Select Page

Love in progress (Μέρος B’)

Love in progress  (Μέρος B’)

photographer

Απ’ το πρωί της Δευτέρας, ο Γιάννης ήταν άφαντος. Επέστρεψε στο χωριό αργά το απόγευμα. Πήγε στο σχολείο κι άρχισε να δουλεύει το φιλμάκι με τους μαθητές. Ήλπιζε ότι θα το ολοκληρώσει μέχρι το τέλος της εβδομάδας. Επίσης πρότεινε στη Μαρία να συμμετάσχει. Του απάντησε ότι θα το σκεφτεί κι ο Γιάννης, επειδή δεν είχε μαζί τις κάρτες του, της ζήτησε να απομνημονεύσει το τηλέφωνό του στο κινητό της. Για κάποιο λόγο η Μαρία αρνήθηκε κι ο Γιάννης το ‘γραψε σ’ ένα πεντόευρο και της το έδωσε. Το ίδιο βράδυ, σχετικά αργά, έλαβε απ’ τη Μαρία ένα ες-εμ-ές. Του ζητούσε να βρεθούνε την Τρίτη αργά το απόγευμα να το συζητήσουν, αν ήθελε κι αυτός. Δεν θα βλεπόντουσαν στο σχολείο γιατί δεν είχε μάθημα τις Τρίτες. Ο Γιάννης μετά το τηλεφώνημα έγινε εξαιρετικά φλύαρος. Σ’ αυτό συνέβαλε και η ρακί κι ας ήταν λίγο νερωμένη. Μιλούσε ακατάπαυτα. Πηδούσε από το ένα θέμα στο άλλο χωρίς ειρμό. Δεν κατάφερα να σταυρώσω κουβέντα. Κάποτε αποφάσισε να πάει για ύπνο. Φεύγοντας όμως το ξεφούρνισε.

- Νομίζω ότι είμαι ερωτευμένος…καληνύχτα

Καθώς τον έβλεπα να απομακρύνεται με αβέβαιη περπατησιά αλλά καλή διάθεση αντιλήφθηκα ότι ξέχασε το βιβλίο του. Δεν ήταν και η πιο κατάλληλη στιγμή να τον φωνάξω πίσω να το πάρει. Έτσι το κράτησα να του το δώσω όταν ξανασυναντηθούμε. Ζήτησα το λογαριασμό και το άνοιξα σε μια σελίδα στην τύχη. «Ο έρωτας είναι ένα υπέροχο γεγονός που μοιάζει απίστευτο, μια εκπληκτική ανατροπή, ένας θεσπέσιος όλεθρος. Ξαναγεννιέσαι στον κόσμο του άλλου. Ανακαλύπτεις τον εαυτό σου, συνειδητοποιείς την πραγματική σου διάσταση και, ικανοποιημένος από την απροσδόκητη ανακάλυψη του, κάνεις πολλές βλακείες. Όπως όλοι οι ερωτευμένοι, από καταβολής κόσμου ειδικά αν είναι κεραυνοβόλος…». Έμεινα άφωνος. Αυτό δεν ήταν μυθιστόρημα, ήταν καλύτερο κι απ’ το Ι ΤΣΙΓΚ. [1] Ήθελα να ελπίζω ότι ο Γιάννης δεν θα κάνει πολλές βλακείες αν και ήξερα τι θα πει κεραυνοβόλος έρωτας. Είναι σαν να παθαίνεις ηλίαση και αναπνευστικό ταυτόχρονα. Νιώθεις σαν να θες να βγάλεις κάτι από μέσα σου που όμως δεν έχει καμιά σχέση με αυτά που βγάζουμε συνήθως.

Την Τρίτη το απόγευμα γύρισε φουριόζος απ’ το σχολείο κι άρχισε την προετοιμασία για το πολυπόθητο ραντεβού του με τη Μαρία. Πρώτα πέρασε απ’ τον μπαρμπέρη για ένα κουρεματάκι κι ένα κόντρα ξύρισμα, και στη συνέχεια γύρισε στο σπίτι όπου έπλυνε προσεκτικά τα δόντια του με οδοντόκρεμα λεύκανσης χωρίς να παραλείψει το αποσμητικό στόματος για ενδεχόμενη κακοσμία. Μετά ντύθηκε με τα εκρού λινά του και υπόδεσε τα σκαρπίνια του. Τέλος πασπαλίστηκε με διάφορες κολόνιες και φιξάρισε με «ζελέ» τα μαλλιά του. Για είκοσι ολόκληρα λεπτά κοιταζόταν στον καθρέφτη μήπως και του ξέφυγε κάποιο ψεγάδι και σιγοτραγουδούσε:

«Είμαι πολύ ωραίος ιδίως το βράδυ.

Με λένε Ιωάννη

Με λένε Τζαίημς Μποντ

Αυτόγραφα υπογράφω

Στον κινηματογράφο

Πίνω μαρτίνι ντράι

Κι απόψε είμαι χάι» [2]

 

- Γιαγιά φεύγω πώς είμαι; τη ρώτησε απ’ την πόρτα

- Καλός εισι πετεινάρι μ’ ρίξει κάτι πάνω σου να μην κρυό’ς.

Αν διακτινιζόταν δεν θα ‘φτανε πιο γρήγορα στη κωμόπολη. Έσπασε το παγκόσμιο ρεκόρ ταχύτητας στη κατηγορία Σουζούκι Σουίφτ. Η Μαρία τον περίμενε ανάλογα (σ)εξωραϊσμένη. Ψηλόμεση στενή μίνι φούστα που τόνιζε και τα καλλίγραμμα πόδια της και τη λεπτή της μέση, μπουστάκι με τιράντες κι ανοιχτό ντεκολτέ που αναδείκνυε το πλούσιο, χωρίς στηθόδεσμο, στήθος της και δεκάποντη γόβα που απογείωνε τα καλλίγραμμα οπίσθια της στο τοπ - τεν των προτιμήσεων των αρσενικών. Όλα σε μαύρο χρώμα για να υπογραμμίζουν τη λευκή απαλή επιδερμίδα και τα κατάξανθα μαλλιά της. Μόνη εξαίρεση το κατακόκκινο κραγιόν που σ’ έστελνε στην κόλαση. Δε φόρεσε επίτηδες κοσμήματα, για να δείχνει ανεπιτήδευτη.

Από τη στιγμή αυτή - 8η απογευματινή - και μέχρι νωρίς το πρωί ο Γιάννης έζησε μια Οδύσσεια. Για κάποιο λόγο η Μαρία ήθελε κάθε τόσο ν’ αλλάζουν μπαρ ενώ ο Γιάννης, φύση κατά βάθος ρομαντική, είχε ανάγκη ν’ αράξουν κάπου και να μοιραστούν κάποια προσωπικά μυστικά. Αντίθετα η Μαρία δεν μιλούσε πολύ για τον εαυτό της. Του έδινε πληροφορίες με το σταγονόμετρο. Αυτό διήγειρε μ’ ένα τρόπο τον Γιάννη που ενδόμυχα πίστευε ότι μια καλή ερωτική σχέση πρέπει να περιβάλλεται από κάποιο μυστήριο.

Σ’ όλη όμως την διαδρομή, στην οποία απέφευγαν – κάτι που ο Γιάννης θυμήθηκε πολύ αργότερα- επιμελώς το μπαρ του Σοφοκλή, τον άγγιζε με τα μέλη της και το σώμα της, του επέτρεπε να της χαϊδεύει το χέρι ψηλά στο μπράτσο κι ενίοτε λίγο το πόδι κοντά στο γόνατο, και να την αγκαλιάζει από τη μέση, στάση που του πρόσφερε εξαιρετική θέα του στήθους της καθώς το μπουστάκι ήταν αρκούντως χαλαρό. Όλα αυτά τον πλημμύριζαν μ’ απαντοχή και τον γέμιζαν με προσδοκίες. Όταν χώρισαν τον άφησε να την φιλήσει κι όταν ο Γιάννης προσπάθησε να σπρώξει λίγο πιο πέρα την κατάσταση τον απέτρεψε με την αινιγματική φράση: «Ας αφήσουμε το χρόνο να δείξει».

Όταν ο Γιάννης έμεινε μόνος του, κοίταξε το ρολόι του. Ήταν περασμένες τρεις, το πρωί. Ήξερε πως μετά τις τρεις είναι πολύ νωρίς και ταυτόχρονα πολύ αργά για οτιδήποτε. Παρόλο που το ραντεβού δεν είχε την κατάληξη που ήλπιζε, δεν ένιωθε καθόλου απογοητευμένος. Η ελαφριά ζάλη, αποτέλεσμα των πολλών μαρτίνι που ήπιε καθώς άλλαζαν τα μπαρ σαν πουκάμισα, του δημιούργησε μια γλυκιά εφορία. Ταυτόχρονα έκανε την έτσι κι αλλιώς αχαλίνωτη φαντασία του να ανυψωθεί σαν αερόστατο. Σ’ αυτό οφειλόταν και η μικρή αστάθεια στο περπάτημα του. Ένιωθε ότι το φιλί της Μαρίας τον μεταμόρφωσε σε πρίγκιπα κι ότι αυτός με τη σειρά του θα έπρεπε να μεγαλουργήσει μ’ ένα εντυπωσιακό κατόρθωμα για να κατακτήσει την βασιλοπούλα, όπως στα παραμύθια. Να σκοτώσει τον πράσινο δράκο με τα πολλά κεφάλια που ξερνάνε φωτιά, να βρει τη πηγή με το αθάνατο νερό ή κάποια άλλη παρόμοια ανοησία. Εξάλλου η Μαρία ήταν μια δασκάλα κι όχι μια μπαργούμαν. Μπήκε στο αυτοκίνητό του και κίνησε για το χωριό με το ραδιόφωνο στη διαπασών.

Για να πας στο χωριό πρέπει να ακολουθήσεις την παλιά εθνική οδό, καθώς βγαίνεις από την νοτιοανατολική έξοδο της κωμόπολης. Δεκαπέντε περίπου χιλιόμετρα πιο κάτω, υπάρχει μια αφώτιστη ταμπέλα με το όνομα του χωριού. Εκεί στρίβεις δεξιά. Ακριβώς σ’ αυτό το σημείο υπάρχει ένα πτηνοτροφείο, κοινώς κοτοπουλάδικο, δεκαπέντε περίπου στερέματα περιφραγμένα με έναν ψηλό μαντρότοιχο, ορατό από μακριά. Έτσι είναι δύσκολο να προσπεράσεις τη στροφή ακόμα κι αν δεν δεις την αφώτιστη ταμπέλα. Στο κοτοπουλάδικο εκτρέφουν βιολογικά[3] κοτόπουλα. Τα βιολογικά κοτόπουλα είναι πιο δημοφιλή από τα κοινά κοτόπουλα και στο Σούπερ Μάρκετ τα ξεχωρίζεις εύκολα από την ακριβότερη τιμή και κυρίως απ’ την πράσινη ταμπελίτσα που αναγράφει «οικολογικό». Ζωντανά, διαφέρουν από τα κοινά κυρίως χάριν των ευνοϊκότερων συνθηκών διαβίωσης που απολαμβάνουν. Τα κοινά κοτόπουλα τρώνε πάντα στην ίδια τραπεζαρία, ενώ τα ελευθέρας βοσκής επιλέγουν το εστιατόριο της αρεσκείας τους. Κακαρίζουν όμως εξίσου ανατριχιαστικά και μυρίζουν το ίδιο βρωμερά. Μια μυρουδιά πηχτή σαν ατμός που κολλάει στο δέρμα σου αν σταθείς περισσότερο από δέκα λεφτά εκεί κοντά.

Πίσω από αυτόν το μαντρότοιχο είχε την πονηριά να παραφυλάει ο Παντελής ο τροχονόμος, με το περιπολικό του. Έτσι όταν ο Γιάννης πήγε να πάρει τη στροφή φρέναρε καθώς είδε τον Παντελή φάντη μπαστούνι μπροστά του. Στεκόταν στη μέση του δρόμου, λουσμένος από το φως της μεγάλης διαφημιστικής ταμπέλας από νέον που ήταν ανηρτημένη ψηλά στο μαντρότοιχο, «BIOCHICKENS», που έβαφε το δέρμα του με μια απόχρωση πράσινη και τον έκανε να φαίνεται σαν τον Χαλκ. Είχε τα πόδια του ανοιχτά σαν καουμπόι, το αριστερό χέρι με τη σφυρίχτρα υψωμένο ενώ με το δεξί κρατούσε το μπλοκάκι του σαν περίστροφο. Ψηλός, ξερακιανός, με γαμψή μύτη και με ύφος ξινισμένου μάγκα, τύπου Τσακ Νόρις. Πλησίασε αργά στο αριστερό παράθυρο και με μπάσα φωνή του ζήτησε άδεια, δίπλωμα και να χαμηλώσει το ραδιόφωνο. Ο Γιάννης υπάκουσε. Ο Παντελής πήγε στο περιπολικό κι άρχισε να λέει κάτι δικά του στη συσκευή σι-μπί. Πέντε λεπτά αργότερα γύρισε και διέταξε το Γιάννη να βγει από το αυτοκίνητο. Ήταν σίγουρος ότι τον τσάκωσε μεθυσμένο αλλά δυστυχώς η μοναδική συσκευή αλκοτέστ που είχαν στο τμήμα είχε χαλάσει και την καινούργια δεν την είχαν ακόμα παραλάβει. Έτσι τον έβαλε να κάνει διάφορες ασκήσεις, που προς μεγάλη του απογοήτευση ο Γιάννης τις εκτελούσε μ’ επιτυχία. Τα αυτοκίνητα που έτυχε να περνούν έκοβαν ταχύτητα για να χαζέψουν. Δεν πίστευαν στα μάτια τους. Κάποιος μάλιστα ρώτησε ένα συνεπιβάτη του αν ο τύπος που κάνει τ’ ακροβατικά έχει κάποια συγγένεια με τον Μελισσανίδη. Ο Γιάννης κάθε φορά που τέλειωνε μια δοκιμασία ρωτούσε προκλητικά τον Παντελή στα αγγλικά «what next». Απογοητευμένος ο Παντελής, τον άφησε να φύγει μισή ώρα αργότερα. Έξαλλος έβλεπε τη σκόνη του αυτοκινήτου καθώς αυτό απομακρυνόταν με το ραδιόφωνο στη διαπασών κατευθυνόμενο προς το χωριό, να τον σαρκάζει. Ξαφνικά σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να τον συλλάβει για διατάραξη κοινής ησυχίας αλλά αυτό ήταν δυνατόν να επιτευχθεί μόνο αν τον σταματούσε στο χωριό. Στο κοτοπουλαδικο δεν υπήρχαν κατοικίες και τα κοτόπουλα που ήταν ξύπνια έκαναν έτσι κι αλλιώς περισσότερη βαβούρα.

Την επομένη στο σχολείο, σ’ ένα διάλλειμα, ο Γιάννης διηγήθηκε το περιστατικό με τον Παντελή, σε μια άλλη δασκάλα, την Χαρίκλεια, που ήταν υπεύθυνη να προσέχει τα παιδιά κατά την διαδικασία του γυρίσματος. Η Χαρίκλεια ήταν μια στρουμπουλή χαρούμενη γυναίκα από τον Πόντο, κι αν έκανες παρέα μαζί της δεν χρειαζόταν να διαβάζεις εφημερίδα. Μάθαινες όλα τα τοπικά νέα σε ρίαλ-τάιμ και με σχολιασμό. Έτσι έμαθε ο Γιάννης ότι ο Παντελής είναι ο πρώην σύζυγος της Μαρίας κι αυτή για να τον τσαντίσει κοιμόταν με διαφόρους γνωστούς του ενώ αυτός ήταν ακόμα τσιμπημένος μαζί της. Το τελευταίο σχόλιο ο Γιάννης το θεώρησε εκ του πονηρού, γιατί η Χαρίκλεια ήταν πενηντάρα και προφανώς ζήλευε τη νεότητα της Μαρίας, αλλά για τ’ άλλα; Ήξερε βέβαια ότι η Μαρία είναι χωρισμένη αλλά δεν ήξερε ότι ο χωρισμός εμπεριείχε διαζύγιο και μάλιστα με τον πιο άξεστο τροχονόμο του κόσμου. Όταν το βράδυ βρέθηκε πάλι με την Μαρία αυτή απάντησε λακωνικά στις ερωτήσεις του, «Όλα στην ώρα τους».

Στο μεταξύ, ο Παντελής και οι συνάδελφοί του, ξεκίνησαν σταυροφορία κατά του Γιάννη. Το υπερόπλο τους, η καινούργια ηλεκτρονική συσκευή του αλκοτέστ, ήταν επιτέλους στη διάθεση τους. Στους καταιγιστικούς αυτούς ελέγχους τις επόμενες μέρες, ο Γιάννης φύσηξε τόσες πολλές φορές στη συσκευή που παραλίγο να γίνει ο λευκός Σάτσμο.[4] Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν ο φουκαράς να μην μπορεί να πιει αλκοόλ κατά τις μπάι-νάιτ τουριστικές περιηγήσεις τους σε όλα τα μπαρ και τις καφετέριες της κωμόπολης. Αντίθετα, η Μαρία τα ψιλοκοπανούσε ενώ αυτός την έβγαζε με χυμούς πορτοκαλιού και κοκτέιλ φρούτων όπου καμιά φορά από συμπόνια οι μπαργούμαν του έριχναν και μερικές σταγόνες αλκοόλ έτσι για τη μυρουδιά, για το γαμώτο. Η υπομονή που προσπαθούσε να επιδείξει έδειχνε να εξαντλείται. Ένιωθε τη θιγμένη αξιοπρέπεια του ν’ ανεβαίνει ανεξέλεγκτα στην επιφάνεια σαν τις φουσκάλες σ’ ένα τσουκάλι με υγρό που βράζει, να αγγίζει σχεδόν τα όρια της οργής. Άρχισε να αναγνωρίζει στη μοχθηρία του Παντελή και των συναδέλφων του, τον κακό πράσινο δράκο με τα πολλά κεφάλια που έπρεπε να νικήσει. Παρά το νεαρό της ηλικίας του, μπορούσε να εκτιμήσει κάπως το ανθρώπινο είδος, τα κίνητρα, τις επιθυμίες, τις αδυναμίες του. Έτσι τιθάσευσε την ταραχή του, την σύγχυση του, και κράτησε το μόνο όπλο που θα τον οδηγούσε στη νίκη, την ψυχραιμία του. Για να μην εκραγεί διοχέτευε την αγανάκτηση του στον ανολοκλήρωτο σαρκικά, ακόμα, έρωτά του και στην απασχόλησή του στο σχολείο μια και το φιλμάκι θα έπρεπε να είναι έτοιμο μέχρι το Σάββατο. Ο Σοφοκλής, ο δάσκαλος, χωρίς να ρωτήσει κανέναν, προγραμμάτισε προβολή της το βράδυ της Κυριακής στην αίθουσα εκδηλώσεων του πολιτιστικού συλλόγου της περιφέρειας.

Το Σάββατο, για την ακρίβεια το πρωί της Κυριακής, ο Γιάννης, την ώρα που αποχαιρετιζόταν με τη Μαρία με το κλασσικό πια φιλί στο στόμα, διαπίστωσε ότι το πίσω φλας του αυτοκινήτου του ήταν σπασμένο. Δεν μπορούσε να καταλάβει πώς έσπασε αλλά δεν μπορούσε να γυρίσει έτσι στο χωριό γιατί σίγουρα κάποιος από το τσούρμο της τροχαίας θα του έδινε κλήση. Αποφάσισε να πάρει ταξί αλλά η Μαρία προσφέρθηκε να οδηγήσει αυτή το αυτοκίνητο του. Γνώριζαν πολύ καλά κι οι δυο ότι σε λίγο θα έρχονταν σε κόντρα με τον πρώην.

Ο Παντελής την είχε στημένη όπως πάντα στο κοτοπουλάδικο. Έτσι που κουνούσε τον τεράστιο φακό του έμοιαζε με ξεχασμένο φάρο χτισμένο σε αρχαία εποχή όταν ακόμη εκεί υπήρχε θάλασσα. Καθώς πλησίασαν έριξε το φως του πάνω τους κι έκπληκτος διαπίστωσε ότι οδηγούσε η Μαρία. Αυτή και ο Γιάννης άνοιξαν τις πόρτες και βρήκαν έξω χωρίς όμως να απομακρυνθούν. Ο Παντελής κράτησε για λίγο τη δέσμη πάνω στη Μαρία και μετά έσβησε το φακό. Ασχολήθηκε λίγο με τον κόμπο της γραβάτας του, σαν να τον ενοχλούσε. Μετά την έπεσε άγρια στη Μαρία.

- Έχεις δει πως είσαι;

- Μια χαρά είμαι… εσύ έχεις δει πως είσαι;

- Είσαι ημίγυμνη ρε το ξέρεις;

- Θα φορούσα μια ζακέτα, αλλά κάνει ζέστη…

- Και πιωμένη. Σα δεν ντρέπεσαι.

- Περνάω καλά. Γιατί να ντραπώ;

Ο Γιάννης παρακολουθούσε αμίλητος ενώ η αψιμαχία συνεχιζόταν σε τόνους που έπαιρναν την ανιούσα.

- Για φύσα εδώ, συνέχισε ο Παντελής προτείνοντας την συσκευή αλκοτέστ στη Μαρία.

- Όχι ρε, δε φυσάω εσύ να φυσήξεις που δεν ξέρεις τι σου γίνεται!

- Τι εννοείς; Είσαι υποχρεωμένη!

-Τι να φυσήξω ρε βλάκα. Στο λέω. Όλο το βράδυ πίναμε, πίναμε μ’ ακούς; απάντησε προκλητικά η Μαρία.

Ο Παντελής τα ’χασε. Είχε ομολογία, αλλά δεν μπορούσε να έχει αποδείξεις.

- Τότε να φυσήξει αυτός, φώναξε με τη σειρά του.

- Αυτός έχει όνομα. Τον λένε Γιάννη και δεν οδηγούσε αυτός, αλλά εγώ.

- Ναι αλλά το αυτοκίνητο είναι δικό του.

- Ωραία τότε. Γιατί δεν ζητάς από τ’ αυτοκίνητο να φυσήξει σμαρτ γκάι.

Ο Παντελής κόλλησε πάλι. Αυτή τη φορά τα ‘βαλλε με τη ζώνη του. Η Μαρία όμως δεν τον άφησε να πάρει ανάσα. Η Μπουμπουλίνα έδωσε το σύνθημα και το σκάφος με τα εκρηκτικά εμβόλισε την Τουρκική φρεγάτα. Η καταστροφική πυρκαγιά εξαπλώθηκε σε όλο τον τουρκικό πλοίο σκοτώνοντας 600 ναύτες. Απ’ τις φωνές τους μέχρι και τα κοτόπουλα έβγαλαν το σκασμό.

-Ωραία, δώσε να φυσήσω, γιατί όπως πάμε θα ξημερώσουμε. Να δούμε τι θα κανείς όταν η βελόνα χτυπήσει κόκκινο.

- Δηλαδή, ψέλλισε ξαφνιασμένος, ο Παντελής.

-Ναι ρε βλάκα. Τι θα κάνεις; Θα με κουβαλήσεις στο κρατητήριο; Όλοι ξέρουν πόσο καψούρης είσαι. Ποιος πάει τη πρώην γυναίκα του μέσα ρε μαλάκα. Θα γίνεις ρεζίλι. Αύριο θα γελάνε και τα κατσίκια, όχι μόνο τα όρνια οι φίλοι σου. Καλύτερα να με πυροβολήσεις.

Ο Παντελής την κοιτούσε προσπαθώντας εναγωνίως να βρει κάτι να πει. Πάντα τον μπέρδευε αυτή η γυναίκα. Ακόμα κι όταν νόμιζε ότι είχε το πάνω χέρι. Τελικά τον παρέσυρε η ζήλεια του.

-Κι εσύ σα να μην σου έφτανε μια ολόκληρη επαρχία μας κουβάλησες εδώ και τον πρωτευουσιάνο που να πάρει.

-Σε νοιάζει ρε; Σε νοιάζει; Δεν χωρίσαμε; Χωρίσαμε. Είμαι ελεύθερη να κάνω ότι θέλω. Σε σένα θα δώσω λογαριασμό; Θεέ μου τι κόπανος!

- Εσύ με χώρισες.

-Εγώ ρε. Γιατί δεν ήξερα όταν σε πήρα ότι πηδάς το περιπολικό σου, ούτε ότι θα χώνεσαι το βράδυ στο κρεβάτι μας και θα μυρίζεις σαν παλιοκαιρισμένο κοτόπουλο. Τι μυρουδιά κι αυτή Θεέ μου. Πώς μπορείς να περνάς τη μέρα σου εδώ σ’ αυτή τη βρώμας; Νόμιζα, τέτοιο βούρλο είμαι, ότι σου πούλησαν χαλασμένη κολόνια στα Χόντος.

Η Μαρία ήταν εκτός εαυτού. Γύρισε και έκανε εμετό στο ρείθρο του δρόμου. Ο Παντελής επιχείρησε να πλησιάσει αλλά τον πρόλαβε ο Γιάννης. Έπιασε τη Μαρία από τους ώμους και τη βοήθησε να κάτσει μέσα στο αυτοκίνητο.

- Καλυτέρα να οδηγήσεις εσύ, είπε στο Γιάννη νικημένος ο Παντελής.

Ήταν σαν να συρρικνώθηκε ξαφνικά. Η στολή του έδειχνε πολύ φαρδιά επάνω του. Όταν ο Γιάννης, σιωπηλός, έβαλε μπρος το αυτοκίνητο για το χωριό, ο Παντελής είδε και το σπασμένο πίσω φλας. Δεν του περίσσευε όμως άλλη μαγκιά. Τους άφησε να φύγουν και γύρισε στο περιπολικό του. Κάθισε στη θέση του οδηγού και έβγαλε από το πορτοφόλι του τη φωτογραφία της.

«Είναι πολύ ωραία η καριόλα. Πώς τολμάει να είναι τόσο ωραία αυτή την εποχή», μονολόγησε με πικρή νοσταλγία. Υστέρα έβαλε μπρος, γραμμή για το τμήμα. Το φως της νύχτας χρωμάτιζε την επιδερμίδα του μ’ ένα πράσινο φως και τον έκανε να φαίνεται σαν τον Κέρμιτ. Ως δια μαγείας οι έλεγχοι στον Γιάννη τις επόμενες μέρες πήραν τέλος.

Την Κυριακή η πλατεία του χωριού ήταν κατάμεστη από κόσμο. Μετά την πρωινή λειτουργία όλοι έσπευσαν να πιάσουν θέση σαν να επρόκειτο ν’ ακολουθήσει κάποια θεατρική παράσταση. Τελευταίοι πήραν θέση ο παπά Ευλόγιος κι ο κυρ – Αλέξανδρος, ο κοινοτάρχης, στο θρόνο του, κάτω απ’ τον πλάτανο. Το γεγονότα της προηγούμενης νύχτας δεν πέρασαν απαρατήρητα. Ούτε ο βραδινός καυγάς που τον απόλαυσαν σχεδόν σαν να άκουγαν ραδιόφωνο, ούτε το ότι η Μαρία κοιμήθηκε στο πατρικό του Γιάννη κι ας έφυγε χαράματα για να μην την πάρει δήθεν κάνα ξένο μάτι. Το κήρυγμα της Κυριακής των Βαΐων περί επερχόμενου κακού, ζωντάνεψε σαν τον Λάζαρο στη μνήμη τους, ερέθισε τη φαντασία τους και διέγειρε πάλι τη διεστραμμένη περιέργεια τους. Βέβαια ο μεγάλος πρωταγωνιστής δεν βιάστηκε να κάνει την είσοδο του. Εμφανίστηκε αργά το μεσημέρι, όταν οι περισσότεροι απολάμβαναν τον καφέ και το επιδόρπιο, που ήταν χειροποίητος χαλβάς ειδικά φτιαγμένος για την περίσταση, από τη γυναίκα του Αντωνάκη. Προσφορά του καταστήματος διατυμπάνιζε ο τσιγκούνης πανδοχέας. Μεταξύ μας, ο χαλβάς, ήθελε λίγο λάδι παραπάνω.

- Καλημέρα κυρ πρόεδρε, χαιρέτησε τον κυρ Αλέξανδρο με συστολή ο Γιάννης

-Καλησπέρα καλύτερα, είναι περασμένες δύο, τον διόρθωσε ο κοινοτάρχης. Εσύ πρέπει να είσαι ο υιός του στρατηγού ε; Σε ξέρω από τόσο δα.

Ο Γιάννης στεκόταν όρθιος χωρίς να μιλάει

-Έχεις καιρό να φανείς απ’ το χωριό. Απ’ το θάνατο του παππού σου. Για κάτσε λίγο εδώ να γνωριστούμε καλύτερα.

Ο Γιάννης τράβηξε την καρέκλα που του υπέδειξε κι έκατσε. Ο Σοφοκλής άρχισε να καθαρίζει το τραπέζι του κοινοτάρχη με το πάσο του και μετά σέρβιρε χαλβά και μια μικρή καράφα άσπρο κρασί με δυο ποτήρια. Ο κυρ Αλέξανδρος τον περίμενε υπομονετικά να ολοκληρώσει και μόλις ο Σοφοκλής πήρε πόδι, συνέχισε.

-Μεγάλωσες. Είσαι κι ωραίο αγόρι. Μήπως προτιμάς καλύτερα καφεδάκι; Αργήσαμε να ξυπνήσουμε σήμερα ε;

-Έκανα μοντάζ στο φιλμάκι του σχολείου γιατί θα το προβάλουμε το βράδυ, δικαιολογήθηκε ο Γιάννης.

-Το ξέρω, το ξέρω. Τι είπαμε ότι σπούδασες; Φελλίνι η Αγγελόπουλος; Αστειεύομαι!

-Σινεμά. Στη Θεσσαλονίκη. Στο Αριστοτέλειο. Στη Σχολή Καλών Τεχνών, απάντησε με κοφτές φράσεις ο Γιάννης.

Ενώ μιλούσε, ο κοινοτάρχης σέρβιρε το κρασί στα δυο ποτήρια κι έσπρωξε λίγο το πιάτο με το χαλβά προς την πλευρά του Γιάννη. Μιλούσε αργά σαν να είχε όλη τη μέρα μπροστά του.

-Σίγουρα θα έμαθες πολλά αλλά, είναι γνωστό, ότι η ακαδημαϊκή μόρφωση δεν εγγυάται την παραμικρή επιτυχία σ’ αυτό που αποκαλούμε αληθινό κόσμο και μην το πάρεις προσωπικά.

- Όχι, δηλαδή καταλαβαίνω.

-Και δε μου λες, ποιες ιστορίες σου αρέσουν περισσότερο; Το σινεμά δεν είναι η τέχνη του να λέμε ιστορίες η κάνω λάθος;

Ο Γιάννης κόμπιασε κάπως.

- Υποθέτω οι αστυνομικές. Αυτές που έχουν μυστήριο.

-Εμένα μ’ αρέσουν οι ερωτικές, οι συναισθηματικές δηλαδή. Ξέρεις γιατί; Οι αστυνομικές αρχίζουν μ’ ένα ωραίο μπλέξιμο και στο τέλος όλα ταχτοποιούνται, ενώ οι ερωτικές ξεκινάν γλυκά, με τρυφερές υποσχέσεις και όνειρα για το μέλλον, και τελειώνουν μ’ ένα μεγάλο μπάχαλο.

- Α, ναι;

- Θα ξέρεις φυσικά για το Ρωμαίο και την Ιουλιετα.

- Ναι αν εννοείτε το θεατρικό του Σαίξπηρ.

-Αυτό εννοώ, αν και απ’ ότι λένε άλλος έγραφε τις ιστορίες. Ο Σαίξπηρ ήταν απλά η βιτρίνα.

Αν ήταν δυνατόν όλοι όσοι ήταν στην πλατεία να κάτσουν στο τραπέζι του κυρ -Αλέξανδρου θα το έκαναν. Έσκαγαν από περιέργεια να μάθουν τι κουβεντιάζει με το Γιάννη, αλλά δεν ήταν εύκολο ν’ ακούσουν. Ο κοινοτάρχης όμως μίλαγε με μια φωνή που η ένταση των ντεσιμπέλ δεν ξεπερνούσε το μπόι του.

-Λοιπόν νεαρέ μου, άλλο είναι να λες ιστορίες κι άλλο να μπλέκεις σε ιστορίες. Θα σου διηγηθώ, λοιπόν, μια ιστορία, που έχει οικογενειακό ενδιαφέρον. Με προσέχεις; Ξέρεις που ήταν ο παππούς σου πριν έρθει εδώ;

- Πού;

-Δοκίμασε το χαλβά, για σένα είναι εγώ δεν τρώγω γλυκά, έχω ζάχαρο. Ο παππούς σου, που λες, ήταν στην αρχιεπισκοπή, στην πόλη, πάνε σαράντα χρόνια από τότε πάνω κάτω. Μαζί με τον παππού σου, λοιπόν, ήταν κι ένας άλλος ιερέας, ο παπά Λάμπρος. Και οι δυο, λόγω της φυσικής ομορφιάς και της ιστορίας που έχει το χωριό μας διεκδικούσαν αυτή την ενορία. Τελικά, δεν ξέρω πώς τα κατάφερε, έστειλαν εδώ το παπά Συμεών, τον παππού σου. Ο άλλος παπάς, ξέρεις ποιος ήταν ο άλλος; Ο παππούς της Μαρίας. Ότι κι αν έγινε, δεν το πήρε καθόλου καλά. Από τότε η οικογένεια του, σας έχουν μεγάλο γινάτι. Αυτός είναι κι ο λόγος που ο παππούς σου έστειλε στη στρατιωτική ακαδημία τον πατέρα σου. Για να φύγει από δω και να εκτονωθεί το άχτι. Κατάλαβες τώρα νεαρέ μου;

Ο Γιάννης όλη αυτή την ώρα δεν άγγιξε τίποτα στο τραπέζι παρά άκουγε τον κυρ Αλέξανδρο σιωπηλός. Ακόμα κάτι που δεν του είπε η Μαρία. Ότι κι ο παππούς της ήταν παπάς όπως κι ο δικός του. Τελικά όμως δεν το ‘βρισκε και πολύ τραγικό. Τι τον ένοιαζαν όλα αυτά; Απορούσε γιατί τον έπρηζε ο κοινοτάρχης με ιστορίες που έγιναν πριν χίλια χρόνια.

- Για να πω την αλήθεια όχι, απάντησε με συγκρατημένο θράσος ο Γιάννης.

Ο κυρ Αλέξανδρος χαμογέλασε, έριξε μια ματιά γύρω στους περίεργους δημότες του, μερικοί εκ των οποίων κόντευαν να πέσουν απ’ τις καρέκλες τους έτσι που τεντώνονταν να κρυφακούσουν. Ο μόνος που δεν έδινε καμιά απολύτως σημασία ήταν ο πάπα Ευλόγιος κι ας του έριχναν πονηρές ματιές γεμάτες σημασία οι συγχωριανοί του. Είχε απλώσει το ένα πόδι του πάνω σε μια καρέκλα κι απολάμβανε τη ρακί του και τον ανοιξιάτικο ήλιο με μια αμαρτωλή λαιμαργία. Ο κοινοτάρχης πρόσθεσε τρυφερά.

- Σωστά, πολύ σωστά, η ιστορία όχι ότι δεν έχει κάτι να μας διδάξει, αλλά εμείς πρέπει να κάνουμε τα δικά μας λάθη, έτσι μόνο μαθαίνουμε. Πρέπει να ξέρεις αγόρι μου, ότι είμαστε το μοναδικό είδος στον πλανήτη που δεν απειλούμαστε από τίποτα άλλο, παρά μόνο από τον εαυτό μας.

Πήρε το ποτήρι του με το κρασί και το πρότεινε στο Γιάννη.

- Άντε στην υγειά μας, στα νιάτα.

Ο Γιάννης τσούγγρισε μαζί του και καθώς έπινε, εμφανίστηκε αθόρυβα ο Μήτσος, που είχε το ακαταλόγιστο.

- Τι κουβεντιάζ’ τι ολ’ την ώρα, κυρ πρόεδρε;

-Ε, λέμε για το Ρωμαίο και την Ιουλιέτα, απάντησε ο κοινοτάρχης ρίχνοντας ένα βλέμμα με νόημα στο Γιάννη που σηκώθηκε να φύγει.

Ο Μήτσος έξυσε προς στιγμή το κεφάλι του, βαθιά κάτω από την πιτυρίδα, όπου στροβιλίζονται συμπαντικές αλήθειες, μέσα σ’ ένα χάος μπερδεμένων πληροφοριών.

- Από πιο χωριό είναι αυτούνοι; ή έτσ’ λες τις προβατίνες σ’;

-Α ρε Μήτσο, απάντησε πρόσχαρα ο κυρ Αλέξανδρος, κάθε φορά μας αφήνεις άναυδους με την ποιητική σου, και κατέβηκε από το θρόνο του.

Έκανε νεύμα στον Γιάννη να τον ακολουθήσει κι απομακρύνθηκαν από την πλατεία περπατώντας αργά. Ήταν μια πολύ παράξενη εικόνα. Ένας νέος σε μέγεθος ενηλίκου κι ένας μεσήλικας σε μέγεθος μικρού παιδιού. Όταν απομακρύνθηκαν λίγο ο κοινοτάρχης κοντοστάθηκε, σήκωσε το κεφάλι του, κοίταξε τον Γιάννη στο πρόσωπο και ξέσπασε.

-Με τη Μαρία βρε; Πανάθεμασε. Και να πει κανείς ότι δεν υπάρχουν ωραία κορίτσια στη περιφέρεια μας.

Εδώ έκανε μια μικρή παύση και συνέχισε στοχαστικά ερμηνεύοντας το απαθές ύφος του Γιάννη.

-Θ’ αναρωτιέσαι πιθανόν γιατί άραγε πρέπει να σε πειράξουν όσα δεν γνωρίζεις. Σωστά δεν τα λέω; Χαχα. Απίστευτα τα γυρίσματα του χρόνου, νεαρέ μου.

Εκεί και χώρισαν. Ο κυρ Αλέξανδρος πήρε το δρόμο για το κοινοτικό γραφείο και ο Γιάννης γύρισε πίσω για το σπίτι του. Τρία λεπτά μετά, διέσχισε μια έρημη πλατεία. Μόνιμο έκθεμα, ο παπά Ευλόγιος. [...[

 

_

γράφει ο Νίκος Γιαννόπουλος

 

 

[1] Το Ι Τσινγκ ( yì jīng) ή Βιβλίο των Αλλαγών είναι ένα από τα κλασικά έργα της κινέζικης φιλοσοφίας που πρωτοεμφανίστηκε πριν από περίπου πέντε χιλιάδες χρόνια ως μία μαντική τέχνη. Στο κέντρο της φιλοσοφίας του Ι Τσινγκ βρίσκεται η έννοια της διαρκούς αλλαγής και η πεποίθηση πως στη ρίζα των πραγμάτων βρίσκεται το Γιν και το Γιάνγκ, οι αντίρροπες και εναλλασσόμενες καταστάσεις που αποτελούν την κινητήρια δύναμη του κόσμου. Ο όρος Ι Τσινγκ μεταφράζεται ως Νόμος της Αλλαγής. Το βιβλίο

αυτό, για να δανειστούμε τη γλώσσα του Ηράκλειτου, ούτε λέγει ούτε κρύπτει, αλλά σημαίνει.

[2] Παράφραση των στίχων του Γιάννη Λογοθέτη, από το τραγούδι του Θέμη Ανδρεάδη: ‘’Είμαι πολύ Ωραίος’’

[3] ‘’Οικολογικό’’ σημαίνει: αλανιάρικο, παραδοσιακό, χωριάτικο. Επίσης, αυτόδιασπώμενο, δεν αφήνει κατάλοιπα, δεν είναι τοξικό, είναι ανακυκλώσιμο, πιστοποιημένο, κινείται με υδρογόνο, έχει χαμηλή κατανάλωση, μηδενικές εκπομπές ρύπων, είναι πράσινο, είναι σύγχρονο, έχει κινητήρα Ε5, κυκλοφορεί στο δακτύλιο.

[4] Ο Λούις Ντάνιελ Άρμστρονγκ, γνωστός και με το προσωνύμιο Satchmo. Αμερικανός μουσικός της τζαζ..

 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Μάχη Τζουγανάκη

Δηλώνω τυπικά αρχισυντάκτρια της σελίδας. Άτυπα όμως και πιο γνήσια, δηλώνω μέλος μιας όμορφης ομάδας πολύ δεμένης που οι «τίτλοι» του καθενός είναι περιττοί. Δηλώνω επίσης συγγραφέας, ποιήτρια, ερασιτέχνης φωτογράφος, μουσικόφιλή, βιβλιόφιλη, θεατρόφιλη, σινεφίλ και ερωτευμένη με οτιδήποτε ξυπνά τη δημιουργικότητά μου. Τελικά όμως έμαθα… πως το να δηλώνει κανείς τι είναι και τι δεν είναι, είναι ένα μεγάλο παραμύθι, όχι από εκείνα που μου αρέσει να διαβάζω, αλλά από εκείνα που σου θέτουν όρια και σε στριμώχνουν σε καλούπια. Μα εγώ τις λέξεις «όρια» και «καλούπια» τις έχω αφαιρέσει από το λεξικό της ψυχής μου...

2 Σχόλια

  1. Μάχη Τζουγανάκη

    Είστε τόσο έξυπνα σαρκαστικός στις περιγραφές χαρακτήρων που το απολαμβάνω κάθε φορά! Η δε πράσινη φωτεινή δέσμη από τα Biochickens πάνω στο δόλιο τον Παντελή απόλαυση….χαχα…

    Επειδή γνωρίζω τη συνέχεια..νιώθω την αγωνία των αναγνωστών και δε λέω τίποτε άλλο!!

    Καλημέρα!

    Απάντηση
  2. Σοφία Ντούπη

    Καλησπέρα κι από μένα κ. Νίκο. Με πολύ αγωνία μας αφήνετε κάθε φορά, παρόλο που μας το ξεπληρώνετε με τις άψογες περιγραφές και την τέλια σκιαγράφηση των χαρακτήρων, της γεμάτης σασπένς ιστορίας σας!…

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!