Select Page

Συντάκτης: Θεόδωρος Πάλλας

ανέραστη ιστορία

Μια πικραμένη χωλή φωταγωγία, από σκιές που δείχνουν το τέλος του πανηγυριού, απλώθηκε στον χώρο. Το μικρό ξωκκλήσι θα βυθιζόταν και πάλι, μετά τη σημερινή μέρα, στη σιωπή. Θα ανάμενε έναν ολάκερο χρόνο για να ξαναζωντανέψει, να ντυθεί με όλον του τον φωτισμό και με τις μουσικές από τους καλεσμένους και πλανόδιους μουσικούς. Η Άρτεμις, η μητέρα της της έδωκε το όνομα ετούτο να μοιάσει της Θεάς, κούνησε το αριστερό της πόδι σηκώνοντάς το και με τα δυο της χέρια. Εκ γενετής μ’ ετούτο «το κουσούρι», το αριστερό της πόδι δεν κινιόταν το ρημάδι, ήταν ωσάν κούτσουρο, μονάχα μπορούσε...

Διαβάστε περισσότερα

ο Λάμπρος

«Η νύχτα με τα ματοτσίνορά της αποψιλώνει τα δάκρυα των άστρων Χαμουρεύεται με το αναπάντεχο της γης Με τα καπούλια του ανθρώπινου μόχθου Μαζεύει τα πήλινα πόδια της Πιο φωτεινή η κόμη της απ’ της σελήνης Που χλιμιντρίζει στο χλωμό πρόσωπό σου Η νύχτα, τα μάτια σου…» γράφει κι ο νους του τρέχει στο έβδομο γράμμα του, αυτό που ξέμεινε στο τσεπάκι του σακακιού του, ξεκρέμαστο κι απορημένο από τα λόγια της… «Θα ξανά ‘ρθεις;» με τόσο σαρκασμό που τον πάγωσε. Μετρά τα φώτα της πόλης, τη σκοτεινιά της θάλασσας, κεράκια λικνιστά οι σημαδούρες των πλοίων που αναμένουν να...

Διαβάστε περισσότερα

Ο Νικηφόρος

στον Πέτρο τον πατέρα και στον δωδεκάχρονο Α… Δεν ξέρω πως ξεράθηκε τούτο το δεντρί, είπε ο πατέρας, δυνατό φυτό, όπως και τ’ άλλα ήταν, τι να το πείραξε, η κοπριά να το καψε, η βροχή να νερόφαγε τις ρίζες… είναι κι εκείνα τα διαολεμένα τα ποντίκια… κι εκείνη η νέα μητέρα, σ’ έναν άλλον πίνακα, μια άλλη ζωή η ζωή της, χαραγμένη η απορία στη μικρογραφία των ματιών, το παιδί της έχει γαλανά και ηλίολουστο πρόσωπο, μόνον που κάτι του καίει τα σωθικά και ουρλιάζει τις νυχτιές… Το παιδί πήρε να κατασκευάζει αυτό που έτρεχε στο μυαλό του...

Διαβάστε περισσότερα

ο μονόπαντος

Μονόπαντα προχωρεί η σκέψη, γερμένο καράβι που το έδεσαν οι αγέρηδες. Κατά καιρό, προσπαθεί να ορθωθεί περήφανα. Πολλές σκέψεις από κάποιον που δεν θέλεις να σκέφτεσαι… Βλέμματα λαγνείας έστειλε και μείναν στην κοκκινομάλλα, εκείνη ένα σιχασιάς του ανταπέδωσε, γι’ αντίποινα στόχευσε ξερογλείφοντας τον τουρλωτό πισινό της. Τ’ απομεινάρια της θάλασσας στα ξέχειλα γένια του, νίφτηκε αχάραγα στην αλμύρα της, πήραν να κρουσταλλιάζουν. Ξεφύσηξε, αφέθηκε ν’ ακούει το κύμα, το μόνο που μπορεί να τον ακούσει, μια στιχομυθία μέσα στο χαμόγελο που αγκυλώνεται στα σπαθοσπασμένα γένια του. Μετά τα σαράντα αφέθηκε, το σώμα του ανέχεται τα λερά του ρούχα, ξεπλένονται...

Διαβάστε περισσότερα

αποσβολωμένο ηλιοβασίλεμα

Ο ήλιος έφυγε. Πήρε μαζί του και τα τελευταία χρώματα. Ηλιοβασίλεμα μήτρα αυγουστιάτικης πανσέληνου. Πληρότητα έρωτα. Βουτηγμένος στη θάλασσα, τη χάιδεψε με τα στερνά ουράνια χρώματα πριν όλα τ’ αποσύρει. Ανακούρκουδα κάθεται, γυμνός μέσα στο χρόνο που τον γέρασε πρόωρα, σε λίγες ώρες έφυγε το είναι του κι έμεινε ένα κουφάρι αδειανό, θα έλεγες κοιτάζει το κενό, αυτός αδυνατεί και να κοιτάξει. Δεν έχει χαθεί μέσα στον κόσμο. Έχει χάσει τον κόσμο του όλον. Τα κλινοσκεπάσματα τη σκεπάζουν ως το λαιμό, τυλιγμένο γάζες το κεφάλι στέκει μετέωρο, κι ή ίδια, θα ζήσει γιατρέ μου, ο θεός ίσως να ξέρει,...

Διαβάστε περισσότερα

δώδεκα ευρώ και τέσσερα λεπτά

Μια πολυαυλακωμένη φωτογραφία στα χέρια. Σύνοψη οικογένειας. Η γυναίκα του, αυτός και τα τρία τους παιδιά. Τη σφίγγει όπως οι παπάδες το ευαγγέλιο. Γυροφέρνει στ’ αυτοκίνητα έξω από το πολυκατάστημα. Δεν απλώνει το χέρι. Ντρέπεται. Μια ζωή ντρέπεται. Η φωνή του, η απάνεμη φωνή των ήσυχων ανθρώπων. Που τους πατάς, σε κοιτούν με παράπονο και βγάζουν, φορές, κάτι χαμηλόφωνα ψιθυρίσματα. «Έχω γυναίκα ανήμπορη και τρία παιδιά», παίδευε τις λέξεις, κι απλωνόταν με τη γλύκα που έχουν οι μάρτυρες που εξοικειώθηκαν με τα μαρτύριά τους. «Έχω γυναίκα άρρωστη και τρία παιδιά,» κι απλά έδενε στο στήθος τη φωτογραφία τους. Αν...

Διαβάστε περισσότερα

αντοχή

Την παρακολουθώ σχεδόν μήνα τώρα. Ραχατεύει στον καναπέ, κόντρα στο φως και μένει ασάλευτη όσες ώρες ο ήλιος πολιορκεί την τζαμαρία τους. Η γαλήνη της εγκυμοσύνης στο πρόσωπο. Το αριστερό της χαϊδεύει ανεπαίσθητα την κοιλιά της. Σκιρτά μοναχά σαν χρειαστεί να γυρίσει τη σελίδα του βιβλίου στη σιωπή του οποίου ταξιδεύει. Το ένα βιβλίο διαδέχεται το άλλο με ταχύτητα φωτός… Τις άφωτες ώρες προσηλώνεται στο γραφείο της. Στον υπολογιστή. Το ένα χέρι τρέχει στο πληκτρολόγιο, το άλλο κρατά συντροφιά στο αγέννητο. Η ίδια γαλήνη στα μάτια. Τον κούφιο καιρό, κρέμεται απ’ τα μάτια του συντρόφου της. Του Αργύρη. Όταν...

Διαβάστε περισσότερα

ο άντρας και ο γιος

Ο άντρας τη βλέπει. Τυλιγμένη τα σύννεφα, φυλαγμένη με την εσάρπα της από τον εναγκαλισμό τους. Τα χρώματά της παρμένα από μια περισπούδαστη συλλογή μπιστρό. Στο πρόσωπό της καταστάλαξε και στα τεράστιά της μάτια- τσακιστές αμυγδαλωτές ελιές. Η κοπέλα τύλιγε τα χέρια της γύρω από το κεφάλι του γιου. Το μάγουλό της γεύεται το δικό του κι ένα τεράστιο χαμόγελο- ήλιος στα χείλη των δυο. Ο άντρας ξέρει πως ποτέ τους δεν θα φιληθούν. Δε θα μπορούσαν. Όπως γνωρίζει πως και ο κτύπος στη δική του καρδιά δεν είναι ο συνηθισμένος. Τους βλέπει. Είναι δυο χρόνια τώρα που η...

