούσα ως έναν πολύ κοντινό μου άνθρωπο ή κάποια απροσδιόριστα ψυχεδελική, απροσδιόριστη (ακόμη) εικόνα τού σημερινού μου εαυτού. Σε θυμάμαι στα 16 σου, όταν ερωτεύτηκες  τον Νίκο. Το πάθος σου γι’ αυτόν ήταν μεγάλο, δεθήκατε πολύ και έντονα εσείς οι δυο. Ο φανατικός μηχανόβιος ήταν ο μόνος που άφησες να σε πλησιάσει, να σπάσει την, κάπως μπλαζέ, μοναξιά...

Διαβάστε περισσότερα

Διαπιστευτήρια

Με φώναξες. Με αυτό το όνομα. Που εσύ το διάλεξες μα δεν του ταίριαξα. Με αυτό το όνομα, που μίσησα τόσο. Το έγραφαν τα χαρτιά. Για τα χαρτιά ήμουν ο κανονικός. Ο σωστός. Και τώρα εδώ μπροστά σου είμαι εκείνη. Η άλλη. Η ξένη. Η άρρωστη. Σε ένα σώμα κατάδικο. Σε μια ψυχή διωγμένη. Σε μια ταυτότητα εκπορνευμένη. Ξαναφωνάζεις διστακτικά. “Μάλλον με μπερδεύετε με κάποιον άλλον”, σου απαντάω. Δεν θέλω να με αναγνωρίσεις. Η μνήμη και ο χρόνος μού στάθηκαν, εσύ όχι. Δεν σε κατηγορώ. Αλλά δεν θέλω ούτε τυπικά να σου σφίξω το χέρι. […] _ γράφει η...

Διαβάστε περισσότερα

Υστεροφημία

Τις στιγμές μου, τις ώρες να γεμίζω με στίχους ανάγκη έχω που με ορμή σαν κύμα ασυγκράτητο από μέσα μου βγαίνει, και λυτρώνει απ’ τα σάβανα μια ψυχή, τη μόνη που κατέχω και που, σ’ αέναο κύκλο, Λάζαρος ανέστη και πάλι πεθαίνει… Κι αν μια μέρα βουβή από ποίηση η ψυχή μου ξυπνήσει αν τυφλή πια το λαμπρό φως τής έμπνευσης δεν τη φτάνει αν κουφαθεί και τη μελωδία τής φωνής της δεν τη γνωρίσει τότε την ίδια της την ύπαρξη, μονάχα αυτήν, τι να την κάνει […] _ γράφει ο Σπύρος Μακρυγιάννης  –...

Διαβάστε περισσότερα

Κάπου πενήντα χρόνια μετά

Δεν το πιστεύω. Μισός αιώνας πέρασε από το τελευταίο κουδούνι στην 8η τάξη του Γυμνασίου μας και δεν αποφεύγω να πω τα τετριμμένο «σα να ήταν χθες». Είπαμε, λοιπόν, και ξανά είπαμε, τηλεφωνηθήκαμε, να συναντηθούμε οι συμμαθήτριες, όσες το δυνατόν περισσότερες από εμάς, να ανταλλάξουμε δυο κουβέντες, να θυμηθούμε τα αξέχαστα εφηβικά μας χρόνια, να γελάσουμε να κλάψουμε, να αστειευτούμε αλλά και να σοβαρευτούμε, πίνοντας ένα ποτήρι εκλεκτής σαμπάνιας, όπως αξίζει σε μιαν επέτειο σαν αυτήν. Τελικά τα ψιλοκαταφέραμε να μαζευτούμε καμιά εικοσαριά. Με την πρώτη ματιά, καμία δεν γνώρισε καμία! Βρε, τον πανάθλιο το χρόνο, πόσο μας είχε...

Διαβάστε περισσότερα

Όνειρα μικρά

Έχω κάτι όνειρα μικρά. Φτιαγμένα πάνω σε στιγμές. Που έφυγαν. Που πέρασαν. Που κύλησαν σαν σφαίρα. Μα τα όνειρα έμειναν. Λίγο εκτροχιασμένα. Λίγο τσαλακωμένα. Λίγο απορημένα. Έχω κάτι όνειρα μικρά. Μη τα φανταστείς υπερφίαλα ή συνταρακτικά. Ζωής ή θανάτου. Του τώρα ή του ποτέ. Μικρά παιχνίδια τα λέω. Πολύχρωμα μπαλόνια, σαν εκείνα που μαγνητίζουν τα παιδιά. Τέτοια όνειρα. Χαϊδεμένα από το άγγιγμα των σύννεφων και τη ζεστασιά του ήλιου. Ψιχαλιστά σαν πρωτοβρόχι. Αερικά της μυγδαλιάς και ξωτικά της Άνοιξης. Θαλασσινά μελτέμια και κύματα τραγουδιστά. […] _ γράφει η Άννα...

Διαβάστε περισσότερα

Όλα έχουν ειπωθεί

Ήταν στο δρόμο μαζί με χιλιάδες, χιλιάδες στιγμές βιαστικά περνούσαν. Οι τοίχοι έγραφαν ποιήματα αόρατα, ανθρώπων που ασφυκτιούσαν στις λέξεις. Όλα είχαν ειπωθεί μα ποιος είναι εκείνος που τα άκουσε;[…] _ γράφει η Κωνσταντίνα...

Διαβάστε περισσότερα

Η άρνηση

Το μάτι του καρφωμένο στο ρολόι. Όλα τα ‘χει έτοιμα για την αποψινή βραδιά. Η αγωνία του κορυφώνεται όσο περνάει η ώρα. Άραγε θα δεχτεί την πρότασή του; Φαίνεται στο βλέμμα της ότι δεν της είναι αδιάφορος και το ότι δέχτηκε να δειπνήσουν μαζί είναι καλό σημάδι. Οι δείκτες του ρολογιού κολλημένοι και αυτή δε λέει να φανεί. Ξεσπά σε κλάματα, σα μικρό παιδί. Για να μην έρθει, η απάντηση θα είναι αρνητική. Αρχίζει να πίνει, το ένα ποτήρι μετά το άλλο. Το κορμί του τρέμει ολόκληρο. […] _ γράφει η Βάσω...

Διαβάστε περισσότερα

Ενοικιαστής

Εκατό τοις εκατό με έκανε κυρίαρχο Από τη γέννηση σε καθετί. Και αν ο δημιουργός είναι ο Θεός Τη ζωή δεν μου την ενοικίασε Κάποιος άλλος, σαν εμένα φυλή Τη ζωή μου κυρίευσε […] _ γράφει ο Έντμοντ – Ανδρέας...

Διαβάστε περισσότερα

Κάτι υπάρχει ανάμεσά μας

Η Θάλεια βρισκόταν στο σπίτι της, λίγο πριν φύγει για το αεροδρόμιο. Θα πήγαινε ένα ταξίδι για επαγγελματικούς λόγους στην Ιταλία. Πριν φύγει, όμως, για το εξωτερικό ήθελε να γράψει ένα γράμμα και να το δώσει σ’ ένα πολύ αγαπημένο της πρόσωπο. Συγκεκριμένα, το γράμμα αυτό ήθελε να το διαβάσει ένας άντρας που ήταν ερωτευμένη μαζί του και εκείνος δεν γνώριζε τίποτα γι’ αυτά τα συναισθήματά της. Ο άντρας αυτός ήταν ένας άνθρωπος από το φιλικό της περιβάλλον, που τον έλεγαν Ορέστη. Η Θάλεια ξεκίνησε να γράφει το γράμμα της, λέγοντάς του “Όρέστη μου, σου γράφω αυτό το γράμμα...

Διαβάστε περισσότερα

Η κλωστή

Αγαπημένε μου, Έπιασε ψύχρα. Δεν σου έραψα ακόμα εκείνα τα κουμπιά, που λείπουν απ’ το πουκάμισό σου. Τα πρώτα δύο να σου φυλάνε το στέρνο. Κρέμασα με την κλωστή λίγη καρδιά στον τοίχο. Ένα μικρό της κομμάτι. Τα υπόλοιπα στέκουν σιωπηλά και σιγοκαίνε μες στη στάχτη απ’ τα τσιγάρα σου γύρω μου. Έτσι ζω. Έτσι υπάρχω. Σύντομα θα τελειώσουν όλα. Θα σβήσουν όλα. Και τότε θα τα σαρώσει ο άνεμος. Όλα. Πόσα να αντέξει μια κλωστή. […] _ γράφει η Άννα...

Διαβάστε περισσότερα

Ερωτηματολόγιο 2017

Βοηθήστε μας να γίνουμε καλύτεροι!

Εγγραφείτε στο newsletter

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Ακολουθήστε μας!

Ακόλουθοι

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest