Select Page

Love in progress (Μέρος Α’)

Love in progress  (Μέρος Α’)

photographer

 

«Ο έρωτας είναι ο ασφαλέστερος χώρος για αμφιβολίες»  

Αμβρόσιος Σακάδας

Η μεγαλύτερη διαφορά μεταξύ χωριού και πόλης εντοπίζεται στη ροή του χρόνου. Στο χωριό δεν χρειάζεσαι ξυπνητήρι. Σε ξυπνούν τα κοκόρια. Ό,τι παιχνίδια και να επινοήσεις με τους δείχτες του ρολογιού σου, τα ζώα ξυπνούν, τρώνε και κοιμούνται την ίδια ώρα. Τις ίδιες πάντοτε εποχές του χρόνου οργώνεις, σπέρνεις, και θερίζεις. Τα πουλιά αποδημούν το Φθινόπωρο και επιστρέφουν την Άνοιξη. Τα κουνούπια χάνονται το χειμώνα και επιστρέφουν επιθετικότερα το καλοκαίρι. «Ο χρόνος είναι η μορφή της αιωνιότητας», όπως είπε κι ο Διογένης ο Λαέρτιος. Έχει ένα χαρακτήρα θεϊκό. Όλα υποτάσσονται στο δικό του τέμπο, άνθρωποι, ζώα και φυτά. Δεν υπάρχει τρόπος να τον κάνεις να πάει πιο γρήγορα, ούτε πιο αργά. Έχει ένα δικό του σταθερό ρυθμό που αν δεν τον ακολουθήσεις είναι αδύνατο να επιβιώσεις, γιατί δεν έχει νόημα να κάνεις οτιδήποτε αν δεν έρθει το πλήρωμα του χρόνου.

Στα διαστήματα που μεσολαβούν, οι κάτοικοι σκοτώνουν την ώρα τους αραχτοί στο καφενείο. Μέσα σε αναθυμιάσεις ντόπιου κρασιού και τσίπουρου, μαζί με τους συντοπίτες τους, αξιολογούν, σχολιάζουν και παρερμηνεύουν τα νέα που καταφθάνουν, υφαίνουν φήμες και διαδίδουν ψευδείς ειδήσεις. Πάντοτε όμως με την καλύτερη διάθεση, με τις πιο αγνές προθέσεις και με την αφέλεια ζημιάρικου παιδιού.

Αντίθετα στην πόλη, ο χρόνος μοιάζει να είναι υποκειμενικός. Ο κάθε πολίτης ορίζει την ταχύτητα με την οποία κινείται, ανάλογα με την ιδιοσυγκρασία του, τη διάθεση του, τις ασχολίες του, τη πλεονεξία του, την αντοχή του και την βιασύνη του. Εδώ ισχύει αυτό που είπε ο Αϊνστάιν: «Ο χρόνος δεν υπάρχει, είναι ανθρώπινη ανακάλυψη κι εξυπηρετεί ανθρώπινες ανάγκες». Κυκλοφορείς στην πόλη και βλέπεις την ώρα παντού και όλους να κοιτάνε την ώρα, λες και είναι από κάπου αργοπορημένοι. Όλοι κυνηγάνε το χρόνο και όλοι καταδιώκονται απ’ αυτόν, σαν να κυνηγούν την ουρά τους. Τα ρολόγια δείχνουν άλλη ώρα τον χειμώνα και άλλη το καλοκαίρι. Δεν υπάρχει αντικειμενικός χρόνος. Ο χρόνος είναι σκλάβος των ανθρώπων. Κι οι άνθρωποι στρεσαρισμένοι απ’ το χρόνο.

Τα νέα τα μαθαίνουν το βράδυ απ’ την τηλεόραση, αυτό είναι το καφενείο τους, αλλά δεν έχουν παρέα να τα σχολιάσουν ούτε το κουράγιο να τα επεξεργαστούν. Η κούραση της μέρας τους στέλνει, με συνοπτικές διαδικασίες, στην αγκαλιά του Μορφέα.

Κάθε χρόνο, όσο μπορώ, δραπετεύω στο χωριό για να γλυτώσω απ’ την πίεση του χρόνου, αν και ως δημόσιος υπάλληλος δεν υποφέρω ιδιαιτέρα απ’ το σύνδρομο του «δεν προφταίνω». Το χωριό, δεν είναι ακριβώς το χωριό μου. Ένας παιδικός μου φίλος που ζει μόνιμα στο εξωτερικό, μου άφησε πριν τρία χρόνια τα κλειδιά του πατρικού του, να το προσέχω. Με γοητεύει αυτό το χωριό παρ’ όλο που τα κουτσομπολιά είναι περισσότερα κι απ’ τα κουνούπια. Είναι ορεινό, παραδοσιακό, κτισμένο στην πλαγιά ενός δενδρόφυτου, με έλατα και καστανιές, βουνού. Απέχει περί τα είκοσι χιλιόμετρα από την κοντινότερη κωμόπολη που είναι και η έδρα του Καλλικράτειου[1] δήμου. Έχει μια πολύ ευρύχωρη γραφική πλατεία που στη μια πλευρά της στρογγυλοκάθεται ένα πανδοχείο ενώ στην άλλη έξι κρουνοί ξερνάν ακατάπαυτα γάργαρο νερό από βουνίσιες πηγές. Κι όλα αυτά σκιάζονται από ένα αιωνόβιο πλάτανο που μας θυμίζει την ηλικία του χωριού.

Αυτό το Πάσχα πήγα για ακόμα μια φορά στο χωριό όπου, χωρίς να το θέλω, έγινα μάρτυρας αυτής της ιστορίας. Δεν ξέρω ποια μοίρα με έμπλεξε – εννοείται παρά τη θέληση μου – στον ιστό νεανικών ερωτικών επιθυμιών, τις μηχανογραφίες και τις αντιζηλίες τοπικών παραγόντων και τα απωθημένα κοινών θνητών. Αγνοώ ακόμη το λόγο που με ώθησε να σας διηγηθώ αυτά τα γεγονότα. Ίσως γιατί οι απρόβλεπτες συμπτώσεις, παρεξηγήσεις, καθυστερήσεις, συναντήσεις, γνωριμίες, διαδρομές, προσδοκίες, που είναι μόνο μερικά από τα καμώματα του σύμπαντος χρόνου, τον κάνουν να γελάει μαζί μας, όταν το απροσδόκητο περιπλέκει η ανατρέπει τα σχέδια μας.

Ήταν ένας ζεστός κι ηλιόλουστος Απρίλης. Το Σάββατο βράδυ, πριν την Κυριακή των Βαΐων, επιχείρησα μια περατζάδα απ’ την πλατεία. Έτσι κι αλλιώς δεν έχεις που να πας σ’ ένα μικρό χωριό σαν το δικό μας. Η ταβέρνα του πανδοχείου ήταν γεμάτη με κόσμο, γιατί το Σάββατο είναι η πρώτη μέρα της Σαρακοστής που επιτρέπεται το λάδι, οπότε τα λαδερά είχαν την τιμητική τους. Κάθισα σ’ ένα τραπέζι μαζί με τον Θανάση, τον αγροφύλακα. Παράγγειλα το συνηθισμένο μισόκιλο και κοίταξα γύρω αλλά δεν πήρε το μάτι μου ούτε τον Κοινοτάρχη, ούτε τον πατέρα Ευλόγιο.

-Ο πρόεδρος είναι στην Ισπανία για μια αδελφοποίηση που θα κάνουμε μ’ ένα άλλο χωριό γιατί λέει έχουμε την ίδια χλωρίδα και πανίδα. Τα λέω καλά; Θα επιστρέψει την Τρίτη του Πάσχα. Όσο για τον παπά, κάτι έχει σήμερα. Ήρθε μόνο για λίγο. Τον είδα πολύ συννεφιασμένο, μ’ ενημέρωσε ο αγροφύλακας.

Πολύ περίεργο για όποιον γνωρίζει τον ιερέα του χωριού μας. Ο παπά- Ευλόγιος λατρεύει το πιόμα. Είναι ο τελευταίος κάθε βράδυ που φεύγει από το πανδοχείο κι ο μόνος λόγος να την κάνει νωρίτερα είναι να έχει σωθεί η ρακί. Είναι ένας σωματώδης άνδρας με χαρακτηριστικά γίγαντα. Πριν γίνει ιερέας ήταν ναυτικός. Κάποια στιγμή της ζωής του - ποιος ξέρει από τι αμαρτίες ήθελε να εξιλεωθεί - αποφάσισε να τα παρατήσει. Παντρεύτηκε και αμέσως χειροτονήθηκε κληρικός. Δυστυχώς η γυναίκα του, υπέφερε απ’ το χτικιό κι αποδήμησε εις Κύριον νωρίς. Από τότε το πανδοχείο έγινε δεύτερο σπίτι του. Αυτό είχε σαν συνέπεια, το πανδοχείο να κερδίσει μια θέση στο βιβλίο Γκίνες στην κατηγορία: «Μεγαλύτερη κατανάλωση τοπικού αλκοόλ».

Σε λίγο κάθισε μαζί μας κι Μήτσος, ο βοσκός. Κοίταξε σκεφτικός τα λαδερά στο τραπέζι μας και είπε:

-Δεν μ’ λες κυρ Αγροφύλακα, ρώτησε πονηρά. Λες απ’ αυτουνού του εθίμου, να βγήκι του «φάι λάδι κι έλα βράδυ»;

-Τι λες ρε Μήτσο. Είσ’ εντελώς ανήξερος. Αν υπήρχε ένα ρητό απ’ το σήμερα, αυτό θα ήταν «αν έρθεις βράδυ, την πάτησες. Δεν θα βρεις φαγητό με λάδι, χαχα»!

Το πρωί της Κυριακής των Βαΐων όλοι στολίστηκαν κατά πως αρμόζει για την γιορτινή λειτουργία κι η εκκλησία γέμισε με πιστούς, σαν λεωφορείο σε ώρα αιχμής. Παρ’ όλα αυτά, η λειτουργία ακουγόταν σε δεύτερο επίπεδο. Σε πρώτο κυριαρχούσαν οι χαιρετούρες και οι ευχές που αντάλλασσαν οι χωριανοί μεταξύ τους καθώς μπαινόβγαιναν και στριμώχνονταν να ανάψουν κεριά και να προσκυνήσουν την εικόνα της Παναγιάς της Μερέντας.[2] Ώσπου έφτασε η ώρα του προγραμματισμένου κηρύγματος.

Στο κήρυγμά του, ο παπά Ευλόγιος, ανάλωσε περισσότερο χρόνο για κάποιο επικείμενο κακό παρά για την υποδοχή του Χριστού ως Μεσσία στα Ιεροσόλυμα από τους Ιουδαίους. Ανέβηκε μεγαλοπρεπώς στον άμβωνα και πριν ακόμα ακουστεί η βροντερή φωνή του, επικράτησε απόλυτη ησυχία. Άρχισε με ύφος προφητικό:

-Αγαπητοί μου εν Χριστώ αδελφοί, έφτασε το πλήρωμα του χρόνου που το κακό ήρθε να μας διαολέψει. Ήρθε να μας ταλαιπωρήσει. Αγαπητοί μου, μην έχετε την  αυταπάτη ότι το κακό γεννιέται τη στιγμή που το παίρνουμε χαμπάρι. Γεννιέται πολύ πριν, σε χρόνο ανύποπτο και μακρινό. Για καιρό ελλοχεύει χαράζοντας τη στρατηγική του και την ταχτική του μέχρι να αποφασίσει πού, πότε και πώς[3] θα χτυπήσει. Το κακό μπορεί να είναι κακό αλλά δεν είναι ανόητο.

Εδώ, έκανε μια παύση όλο θεατρικότητα, για να νιώσει τα συναισθήματα του ακροατηρίου. Επικρατούσε τέτοια ησυχία, ώστε αν έπεφτε κάτω καρφίτσα θα ακουγόταν. Στην προκειμένη περίπτωση δεν επρόκειτο για καρφίτσα αλλά για κάποιο κινητό. Ο παπά Ευλόγιος δεν κατάφερε να εντοπίσει τον αμαρτωλό και συνέχισε με ύφος φιλοπόλεμο.

-Εμείς αγαπητοί μου χριστιανοί που αγαπάμε ένα Θεό που μας αγαπάει, πρέπει να αφήσουμε τις καρδιές μας ανοιχτές να τον υποδέχονται κάθε μέρα σαν να ‘ναι Κυριακή των Βαΐων. Μόνο έτσι θα αντισταθούμε και θα συντρίψουμε το κακό που προσπαθεί να παρεισφρήσει ανάμεσά μας. Η μάχη μας θα δοθεί στο χώρο, αλλά η αντίσταση θα βασιστεί στο χρόνο. Πρέπει ν’ αναπτύξουμε τη στρατηγική μας. Με πίστη και σύνεση κι εξυπνάδα. Ν’ αγωνιστούμε με κάθε μέσο, ακόμα και μ’ ανταρτοπόλεμο. Η Χάρη Του θα εμπνεύσει την τακτική μέσα στο πλαίσιο του αγώνα και θα αναδείξει τα στρατηγικά μας σχήματα.  

«Ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου. Μετά κλάδων υμνήσαντες πρότερον μετά ξύλων συνέλαβον ύστερον οι αγνώμονες Χριστόν, Ιουδαίοι τον Θεόν. Ημείς δε πίστει αμεταθέτω, αεί τιμώντες ως ευεργέτην, δια παντός βοήσωμεν αυτώ. Ευλογημένος ει ο ερχόμενος τον Αδάμ ανακαλέσασθαι…»[4] έψαλλαν δυνατά ο αγροφύλακας μετά άλλων παράφωνων συγχωριανών.

Κατά μια διαβολική σύμπτωση εκείνη τη στιγμή μπήκε στην εκκλησία αργοπορημένος ο Γιάννης, κι αυτό είχε σαν φυσική συνέπεια όλα τα βλέμματα να πέσουν σαν βέλη πάνω του. Όταν η εκκλησία σχόλασε, η πλατεία πλημμύρισε πάλι με κόσμο. Έπαιρναν κι έδιναν τα κεράσματα κι οι μεζέδες αλλά το μεγαλύτερο ενδιαφέρον επικεντρώθηκε στον Γιάννη και πιο πολύ στη «πάστα» που είχε στα μαλλιά του και στο μικρό διαμαντένιο σκουλαρικάκι του.

- Τίνους πιδί εισ’ ισύ  το ρωτούσαν με μισό μάτι, κι αυτός απαντούσε

- Ο εγγονός του μακαρίτη παπά Συμεών.

- Α…πέστου ντε…πουλύ μεγάλουσις…

- Φτου να μη αβασκαθείς

- Μι θυμάσι ωρέ; Πού να με θυμάσι. Τόσο μ’κρό στα πόδια μ’ σ’ είχα…

- Ουραίου παλικάρ’ μπράβου ‘ς. Να ζήσεις μωρέ!

- Χρόνια και ζαμάνια γιε μ’…

Όλα αυτά φυσικά ήταν που λέγονταν μπροστά του, γιατί πίσω του τα κουτσομπολιά ξεφάντωναν μια και οι περισσότεροι πίστευαν ότι η αναφορά στο κακό του παπά Ευλόγιου αφορούσε σ’ αυτόν κι όχι στα μαρτύρια του Σωτήρα μας τη Μεγάλη Εβδομάδα που θα ακολουθούσε. Ο Γιάννης ήταν γιος του «στρατηγού». Έτσι αποκαλούσε τον πατέρα του που ήταν πια στρατιωτικός σε σύνταξη. Ο παππούς του ήταν όντως κληρικός κι ήταν ο ιερέας, που πριν εφτά χρόνια διαδέχτηκε την ενορία, ο παπά Ευλόγιος. Οπότε ο Γιάννης είχε να πάει στο χωριό απ’ την κηδεία του παππού του. Τον παπά Συμεών, τον ενταφίασαν στον προαύλιο χώρο της εκκλησίας. Τότε, ο Γιάννης, ήταν στο λύκειο και κανείς δεν μπορούσε ακόμα να υποθέσει ότι σαν γιος στρατιωτικού, θα εμφάνιζε κλίση καλλιτεχνική και θα σπούδαζε κινηματογράφο. Έφτασε στο χωριό ξημερώματα Κυριακής, μ’ ένα κόκκινο Σουζούκι Σουίφτ. Το σπίτι του παππού του, είναι ένα πέτρινο διώροφο γωνιακό, στο έμπα του χωριού.

Η θέα από τη μεγάλη βεράντα του πρώτου ορόφου είναι μοναδική. Από τη μια μεριά φαίνεται ο ποταμός που κυλάει σαν ένα γιγάντιο φίδι στα ριζά του βουνού κι απ’ την άλλη η πλατεία του χωριού και η εκκλησία στο βάθος. Μόνιμος κάτοικος, χειμώνα – καλοκαίρι, η κυρ Ουράνια, η γιαγιά του, η οποία είναι ανήμπορη και σπάνια έβγαινε απ’ το σπίτι. Τη φρόντιζαν όμως οι γειτόνισσες. Ο Γιάννης ίσως να μην γινόταν βορρά των κουτσομπολιών αν δεν εμφανιζόταν στην εκκλησία σε λάθος χρόνο. Ευτυχώς που η γιαγιά του, ήξερε από βασκανίες και ξεματιάσματα γιατί γύρισε σπίτι με διαβολεμένο πονοκέφαλο.

Τη Μεγάλη Εβδομάδα δεν συνέβη κάτι απρόοπτο αν και στην ατμόσφαιρα πλανιόνταν ακόμα το αμφίσημο κυριακάτικο κήρυγμα μαζί με τα υπέροχα τροπάρια των παθών. Η λιακάδα επέστρεψε, εν’ μέρει, στον παπά Ευλόγιο, που όμως δεν είχε χρόνο για ρακοποσίες λόγω του μεγάλου «εκκλησιαστικού» φόρτου εργασίας. Ο Γιάννης όμως άρχισε να συννεφιάζει. Παιδί της πόλης που έμαθε να ορίζει το χρόνο του, δεν χώραγε στους αργούς ρυθμούς του χωριού, όπου δεν έβρισκε, προς το παρόν, κυριολεκτικά τίποτα να κάνει. Του ήταν κομμάτι δύσκολο να προσαρμοσθεί. Χρειαζόταν λίγο χρόνο. Έτσι κοιμόταν μέχρι αργά το απόγευμά, μετά κατέβαινε στην πλατεία όπου παίζαμε λίγο τάβλι, τρώγαμε βραδινό, εμφανιζόταν για λίγο στην εκκλησία για τα μάτια του κόσμου και μετά καβαλούσε το Σουτζουκάκι του και πήγαινε στην κωμόπολη.

Ο Γιάννης αγαπούσε τα μπαράκια. Ειδικά αυτά που ήταν γεμάτα με παιδιά της ηλικίας του και με μουσική δυνατή σαν οργή θεού, που απειλούσε σοβαρά την ακεραιότητα των ακουστικών υμένων. Καθόταν στο μπαρ, παράγγελνε μαρτίνι ντράι, κουνημένο κι όχι χτυπημένο, χωρίς να νοιάζεται αν φαίνεται παλιομοδίτικο η όχι, και σκάναρε σχολαστικά το χώρο. Σαν τον κακό άγριο λύκο, μπορούσε να εντοπίσει την άτακτη κοκκινοσκουφίτσα, από τις φερεμόνες που εξέπεμπε. Αν το παρουσιαστικό της ταίριαζε στα γούστα του, γινόταν εύκολα ο σεξουαλικός του σύντροφος για μια μονάχα νύχτα, για λίγες ώρες, σε κάποιο δωμάτιο ή στην εξοχή, στο καπό του αυτοκινήτου του. Έτσι εκτόνωνε τις νεανικές του ορμές που ξανασυσσωρεύονταν μετά από έναν καλό ύπνο, από τα ξημερώματα που επέστρεφε μέχρι τ’ απόγευμά που εμφανιζόταν πάλι στην πλατεία.

Το Γιάννη τον γνώρισα σχεδόν πρόσφατα στο 3ο ραδιοτηλεοπτικό κανάλι. Συμμετείχε σ’ ένα σεμιναριακό πρόγραμμα για ταινίες μικρού μήκους, που είναι σ’ εξέλιξη. Στη σύνοψή του, περιέγραφε με τρυφερότητα τον έρωτα δυο νέων που ζουν στην επαρχία. Αν και γνώριζα ότι θα εκμεταλλευόταν τις διακοπές του Πάσχα για να κάνει ρεπορτάζ[5] και να ολοκληρώσει το σενάριο της ταινίας του, ξαφνιάστηκα όταν τον είδα στο χωριό. Στο σεμινάριο ποτέ δεν ανάφερε τον τόπο καταγωγής του, παρά μόνο τη γενέτειρα του, τη Θεσσαλονίκη. Έτσι λοιπόν πέρασε η Μεγάλη Εβδομάδα, με άλλους να προσεύχονται και άλλους να κάνουν ότι θέλουν.

Το Μεγάλο Σάββατο, έτσι είν’ το έθιμο, ερχόταν στο χωριό κι ο αρχιεπίσκοπος κι είχαμε την πιο λαμπρή Ανάσταση απ’ όλα τα γύρω χωριά. Γιατί η εκκλησία μας, με το χαρακτηριστικό πασίγνωστο οκτάγωνο τρούλο, ήταν η μεγαλύτερη και αρχαιότερη εκκλησία της περιοχής. Διατηρεί εντυπωσιακές τοιχογραφίες, μεταξύ των οποίων και προσωπογραφία του Αυτοκράτορα Μανουήλ Παλαιολόγου με χρονολογία 1423. Λόγος για τον οποίο δεχόμασταν πληθώρα επισκεπτών που στη συνέχεια κατέληγαν στην πλατεία για την πατροπαράδοτη μαγειρίτσα. Οι ντόπιοι συνήθως την έκαναν για τα σπίτια τους γιατί ο Αντωνάκης, ο πανδοχέας που ήταν λίγο παραδόπιστος, νέρωνε τη ρακί και το κρασί, στις γιορτές. Κι η μαγειρίτσα του θα μπορούσε να είναι νοστιμότερη αν δεν ήταν όλα τόσο πνιγμένα στο νερό. Μια τόσο άγια μέρα όμως κανείς δεν έδινε πολύ σημασία στο φαγητό. Τα «Χριστός» και «Αληθώς Ανέστη» ήταν το κυρίαρχο ηχητικό μπακράουντ μαζί με τον ήχο των αυγών που τσούγκριζαν και τα μπαμ – μπουμ των λιγοστών, για το φόβο της φωτιάς, πυροτεχνημάτων. Κι όσοι απ’ τους επισκέπτες φεύγοντας δεν άντεξαν στον πειρασμό ν’ αγοράσουν αγνό χωριάτικο μέλι από το πανδοχείο είναι γιατί δεν ήξεραν ότι ήταν νοθευμένο με γλυκόζη.

Την Κυριακή του Πάσχα, εκτός απ’ τα κοκόρια, σε ξυπνούσαν κι οι αναθυμιάσεις από τα αρνιά, τα κοκορέτσια και τα κοντοσούβλια που ψήνονταν στα θυσιαστήρια της πλατείας. Μαζί με τον ήλιο ανέτειλαν κι τα ντουμάνια της τσίκνας που πήγαιναν κατευθείαν στον ουρανό σαν έκφραση λατρείας στο θεό. Τα θυσιαστήρια, ήταν κάτι τεράστιες ψησταριές που έστηνε ο Αντωνάκης και το ψήσιμο γινόταν σε φωτιά με κληματόβεργες που προσδίδουν στα σφαχτάρια νοστιμιά. Οι ξύλινες σούβλες γύριζαν αργά και δεν ήταν πολύ κοντά στη φωτιά, για να μην «αρπάξουν» και φρυγανισθούν τα κρέατα πριν της ώρας τους. Αν οι αρχαίοι έκαναν τέτοιες θυσίες ίσως ο Θεός να υπέκυπτε και να μας έδινε άφεση αμαρτιών δια βίου. Βασικός προμηθευτής των θυσιαζόμενων αμνών, είναι ο Μήτσος, ο βοσκός. Καιρό πριν, ετοιμάζει τις πιο παχιές του προβατίνες, τους «λαμπρινούς», όπως λέγονται τα’ αρνιά που σφάζονται τη μέρα της Λαμπρής. Ο ίδιος κρατούσε για το εαυτό του το προνόμιο παρασκευής των μεζέδων από γλυκάδια και συκωταριές που τα σέρβιρε, με το αζημίωτο φυσικά, ως ορεκτικά για το κρασί και τη ρακί.

Κατά τις δώδεκα άρχισαν το σαματά τα όργανα μιας ντόπιας δημοτικής ορχήστρας, με οριακά επικίνδυνες μουσικές και φωνητικές επιδόσεις. Παρ’ όλο που στην πλατεία δεν υπήρχε τετραγωνικό χωρίς τραπεζοκάρεκλα, προνόησα να κλείσω τραπέζι για τέσσερα άτομα. Εκτός από την αφεντιά μου, τον Γιάννη και τον αγροφύλακα, είχαμε κι ένα φιλοξενούμενο, τον Σοφοκλή. Ήταν ο διευθυντής του μοναδικού δημοτικού της κωμόπολης, αλλά του άρεσε να τον φωνάζουμε σκέτο «δάσκαλο». Τον παρουσιάζαμε συχνά στο ραδιόφωνο. Όποτε είχαμε ζητήματα εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων, του ζητούσαμε να κάνει σχολιασμό. Ο Σοφοκλής ενθουσιάστηκε όταν έμαθε ποιος είναι ο Γιάννης, και περισσότερο όταν του είπαμε ότι σπούδασε σκηνοθέτης.

-Να λοιπόν που έφτασε η ώρα να γνωριστούμε Γιάννη μου. Ξέρεις ότι ήμασταν συμμαθητές με τον πατέρα σου μέχρι το Λύκειο. Πως του ‘ρθε να γίνει στρατιωτικός; Μάλλον ήθελε να φύγει από δω και να ζήσει σε πόλη, απάντησε μόνος του στην ερώτησή του ο Σοφοκλής, την ώρα που ο Μήτσος μας γέμιζε το τραπέζι με μεζέδες.

- Σε εφτά…

- Εφτά τι;

-Μέχρι να εγκατασταθούμε στη Θεσσαλονίκη, αλλάξαμε εφτά πόλεις, όσες κι οι μεταθέσεις του πατέρα μου, δήλωσε ορθά - κοφτά ο Γιάννης .

- Χαχα. Άρα είσαι κοσμογυρισμένος, αστειεύτηκε ο Σοφοκλής

- Ναι…θα μπορούσατε να το πείτε κι έτσι, ξεροκατάπιε ο Γιάννης.

- Ιγώ του μπάνισα τις προυάλλες του πατέρα σ’, αλλά δεν φόραγ’ στρατιωτικά,

  ανακατεύτηκε ο Μήτσος.

-Δεν φόραγε γιατί πήρε σύνταξη. Εσύ τι νόμισες ότι ήταν σε μυστική αποστολή; τον αποπήρε ο Αγροφύλακας.

- Σύνταξ’ απ’ τουν ΟΓΑ;

-Όχι από το ταμείο των χειμερινών κολυμβητών! Τι μας τσαμπουνάς πάλι ρε Μήτσο; Στρατιωτικός ήταν ο άνθρωπος.

Ο Μήτσος ήταν κάτι σαν το τρελό του χωριού. Μόνο που δεν ήταν αυτός που όλοι νόμιζαν. Μικρός γκρεμοτσακίστηκε κι αυτό του άφησε ένα μικρό κουσούρι στο μυαλό και ένα πρόσωπο λίγο παραμορφωμένο. Δεν ήταν όμως τρομαχτικός. Κυκλοφορούσε πάντα χαμογελαστός κι ατημέλητος. Ποτέ δεν ήταν σιδερωμένος, γιατί ζούσε μόνος. Ήταν όμως καθαρός. Φορούσε ένα ριγωτό πουκάμισο χωρίς γιακά πάνω από μια κιτρινισμένη μάλλινη φανέλα, ένα παντελόνι που το συγκρατούσε στη μέση του, αντί για ζώνη, μ’ ένα κομμάτι τριχιά και γαλότσες, χειμώνα – καλοκαίρι. Ξεφύτρωνε αθόρυβα, εκεί που δεν τον περίμενες. Τριγυρνούσε με τις κεραίες του σε επιφυλακή και πάντοτε είχε κάτι να πει ή να ρωτήσει. Είχε διαστροφικά πολλές απορίες, τόσες που αν η «αποριολογία» ήταν επιστήμη, ο Μήτσος θα ήταν τουλάχιστον επίκουρος καθηγητής. Ίσως γιατί οι ώρες που έμενε μοναχός με τα ζωντανά στις βοσκές του, ήταν ατέλειωτες. Κι ως γνωστόν η αργία είναι μητέρα κάθε λόξας.