Διαβάστε περισσότερα

Οι αντίχειρες του Ναπολέοντα, της Σοφίας Πανίδου

Ένα θέμα θεωρητικά απλό: πως μπορούμε να πείσουμε ένα παιδί να μην πιπιλίζει τον αντίχειρά του; Υπάρχουν απλά λόγια να του εξηγήσουμε για το «κακό» αυτής της συνήθειας; Η συγγραφέας στήνει ένα θεατρικό παραμύθι: προσδιορίζει έναν μαγικό χώρο, και μέσα του βάζει να κινούνται καθημερινές ανθρώπινες μορφές.  Ο χώρος είναι το σχολείο, που γίνεται μαγικό, γιατί εκεί τα παιδιά πραγματοποιούν τα όνειρά τους. Η δασκάλα- μάγισσα είναι η μάνα που παρατηρεί και συμβουλεύει, η μάνα που γνωρίζει πως η δύναμή της βρίσκεται στη θέληση των παιδιών της. Τα παιδιά δεν μπορούν παρά να παίζουν τον εαυτό τους. Οι πρωταγωνιστές...

Διαβάστε περισσότερα

παραμονή

    Δυο μάρκες στο δεκατέσσερα. Κόκκινο. Μια στο κενό. Κι η άλλη στα μάτια της. Ελαφιού και θλίψης. «Δώσε μου κάτι,» την παρακάλεσε. Είκοσι και μαύρο. «Κάποτε θα πάρουμε τη ζωή στα χέρια μας,» μίλησε ένα γέλιο της που λοξοδρόμησε. Αυτός δεν είχε τι να πει. Τι να κάνει. Κάθισε πιο ψηλά να την διαφεντεύει. Το χέρι έστριψε την μπίλια. «Δεκατέσσερα» είπε. «Και κόκκινο,» πρόσθεσε. «Πήρες φωτιά;» «Σκέφθηκα αν μπορούσα να σε κεράσω λίγη από την αποτυχία μου». Γέλασε. Τον κοίταξε. Ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος. Ένα απαστράπτον σελοφάν. Μέσα του μια ζωή χαμένη. Όπως όλοι τους....

Διαβάστε περισσότερα

28 αντίγραφα

Το χέρι απλωμένο και πέτσινο. Το άλλο να του κρατά τον αγκώνα. Να μην φύγει. Στην άκρη του το τσιγάρο. Μια ριπή αγέρα τράβηξε μια γερή ρουφηξιά κι ο καπνός χύθηκε στο χώρο. Το βλέμμα στο κενό. Ο νους άδειος. Κολλημένος -αποπλανημένος στο 28ο αντίγραφό της. Να αναζητεί ομοιότητες και να τις αισθάνεται πενιχρές. Έχασε τα μάτια, δίστασε στα μαλλιά, τρεμούλιασε στο κορμί. Ένα πανομοιότυπο με τις βασικές μονάχα γραμμές της. Δεν σκεφτόταν για την πνοή της. Το άρωμα των μαλλιών της. Τους δισταγμούς της. Τα παιχνιδίσματά της. Το γέλιο της και την ανησυχία της να τρώει τα νύχια...

Διαβάστε περισσότερα

λευκότητα

Την είχα μπροστά μου. Ολόλευκη και απαλή. Φτέρωμα πουλιού που έχει απλωθεί στο πολύ φως. Ή επιδερμίδα μωρού που προσπαθεί να βρει τη ζωή. Κι εγώ να την εκλιπαρώ με τα μάτια να μου μιλήσει. Να μου πει δυο δικές της κουβέντες. Αυτή απλά να απλώνεται και να κατακτά το χώρο. Κι εγώ να φοβάμαι. Να τρέμω να απλώσω το χέρι μου μην και χαθεί στο όνειρο. Λευκή στην λευκότητά της. Τόσο χιονένια που και η ίδια τρόμαζε σε τούτη την έννοια. Την είχα μπροστά μου. Την κοίταζα. Κάτεχα πως δεν μπορώ να απλώσω το χέρι μου. Να την...

Διαβάστε περισσότερα

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε τα!

Ημερολόγιο 2018

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest