τοβιβλίο.net

«O τρώσας και ιάσεται»: Ψυχικό τραύμα και ιαματικό ψάρεμα στην ελληνική θαλασσινή λογοτεχνία

19.07.2019

σχόλια

 

«O τρώσας και ιάσεται»: Ψυχικό τραύμα και ιαματικό ψάρεμα στην ελληνική θαλασσινή λογοτεχνία

γράφει ο Κώστας Προμπονάς

Ο Β’ παγκόσμιος Πόλεμος μόλις έχει τελειώσει και ο διπλωμάτης Γιώργος Σεφέρης βρίσκεται σε «υπηρεσιακό διάλειμμα». Ο ποιητής μας νιώθοντας «αφάνταστη ανάγκη εξοχής» αποφασίζει λίγες μέρες διακοπές, οι πρώτες μετά από πολλά χρόνια, στον Πόρο. Έχει δυσκολία να βρει τρόφιμα και λαχταρά την αποδημία μελαγχολώντας για τις δημόσιες αμαρτίες. Στο ημερολόγιό του σημειώνει: «Δεν πολυπιστεύω πια στους πλατιούς ορίζοντες. Μόλις βρεθώ στην εξοχή, οι συνήθειες της παιδικής ηλικίας. Η κουβέντα ενός βαρκάρη, η χειρονομία ενός ψαρά, έχουν ένα κύρος για μένα που δεν ένιωσα πάρα πολύ σπάνια στη συναναστροφή τόσων υπουργών και καθηγητών…» Την ίδια χρονιά, ο Φώτης Κόντογλου, κι αυτός ένας από τους κορυφαίους της γενιάς του ’30, περνούσε  σε μια παραλία του Αγίου Όρους μέρες σχόλης. Με το ψυχοκοινωνικό τραύμα της Κατοχής ανεπούλωτο, ο Μικρασιάτης συγγραφέας που είδε το σπίτι του στην Αθήνα να πουλιέται  σε μαυραγορίτη για λίγα σακιά αλεύρι γράφει: « Kάθησα κάμποσο. Πιο πολύ με τραβούσε ο αρσανάς, δηλαδή το μέρος που βάζουνε τις βάρκες και τα σύνεργα της ψαρικής. Άφησα τα γένεια μου, τα ξέχασα όλα και γίνηκα ψαράς. Έτρωγα, έπινα, δούλευα, κοιμώμουνα μαζί με τους ψαράδες που ήτανε όλο καλόγεροι, οι πιο πολλοί Μπουγαζιανοί, δηλαδή από τα μπουγάζια της Πόλης. Τί ξέγνοιαστη ζωή που πέρασα!»

Από πού προερχόταν η ακαταμάχητη ακτινοβολία των «απλών ψαράδων», πόθεν η σαγηνευτική γοητεία που ασκούσαν στους  διανοουμένους , επίσης στον Σικελιανό αλλά και τον Ζήσιμο Λορεντζάτο, ώστε να περνάνε για αρχέτυπα της νεοελληνικής ταυτότητας;  Ήταν η καλοκαιρινή προνομιούχα συνθήκη που κέλευε στη γενιά του ’30 να κατηφορίσει προς τον κατοικημένο μόνο από ψαράδες γιαλό; Οι εικόνες ψαράδων του Dimitri Παπαδήμου, ταξιδιώτη φωτογράφου που εικονογραφεί ξενόγλωσσους ταξιδιωτικούς οδηγούς, μας κλείνουν πονηρά το μάτι από ένα δήθεν αταξικό κόσμο αμεριμνησίας και κοινωνικής δικαιοσύνης.

Πώς εγγράφεται η εικόνα του ψαρά στη νεοελληνική λογοτεχνία; Ποια ήταν η κοινωνική θέση του  ψαρά στο Αιγαίο του 20ού αιώνα; Ποια η θέση του στην ιεράρχηση των επαγγελμάτων; Πόσο πρώιμη ήταν η ανάπτυξη αντιζηλίας με την αναδυόμενη κατηγορία των ερασιτεχνών αλιέων; Πόσο αποδεχτοί ήσαν αμφότεροι από τους συνανθρώπους τους; Για τη μητέρα του πατέρα μου, μια αυτόχθονα των Κυκλάδων, δεν υπήρχε αμφιβολία: «Αν ήσουν έξυπνος δεν θα γινόσουν τρατάρης!» κατακεραύνωνε τον γείτονα.

Ένα επαναλαμβανόμενο στερεότυπο στην αναπαράσταση του ψαρά στην τέχνη και τη λογοτεχνία, τουλάχιστον μέχρι την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους, ήταν η απεικόνισή του σε μέση ή προχωρημένη ηλικία. Μια σειρά αριστουργηματικών γλυπτών της Ελληνιστικής Περιόδου που απεικονίζουν αλιείς φαίνεται να εκφράζουν, όπως γράφει ο αρχαιολόγος Γιώργος Κουτσουφλάκης, «ένα ιδιόμορφο φαινόμενο ωμού κοινωνικού ρεαλισμού». Οι γέροντες αυτοί ψαράδες, με τα κορμιά φαγωμένα από την κακουχία και τους κυρτούς ώμους από τα βάρη μιας ζωής γεμάτης άχθος, στερήσεις και ανεκπλήρωτους πόθους, αποτελούν τις λιγότερο εξιδανικευμένες μορφές του αρχαίου κόσμου και μας θυμίζουν ότι, παρά την όποια ρομαντική διάθεση με την οποία ενίοτε περιβάλλεται η αλιεία, η δουλειά του αλιέα ήταν ένα σκληρό και ανήλεο επάγγελμα, επιβεβαιώνοντας την άποψη του Αριστοτέλη πως η βαριά χειρωνακτική εργασία παραμορφώνει το σώμα και το πνεύμα.

Ένα βιβλίο που έγινε πρόσφατα bestseller, «η Μεγάλη Θάλασσα», του διάσημου ιστορικού  Ντ. Αμπουλάφια  αντιπροσωπεύει την κυρίαρχη σιωπή των κοινωνικών επιστημών. Ο Αμπουλάφια προλαβαίνει τους επικριτές που αναρωτιούνται πού πήγαν οι ψαράδες σε ένα τόμο εκατοντάδων σελίδων αφιερωμένων στη Mεσόγειο: «-Οι ψαράδες δεν εμφανίζονται πολύ σ’ αυτό το βιβλίο, εν μέρει επειδή τα αποδεικτικά στοιχεία που έχουν αφήσει πίσω τους είναι συχνά πολύ ελάχιστα αλλά και εν μέρει επειδή οι ψαράδες αναζητούν εξ ορισμού αυτό που είναι κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας και είναι λιγότερο πιθανόν να έλθουν σε επαφή με κοινότητες στις απέναντι ακτές. Τα περισσότερα ψάρια περνούν την ώρα τους κάτω από την επιφάνεια και οι ψαράδες τείνουν απλώς να πιάνουν την ψαριά τους και να επιστρέφουν στη βάση τους, δεν έχουν ένα προορισμό στην άλλη πλευρά των νερών όπου θα έλθουν σε επαφή με τον Άλλον. Ειλικρινά όμως, τα δεδομένα σπανίζουν

Η λογοτεχνική σχολή της γενιάς του ’30 ήταν άκαπνη από ψαροσύνη. Την περίοδο όμως που ο Σεφέρης αναζητά στον μόλο που δένουν τα ψαροκάικα του Πόρου λίγα μπαρμπούνια ή καμιά σκορπίνα ξεκινά να δημοσιεύει μια ευάριθμη ομάδα συγγραφέων που ταυτόχρονα ήταν φλογεροί ψαράδες. Τα  χρόνια του Εμφύλιου πολέμου υπάρχει μια ισχυρή ζήτηση από το αναγνωστικό κοινό για εγχειρίδια αλιείας και άρθρα πληροφοριών για τον ελληνικό βυθό Την αποστολική ιδέα για την εξάπλωση της ερασιτεχνικής αλιείας επωμίζονται ο Θ. Μαρσέλλος και ο Θέμος Ποταμιάνος. Κοινός τόπος της μεταπολεμικής αισιόδοξης ιδέας για την εσαεί αφθονία των ιχθυοαποθεμάτων αλλά και για την ιαματική δράση της τροφοσυλλεκτικής δραστηριότητας ήταν οι φωτογραφίες ηγετών των Δυτικών δημοκρατιών αλλά και οι εικόνες καλοθρεμμένων αμερικάνων ψαράδων και ροδοκόκκινων παιδιών που σήκωναν ροφούς-Γολιάθ στα  περιοδικά, όπως η «Εβδομαδιαία εγκυκλοπαιδική επιθεώρηση – Ο Ήλιος

Η ερμηνεία του ιδρυτικού κειμένου που συνιστά «Το ψάρεμα και τα ψάρια» (1948) για την ελληνική αλιευτική βιβλιογραφία αποκαλύπτει ένα κρυμμένο και μάλλον αποσιωπημένο ιστορικό παρελθόν της ψαροσύνης για το οποίο ο τεχνίτης Μαρσέλλος αρμολογεί τις διακυμάνσεις του, τις ανησυχίες του αλλά κυρίως τη συνείδηση του υποφέρειν, την εγκαρτέρηση και τη σταδιακή επούλωση του τραύματος που άφησε η Κατοχή. Ο Μικρασιάτης συγγραφέας απολογείται ζητώντας προφητικά συγνώμη  από όσους υποκριτικά σκανδαλίζονται μπροστά στην εικόνα της αγωνίας ενός πιασμένου ψαριού. Ομολογεί και ο ίδιος «πως δεν είναι ψέμα ότι πολλές φορές του έτυχε από τα παιδικά του χρόνια να σκιαστεί από μεγάλη λύπη ή χαρά που είχε στο ψάρεμα, απ’ τον πόνο που του έδωσε το σπαρτάρισμα ενός ψαριού ή η τελευταία ματιά του θηράματος που σκότωσε. Ο Μαρσέλλος διατρέχει τα  επιχειρήματα περί της παμφάγης ανθρώπινης φύσης με αδιαφορία μπροστά στην ωμότητα της πείνας που γνώρισε πριν ελάχιστα χρόνια: «Δεν θα εξετάσουμε τι λέγει η επιστήμη αλλά θα εξετάσουμε τη ζωή στα τελευταία τραγικά χρόνια, το τι υποφέραμε το ’41 για το ζωικό λεύκωμα, όσοι από μας είχαν την “ευτυχία” να ζήσουν τότε στην Ελλάδα. Πόσοι ήσαν εκείνοι που δεν έφαγαν γαϊδούρι, μουλάρι, χελώνα, βάτραχο, για να μην πω γάτες και σκύλους. Και ποια ήταν η αδυσώπητη εκείνη ανάγκη που τους έσπρωξε σ’ αυτό;» Για τον Μαρσέλλο, «το ερασιτεχνικό ψάρεμα δεν βρίσκεται εκεί που θα έπρεπε να είναι, εξαιτίας του δυναμίτη. Είναι κοινό το μυστικό ότι έχουμε το ρεκόρ δυναμίτη στη Μεσόγειο. Χωρίς κόπο και χασομέρια, μπορούμε να γεμίσουμε τ’ αμπάρι της βάρκας μας με ψάρια κάνοντας πλούσια τη δουλειά μας μ’ ένα φυσέκι. Μόνο όταν μερέψει η θάλασσα και αντί για φωτιά και εξολοθρεμό θα βρίσκουν ησυχία τα ψάρια τότε κι ο κόσμος θα δοκιμάσει τις συγκινήσεις που χαρίζει το ψάρεμα». Ο ίδιος ο συγγραφέας ψάρευε συνήθως ανοιχτά από τις ακτές με καθετή λιθρίνια αλλά ακόμα και σε αυτή την περίπτωση ο δυναμίτης ήταν μόνιμη πηγή απογοήτευσης. Ομολογεί την απογοήτευσή του όταν εγκληματικά χέρια διέλυσαν με μια τεράστια ποσότητα δυναμίτη ένα ναυαγισμένο καράβι ανοιχτά από τον Κάλαμο του Ευβοϊκού και έκτοτε σκόρπισαν τα φαγκρόπουλα αυτού του τόπου που ψάρευε.

Ο άνθρωπος που έβαλε πρώτος στην ατζέντα της συζήτησης το πώς να χειριζόμαστε τις διηρημένες μνήμες των ψαράδων, που τόνισε τη σημασία όχι τί να θυμόμαστε (τεχνικές και ψαρότοποι)αλλά πώς να θυμόμαστε τους ψαράδες, το έκανε για να επεξεργαστεί τις αναμνήσεις ώστε να προλάβει τον μετασχηματισμό της μνήμης σε μια ανεξέλεγκτη συναισθηματική δύναμη που αναζητεί εκδίκηση αντί επούλωση της τραυματικής μνήμης. Ο αείμνηστος Τάσος Ζάππας, το 1972, στο περιοδικό «Αλιεία» θυμάται το τραυματικό περιστατικό που απέμεινε ζωηρό στην ευαίσθητη παιδική του μνήμη με σκοπό να δείξει τα προπολεμικά ψαράδικα ήθη που εφάρμοζαν μερικοί ευέξαπτοι και με υπερτροφικό εγώ ψαράδες:

«-Ένα βράδυ ο πατέρας με πήρε και μένα μαζί του και πήγαμε στη σπηλιά, εκειδά στον κάβο-Τόλια του Νιμποριού. Βάλαμε το απλάδι μας και γυρίσαμε σπίτι. Σε λίγο έφτασε οργισμένος στο ίδιο καρτέρι ένας γείτονάς μας και έριξε μπροστά από το δίχτυ μας, το δικό του δίχτυ. Σαν πήγαμε το πρωί να το σηκώσουμε, ήρθε τρεχάτος, με σύντροφο το γαμπρό του να μας εμβολίσει για να βάλουμε μυαλό! Καταφέραμε να ξεφύγουμε ωστόσο. Επιχείρησε ή μας φοβέρισε τότε να μας ρίξει δυναμίτη. Δεν συγκρατώ αν  έριξε ή στάθηκε μόνο στη φοβέρα. Θυμάμαι μονάχα πως η πράξη τούτη έφτασε στα δικαστήρια της Χαλκίδας, όπου ήμουν και μάρτυρας. Ένα μικρό φοβισμένο παιδί, έξι-εφτά χρονών»  Δύο χρόνια μετά ο Τάσος Ζάππας χάνει τον πατέρα του σε ανεξιχνίαστο ατύχημα την ώρα που ψάρευε και δεκατριών χρονών η μοίρα τον είχε κιόλας βάλει παράωρα καπετάνιο στη βάρκα τους, με μοναδικό σύντροφο τον εντεκάχρονο αδελφό του. «Με τη μικρή μας φελούκα είχαμε πάρει απάνου μας το βαρύ χρέος ν’ αναπληρώσουμε τον πατέρα και να θρέψουμε τα μικρά μας αδέρφια. Την ψαροσύνη δε την τράβαγε η καρδιά μου. Για αλλού έβαζε πλώρη ο νους μου κι ας ονειρευόμουν μέρα-νύχτα τη θάλασσα. Όμως δε γινόταν αλλιώτικα…»

Ο κόσμος των ψαράδων του Θ. Μαρσέλλου κατακλύζεται από γενοκτονικές πρακτικές για ψάρια και ψαράδες, από πρακτικές που εκ των υστέρων θα αναγνωρίζαμε σήμερα ως τοξικές. Ενώ προπολεμικά η συρτή βυθού ήταν απ’ τις πιο δημοφιλείς τεχνικές, ο συγγραφέας αναγνωρίζει ότι έως το 1948 είχε απαξιωθεί πλήρως, «έχασε το ενδιαφέρον του αυτό το ψάρεμα γιατί ξεκληρίστηκαν οι συναγρίδες αφότου  άρχισαν να δουλεύουν συστηματικά οι τσέτες / λεντιστάδες». Είτε πρόκειται για την χρόνια δηλητηρίαση από υδράργυρο που προκαλούσε νευρολογικά προβλήματα και μυϊκή ατονία στους Μικρασιάτες ψαράδες του Σαρωνικού  οι οποίοι για να αποκτήσει η ζόκα εκτυφλωτική γυαλάδα την σάλιωναν μετά την επάλειψη του φονικού υδραργύρου είτε πρόκειται για τους τσέτες που φαρμάκωναν τα θαλάμια με φλόμο η ψαροσύνη που γεννά η Κατοχή είναι τραυματογενής.

Οι τραυματικές μνήμες στη συλλογική μνήμη των ψαράδων θα μετασχηματιστούν σε ευφορία προς το τέλος του βιβλίου καθώς η μηχανή της προόδου βρισκόταν σε λειτουργία και μεγάλα προτάγματα περιβλήθηκαν με πολλές προσδοκίες. Ένα από αυτά ήταν το υποβρύχιο κυνήγι που  περιγράφει  ο Μαρσέλλος, γοητευμένος από το θέαμα μιας καλλίγραμμης κυρίας που σκότωνε αρκετά μεγάλα ψάρια, παρέα με τους διπλωματικούς υπάλληλους Ευρωπαϊκής πρεσβείας στα παράλια της Αττικής.

«Το ψάρεμα αυτό είναι το ψάρεμα του μέλλοντος» δηλώνει εντυπωσιασμένος.

Ο Κερκυραίος Ιάσων Δεπούντης ήταν ο πρώτος λογοτέχνης που περιέγραψε το 1963 στο βιβλίο του «Βυθός»   την θεραπευτική δύναμη που έχει η υποβρύχια τροφοσυλλεκτική δραστηριότητα, και προτρέπει «για μια καινούργια πίστη στη μεγάλη δύναμή της, μια νέα φυσιολατρία στους βυθούς».

Όσοι θεωρούν τους ερασιτέχνες μεσογειακούς ψαράδες ως μαχητές ενός απολίτικου στρατοπέδου, αφιερωμένους στην απόλαυση του νερού και τον ηδονισμό θα κοκκίνιζαν από ντροπή αν μάθαιναν ότι ο κορυφαίος Κερκυραίος θαλασσινός συγγραφέας αποτάχτηκε ως αντιστασιακός απ’ τη Χούντα των Συνταγματαρχών. Αλλά και ο Θέμος Ποταμιάνος, αξιωματικός του Ναυτικού αποτάχτηκε ως Δημοκρατικός απ’ τη δικτατορία Μεταξά το 1937 και ο συγγραφέας των «Ψαράδων» και του «Αλιευτικού Χρονικού του Νότιου Ευβοϊκού» Τάσος Ζάππας ήταν στην Εθνική Αντίσταση επί Κατοχής, παίζοντας τη ζωή του κορόνα-γράμματα και «επιβραβεύθηκε» για αυτό  με απόλυση απ’ τον Οργανισμό Σιδηροδρόμων «ως συνοδοιπόρος με τους Κομμουνιστάς».

Από το 1972 που εκδόθηκαν οι «Ψαράδες», το βιβλίο που ο διακεκριμένος ταξιδιωτικός συγγραφέας ξεχώριζε ως το αγαπημένο του, έχει κυλίσει νερό στ’ αυλάκι. Μια ντουζίνα περιοδικά του ειδικού τύπου που τα περισσότερα έχουν κλείσει τον κύκλο τους και αυτοεκδόσεις αλιευτικών αναμνήσεων ων ουκ έστι αριθμός. Ταυτόχρονα μεταφράστηκαν αξιοπρεπώς στην Ελλάδα επιτεύγματα της παγκόσμιας αλιευτικής λογοτεχνίας όπως τα βιβλία «ΜόμπιΝτικ», «Ο Γέρος και η Θάλασσα», «Το ψάρεμα της πέστροφας στην Αμερική». Άλλα, εξίσου εξαιρετικά, όπως το Secret Seas και το Last of the blue water hunters του Carlos Eyles περιμένουν τον τολμηρό εκδοτικό οίκο και τον γενναίο μεταφραστή.

Το 2018 αποφασίζει να βουτήξει στο μέγα πέλαγος της θαλασσινής λογοτεχνίας ο Στυλιανός Σκαρλάτος με το πρώτο του βιβλίο «Τα όπλα του ψαροκυνηγού και το χωρίο των οπαδών του Ηράκλειτου.» Ο συγγραφέας, μηχανικός με διδακτορικό στα Μαθηματικά,  κολυμπά και ψαρεύει στα «ρεματικά» νερά της σύγχρονης Σαμοθράκης βαστώντας  μια μεγάλη σκανταλόπετρα, την μαρμαρένια βαριά πέτρα των γυμνών δυτών του μακρινού παρελθόντος: την αρχαία ελληνική φιλοσοφία. Βαστάει κι άλλη μια: Την προϋπάρχουσα αλιευτική νεοελληνική  λογοτεχνία με την οποία αναμετριέται και η οποία παραμένει στην αφάνεια, τουλάχιστον από τους νεώτερους αναγνώστες. Ας θυμηθούμε τους προπάτορες, τον Eμ. Λυκούδη, τον Καρκαβίτσα, τον Παπαδιαμάντη. Αλλά και τον Πέτρο Πικρό μαζί με τον Γιάννη Μαγκλή αν οι σφουγγαράδες είναι κι αυτοί ψαράδες. Τούτες τις πέτρες τις εσήκωσε ο συγγραφέας όσο βάσταξε, όπως θα έλεγε ο ποιητής του Στράτη θαλασσινού . Στη νουβέλα,  το χθόνιο νησί και οι θάλασσες που έπεφτε παλικάρι ο Σκαρλάτος περιγράφονται σαν τόποι αυτοεκπλήρωσης. Δεν είναι ο εξωιστορικός τόπος του ευδαίμονος Αιγαίου που τραγουδά ο Ελύτης αλλά μια Σεφερική θάλασσα που  αν κάποτε πικραίνει θα προκαλεί σε εξερεύνηση μέχρι τελευταίας αναπνοής. «Εγώ είμαι ο τόπος σου. Ίσως να μην είμαι κανείς-αλλά μπορώ να γίνω αυτό που θέλεις».. Το θρακικό πέλαγος, στα ανοιχτά, έχει κινδύνους! Ο ήρωας θα επιστρέψει στη Θεσσαλονίκη σαν τον Γέρο Ψαρά του Χεμινγουάϊ και έχει επιπλέον να απαντήσει στην μομφή των αδαών, πάλι με τον τρόπο του Γ.Σ: «Έτσι ζεις; – Ναι! Τι θες να κάνω; / τόσοι και τόσοι είναι πνιμένοι / κάτω στης θάλασσας τον πάτο».