Στο μεταξύ σερβιρίστηκαν οι σαλάτες και τα κρέατα και το γλέντι θέριεψε για τα καλά. Οι πιο μερακλήδες το ‘ριξαν στο χορό με πρώτο τον παπά Ευλόγιο που χοροπήδαγε σαν άγριο κατσίκι. Οι παρευρισκόμενοι άρχισαν να κυκλοφορούν την περιέργεια τους ή την ευθυμία τους, από τραπέζι σε τραπέζι και με κάτι τέτοια η ώρα πλησίαζε οχτώ.

- Πώς σας φαίνεται το πιοτό σας σήμερα; μας ρώτησε ο αγροφύλακας.

- Καλό, γιατί τι έχει; απόρησε ο δάσκαλος.

-Αυτό λέω κι εγώ, συνέχισε ο αγροφύλακας. Τα ‘παμε ένα χεράκι με τον Αντωνάκη το πρωί. Γι’ αυτό δεν τόλμησε να το νερώσει. Άλλο να τα κάνει αυτά στους τουρίστες κι άλλο σε μας τους ντόπιους. Όσο για τα κοψίδια, εκεί δεν μπορεί να βάλει νερό χαχα…

Τι ήθελε και το ‘πε. Σ’ ένα λεπτό ο ουρανός αντάριασε κι ομολογώ ότι δεν είχα ξαναδεί πιο δυνατή ανοιξιάτικη μπόρα. Η πλατεία άδειασε σε δευτερόλεπτα. Όσοι κατάφεραν στριμωχτήκανε στο ισόγειο του πανδοχείου. Οι υπόλοιποι σκορπίσαμε στα σπίτια μας.

Η εβδομάδα μετά το Πάσχα, με πιο σημαντικό γεγονός την επιστροφή του Κυρ -Αλεξάνδρου, του κοινοτάρχη, από την Ισπανία, (που ευτυχώς τα βρήκε όλα όπως τα άφησε), κύλισε πιο χαλαρά, επειδή έφυγε από πάνω μας το βάρος των θρησκευτικοκοινωνικών υποχρεώσεων και η απόσταση από τα πραγματικά κατά κόσμων καθήκοντα μας, φάνταζε ακόμα μακρινή. Οι ανεύθυνες μέρες μας χουζούρευαν με μια γλυκιά νωθρότητα σ’ έναν άχρονο χωρόχρονο. Τα κουτσομπολιά ξέφτισαν ελλείψει εξελίξεων κι ο παπά Ευλόγιος ξαναγύρισε στις καθημερινές ρακοποσίες του.

Ακόμα κι ο Γιάννης προσαρμόστηκε. Σταμάτησε να ξενυχτάει. Ξυπνούσε πιο νωρίς το πρωί. Όλη μέρα τριγύριζε με μια ψηφιακή βιντεοκάμερα ή άραζε, με τις ώρες, στην πλατεία με το φραπεδάκι του κι ένα βιβλίο. Αν δεν κάνω λάθος διάβαζε ένα αστυνομικό μυθιστόρημα ενός Αλγερινού συγγραφέα που υπέγραφε με το γυναικείο ψευδώνυμο ‘’Γιασμίνα Χάντρα’’[6]. Κάποια στιγμή που ο Γιάννης πήγε τουαλέτα, έριξα μια ματιά στη σελίδα που ήταν ανοιχτό το βιβλίο: «…Τα θεϊκά μάτια της λάμπουν σαν πετράδια και τα χείλη της είναι σκέτος πειρασμός. Τώρα που μου δίνεται η ευκαιρία να την παρατηρήσω καλύτερα, δεν θυμάμαι να έχω αντικρίσει ποτέ τέτοια απόλυτη ομορφιά. Τα εικοσιπέντε της χρόνια στέφουν τη φρεσκάδα της νιότης της σαν διάδημα. Όλα επάνω της αγγίζουν την τελειότητα: τα καλοσχηματισμένα χαρακτηριστικά της, η θέση των ζυγωματικών της, το καθάριο βλέμμα της και το έξοχο διάγραμμα της σιλουέτας της. Φοβερό κομμάτι…». Τόσο πρόλαβα να διαβάσω. Κάποιος είναι ερωτευμένος, σκέφτηκα. Αναφερόμουν φυσικά σε κάποιον από τους ήρωες του βιβλίου.

Ο κοινοτάρχης, σε αντίθεση με τον παπά Ευλόγιο είναι ένας μικρόσωμος άνθρωπος, μάλλον κοντός. Προφανώς δεν το διάλεξε να γεννηθεί κοντός αλλά στο δρόμο ανακάλυψε ότι έτσι αφ’ ενός μπορεί να περνάει ευκολότερα απ’ τις χαραμάδες και αφ’ ετέρου, κανείς δεν τον εμπόδιζε να κοιτάζει ψηλά. Ως έξυπνος άνθρωπος ανακάλυψε επίσης ότι όσο πιο μικρός είσαι σε μέγεθος τόσο πιο μεγάλος είναι ο κόσμος που μπορείς να κατακτήσεις, αλλά το μέγεθος δεν έχει σημασία αν ξέρεις πώς να ρίξεις τα ζάρια σου. Η μεγαλύτερη του ικανότητα ήταν να οσμίζεται το χρήμα, κάτι που το ήξερε καλά από πάντα, γιατί πριν βάλλει υποψηφιότητα για κοινοτάρχης ήταν λογιστής. Έχει την προστασία ατόμων που απολαμβάνουν κυβερνητική ασυλία και έτσι σαν κοινοτάρχης διένυε την τέταρτη θητεία του. Όλα αυτά τα χρόνια έκανε πολλά πράγματα για το χωριό, αλλά από τα «ψίχουλα» που έβαζε στην άκρη κατάφερε να κάνει μια μικρή κι αξιοσέβαστη περιουσία. Κατά καιρούς ειπώθηκαν διάφορα για την ακεραιότητά του αλλά είναι δύσκολο να πετύχεις κάποιον τόσο μικρόσωμο πετώντας του πέτρες. Άσε που ήξερε απ’ έξω κι ανακατωτά τ’ άπλυτα όλων των συγχωριανών του.

Η επίσκεψη του στην Ισπανία αφορούσε κάποιο Ευρωπαϊκό πρόγραμμα που ξετρύπωσε κι απ’ το οποίο η κοινότητα μπορούσε να χρηματοδοτηθεί. Όταν κατέβαινε στην πλατεία είχε το δικό του τραπέζι, ακριβώς κάτω από τον πλάτανο, όπου δεν τολμούσε να κάτσει κανείς. Στη βάση της καρέκλας του υπήρχε πάντα ένα υποπόδιο για ν’ ακουμπάει τα πόδια του, που δεν έφταναν μέχρι το έδαφος, όταν καθόταν. Ο Μήτσος, ήταν σίγουρος ότι ο πρόεδρος πήγε να συναντήσει μια Ισπανίδα που την έλεγαν Χλωρίδα.

Το βράδυ της Κυριακής του Θωμά, μας προσκάλεσε ο Σοφοκλής, την αφεντιά μου και τον Γιάννη, να τον συναντήσουμε στο μπαρ που διατηρούσε στην κωμόπολη, στο όνομα της γυναίκας του φυσικά. Φτάσαμε κατά τις εννέα το βράδυ. Η μουσική ήταν χαμηλή για να μπορούμε να κουβεντιάσουμε. Στο βάθος του μαγαζιού υπήρχε μια αυλή κυκλωμένη από ένα καλοθρεμμένο κισσό. Στα ενδιάμεσα υπήρχαν πικροδάφνες και μυρτιές. Το μπαράκι ήταν σχεδόν γεμάτο με άτομα διαφόρων ηλικιών.

- Συμπληρώνω το εισόδημα, το ήξερες δεν το ήξερες; με ρώτησε ο δάσκαλος.

-Ναι, κάτι μου ‘πες τις προάλλες στην Αθήνα, αλλά δεν έδωσα και πολύ σημασία. Ωραίο τ’ φτιάξες, σχολίασα.

Ο Σοφοκλής μπορούσε να είναι σοβαρός χωρίς να παριστάνει τον σοβαροφανή. Είχε τον αέρα του διευθυντή αλλά ήταν προσιτός και καταδεχτικός τύπος. Τα παιδιά τον λάτρευαν, οι συνάδελφοί του και οι γονείς τον εκτιμούσαν. Οι άνθρωποι της εξουσίας δεν μπορούσαν να του αρνηθούν τη βοήθεια τους. Ο Σοφοκλής είχε με όλους τον τρόπο του. Νοιαζόταν τόσο πολύ για το σχολείο και ποτέ δεν χρησιμοποίησε τις πολύτιμες γνωριμίες του για κάτι άλλο.

-Ναι καλό είναι και δουλίτσα υπάρχει. Αλλά σήμερα βασικά θα ήθελα να κάνω μια πρόταση στο Γιάννη. Αλήθεια, Γιάννη, πόσο λογαριάζεις να μείνεις;

-Δεν έχω πρόγραμμα απάντησε ο Γιάννης. Κάτι πρέπει να φτιάξω για μια πρόταση που έκανα στην τηλεόραση. Ξέρω κι εγώ; Μια βδομάδα, δέκα μέρες εξαρτάται…

Ακολούθησε μια μικρή παύση, προφανώς για να σκεφτεί την πρόταση του ο δάσκαλος. Στο μεταξύ μια μελαχρινούλα μας έφερε τα ποτά, το συνηθισμένο μαρτίνι ντράι για το Γιάννη και ουίσκι με πάγο για μένα και τον Σοφοκλή.

-Λάβαμε μια εγκύκλιο από το Υπουργείο να συμμετέχουμε σε ένα διαγωνισμό για το περιβάλλον. Για την ακρίβεια, πρέπει να κάνουμε ένα φιλμάκι μέχρι δέκα λεπτά το πολύ. Σκέφτηκα ότι είσαι ο κατάλληλος άνθρωπος και ότι εμφανίστηκες την κατάλληλη στιγμή, στο κατάλληλο μέρος.  Διατηρώ αμφιβολίες για τον αν θα εκδηλώσεις και τα κατάλληλα αισθήματα να μας βοηθήσεις να κάνουμε το φιλμάκι, αν σου πω ότι δεν έχουμε χρήματα για αμοιβή κι η εποχή είναι κομμάτι άβολη, λόγω της κρίσης, για να ζητήσουμε απ’ τα παιδιά. Θα φροντίσουμε όμως να καλύψουμε άλλα έξοδα αν προκύψουν. Σχετικά με τα γυρίσματα, εννοείται, ε τι λες;

- Δεν ξέρω ακόμα πώς. Θέλω να το σκεφτώ λίγο… μπορώ ν’ απαντήσω αύριο;

-Φυσικά… αλίμονο! Αυτό είναι το τηλέφωνο του σχολείου, αυτό του μπαρ κι αυτό του κινητού μου, είπε ο Σοφοκλής δίνοντας στο Γιάννη την κάρτα του.

Συνεχίσαμε με άλλα θέματα αλλά ο Γιάννης δε συμμετείχε πολύ. Κατόπτευε το χώρο όπως ήξερε καλά να κάνει. Μια ωραία ξανθιά πέρασε από δίπλα μας και κάθισε σε μια παρέα λίγο πιο πέρα, ακριβώς απέναντι μας. Ο Γιάννης δεν την άφησε απ’ τα μάτια του. Απέφυγα τα σχόλια, αλλά πριν φύγουμε ρώτησα τον Σοφοκλή, μπροστά στο Γιάννη, να μας πει αν γνωρίζει ποια είναι η κοπέλα. Ο Σοφοκλής σήκωσε το χέρι του και της έκανε ένα νεύμα. Αυτή κόπιασε κοντά μας. Ο δάσκαλος μας σύστησε.

- Από δω η Μαρία. Διδάσκει στο σχολείο μας, αγγλικά στα παιδιά.

Κάπου έγινε ένας δυνατός σεισμός. Ήταν όμως πολύ βαθιά για να τον αντιληφθούμε. Στο νου μου ήρθε το απόσπασμα που διάβασα στο βιβλίο του Γιασμίνα Χάντρα. Ήμουνα σίγουρος ότι κι ο Γιάννης, καθώς κοιτούσε τη Μαρία, σκεπτόταν, με δικά του λόγια, κάτι παρόμοιο.. Επιστρέφοντας στο χωριό ρώτησα διακριτικά το Γιάννη αν έχει κάποια σχέση.

- Περιστασιακά, μου απάντησε. Γνωριμίες από μπαράκια…

- Δηλαδή δεν έτυχε να …ξέρεις… Να δεις κάποια λίγο πιο σοβαρά;

-Μπαργούμαν; Χα! Πώς να παρουσιάσεις στη μάνα σου ένα κορίτσι που δουλεύει σε μπαρ;

Σωστά. Παππούς παπάς, μπαμπάς στρατιωτικός, μαμά εκπαιδευτικός. Κι ο Γιάννης μόνο εικοσιπέντε χρονών [...] 

 

_

γράφει ο Νίκος Γιαννόπουλος

 

 

 

[1] O Καλλικράτης, μαζί με το Ικτίνο, υπήρξαν οι διασημότεροι αρχιτέκτονες στην Αθήνα του 5ου αιώνα. Μαζί έχτισαν τον Παρθενώνα σύμφωνα με τον κανόνα του Πολυγνώτου και φημολογείται ότι κατείχαν ξεχασμένες γνώσεις που τις εφάρμοσαν στην κατασκευή του. Που να ήξερε ο φουκαράς ότι οι νέοι δήμοι, που σχεδιάστηκαν με τον κανόνα του Πολύξερου, θα έπαιρναν το όνομα του.

[2] Έναν σημαντικό αρχαίο δήμο, τον Δήμο Μυρρινούντος, έφερε στο φως η ανασκαφή που έγινε τα τελευταία χρόνια στη Μερέντα Μαρκοπούλου, στα Μεσόγεια. Για τον υπόλοιπο κόσμο η Μερέντα ήταν μια σχεδόν άγνωστη περιοχή που το όνομά της ακούστηκε όταν το 1972 βρέθηκαν εκεί τα δύο μεγάλα και σχεδόν ακέραια αρχαϊκά αγάλματα, της κόρης Φρασίκλειας και ενός κούρου, τα οποία εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας.

[3] Στα ‘’πού’’, ‘’πότε’’ και ‘’πώς’’, ο παπά  Ευλόγιος, έδωσε ιδιαίτερη έμφαση.

[4] 3ο απολυτίκιο (Ήχος πλάγιος β΄)

[5] Ρεπεράζ (Γαλλικά: Reperage): Ανεύρεση χώρων για το γύρισμα κιν/φικης ταινίας.

[6] Γιασμίνα Χάντρα (Yasmina Khadra) είναι το λογοτεχνικό γυναικείο ψευδώνυμο του Αλγερινού συγγραφέα Μοχάμεντ Μουλεσεχούλ. Το συγκεκριμένο βιβλίο που αναφέρετε εδώ είναι ‘’Το μερίδιο του Νεκρού’’ / Εκδόσεις Καστανιώτη / Μετάφραση: Γιάννης Στρίγκος / 2005

 

 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Μάχη Τζουγανάκη

Δηλώνω τυπικά αρχισυντάκτρια της σελίδας. Άτυπα όμως και πιο γνήσια, δηλώνω μέλος μιας όμορφης ομάδας πολύ δεμένης που οι «τίτλοι» του καθενός είναι περιττοί. Δηλώνω επίσης συγγραφέας, ποιήτρια, ερασιτέχνης φωτογράφος, μουσικόφιλή, βιβλιόφιλη, θεατρόφιλη, σινεφίλ και ερωτευμένη με οτιδήποτε ξυπνά τη δημιουργικότητά μου. Τελικά όμως έμαθα… πως το να δηλώνει κανείς τι είναι και τι δεν είναι, είναι ένα μεγάλο παραμύθι, όχι από εκείνα που μου αρέσει να διαβάζω, αλλά από εκείνα που σου θέτουν όρια και σε στριμώχνουν σε καλούπια. Μα εγώ τις λέξεις «όρια» και «καλούπια» τις έχω αφαιρέσει από το λεξιλόγιο της ψυχής μου...

1 σχόλιο

  1. Μάχη Τζουγανάκη

    Το είδαμε και στο “Κουμπί”…το βλέπουμε και εδώ…το χωριό και οι μικρές κοινωνίες…σας πάνε!!!
    Άψογες περιγραφές, αιχμηρές όπου πρέπει, και ένας έρωτας στο προσκήνιο που περιμένουμε να εξελιχθεί..

    [Επειδή το entry φρασάκι για τον έρωτα μου άρεσε πολύ, η έρευνά μου για το ποιος είναι ο κύριος που το είπε, με έκανε και χαμογέλασα!]

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Εγγραφείτε στο newsletter

Ακολουθήστε μας!

Follows

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!