Ο ήρωας της νουβέλας, ο Τζέλιος, παρουσιάζεται ως σύγχρονος τροφοσυλλέκτης που στέκεται στην αντίπερα όχθη της πολυπληθούς αστικής ζωής, όπως αυτή βιώνεται από τους περισσότερους ανθρώπους. Ο συγγραφέας, κατοικώντας στη «βαθιά Ελλάδα»  ιχνηλατεί τον πυρήνα του τροφοσυλλεκτικού τρόπου σκέψης που βασίζεται στην αρχέγονη ιδέα «της φύσης ως τροφού». Για μια εξέχουσα τάση της κοινωνικής ανθρωπολογίας  οι κυνηγοί γνωρίζουν, ίσως, τις απαντήσεις-κλειδιά σε ορισμένα από τα σημαντικότερα προβλήματα για την ανθρώπινη συνθήκη. Μπορούν οι άνθρωποι να ζήσουν χωρίς συσσωρευμένη ή «προηγμένη» τεχνολογία; Μπορούν οι άνθρωποι να ζήσουν με τη φύση χωρίς να την καταστρέφουν; Αν και τους τελευταίους αιώνες οι κυνηγοί έχουν οπισθοχωρήσει άρον άρον ενόψει του οδοστρωτήρα της νεωτερικότητας, ο ενθουσιασμός των προσήλυτων ψαροκυνηγών παραμένει ισχυρός. Πιο εντυπωσιακά, οι κυνηγοί -συλλέκτες της Μεσογείου επέδειξαν μια αξιοσημείωτη ικανότητα να επιβιώνουν σε ένα σύγχρονο βιομηχανικό κόσμο, υψηλών μάλιστα πληθυσμιακών πυκνοτήτων. Οι εκατοντάδες χιλιάδες απόγονοι των κυνηγετικών-συλλεκτικών λαών, αποκομμένοι μονάχα μία ή δύο γενιές από τον τροφοσυλλεκτικό τρόπο ζωής, συνεχίζουν να ζουν, όχι μόνο στις σελίδες των ανθρωπολογικών και συλλεκτικών εγχειριδίων, αλλά τουλάχιστον σε σαράντα χώρες παγκοσμίως.

Η διαμονή στο νησί γίνεται αντιληπτή για τον Τζέλιο ως μια περίοδος μεταμορφώσεων, κατά τη διάρκεια της οποίας ο Τζέλιος μπορεί να αναπληρώσει τις ελλείψεις του και να ζήσει όπως θα ήθελε. Είναι ένα είδος ανεσταλμένου επαναστάτη που ελλείψει δυνατότητας να αλλάξει τον κόσμο, αλλάζει κόσμο! Τζέλιος και τουρίστες μπορούν κάλλιστα να συναντιούνται στις αμμουδιές, δεν παύουν όμως να ανήκουν σε δύο διαφορετικούς κόσμους. Για τον πρώτο είναι η επικράτειά του, κατοικοεδρεύει. Για τον τουρίστα είναι ένας τόπος από τον οποίο περνά, όπως γράφει ο Ουρμπαίν «Στην ακροθαλασσιά»

Κατά βάθος, στα μάτια του Τζέλιου, προβάλλει η δυνατότητα του Ροβινσωνισμού και παραμένει στις τάξεις του δυνατού η ονειροπόληση μιας ουτοπικής εγκατάστασης, προφυλαγμένη από τον εκσυγχρονισμό. Όπως ο Ροβινσώνας, ο παραθεριστής εγκαθίσταται στον χώρο για καιρό-ή τουλάχιστον έτσι παριστάνει:. Έπειτα, σύμφωνα με το μοντέλο του, οργανώνει τον κόσμο γύρω του, τον επενδύει με συνήθειες και ανέσεις: «Μέλι από το βάζο, όπως πίνεις το νερό, και βασιλικός πολτός που αποθήκευε στο ψυγείο»

Αποκομμένη από το άστυ, απομονωμένη η παραλία του Τζέλιου μοιάζει να προσελκύει τους μετανάστες της, όσοι αντέξουν, με μια σιωπηλή υπόθεση πλήρους ευτυχίας εκτός της κοινωνίας. Είναι ο τόπος που η μεταπολεμική Ευρώπη τον ταύτισε με την λήθη του ψυχοκοινωνικού τραύματος. Ας θυμηθούμε τα τραύματα των ευρωπαϊκών εμφυλίων, θερμών όπως της Ελλάδας και της Ισπανίας, ψυχρών όπως της Ιταλίας και Γαλλίας, τον ατιμώρητο δοσιλογισμό στη Νότια Μεσόγειο, τον κατοχικό λιμό της Χίου και της Αθήνας. Είναι αυτά τα τραύματα που γέννησαν την ιδέα του κλαμπ Μεντιτερανέ που ερμηνεύει παραλία και βυθούς ως ένα θέατρο λήθης. Ας δούμε με τον μεγεθυντικό φακό του κλάμπ Μεντιτερανέ. Εκεί ξεκίνησε η αυτόχθονη παράδοση της ελληνικής υποβρύχιας αλιείας.

Το μοντέρνο σπορ του κυνηγιού στον ελληνικό βυθό έμελλε να ξεκινήσει η γενιά που ανδρώθηκε στη δίνη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ερασιτέχνες ψαράδες που από πολύ νωρίς μπήκαν σε θέσεις ευθύνης, που έπρεπε να ανοικοδομήσουν την καθημαγμένη πατρίδα και καθώς μια σοβαρή ενασχόληση με μια ψυχαγωγική δραστηριότητα επιφέρει μείωση των κερδών, δεν ήταν λίγοι στη ρημαγμένη από Κατοχή και Εμφύλιο Ελλάδα που ανέβαλαν την αλιευτική εξόρμηση για τα επόμενα καλοκαίρια. Όχι όμως και στο νησί των Φαιάκων, το λίκνο του ελληνικού υποβρύχιου κυνηγιού. Ο κουτσός πρωταθλητής, ο Γιάννης Βιδάλης, στη μοναδική συνέντευξη, το 1973 είχε αναγνωρίσει την πρωτοκαθεδρία της Κέρκυρας όπου μεταπολεμικά πρωτοδιαδόθηκε σαν πυρκαγιά η αθλητική αλιεία με άπνοια. (Στην ίδια συνέντευξη καθομολογείται η Σαμοθράκη ως ένας εκ των τριών καλυτέρων ελληνικών ψαρότοπων).  Ο απόστολός της ήταν ο ταλαιπωρημένος απ’ την Απριλιανή χούντα Κερκυραίος Iάσων Δεπούντης,(Μέντορας των ναυταθλητών Μακρή, Νούνεση κ.α), μαθητής του ξακουστού M. Contal, ιδρυτή του Κλαμπ Μεντ στο νησί των Φαιάκων.

Στη βίβλο της Κερκυραϊκής Σχολής που συνιστούν τα γραφτά του Ιάσονα Δεπούντη περιγράφεται προγραμματικά μια «νέα φυσιολατρεία» που παλεύει να σχηματιστεί ως μια υπεύθυνη μέθοδος προσέγγισης του βυθού και των θαλάσσιων πλασμάτων . Με πρωταρχικό σκοπό το υποβρύχιο ψάρεμα «και τις έρευνες για την ανακάλυψη κοντά στις ακτές του νησιού τεκμηρίων του αρχαίου πολιτισμού» εξορμά τις καλοκαιρινές Κυριακές. Στην αρχή ξεκινά με τον σωβινισμό ενός «κυρίαρχου στο Βασίλειο του Ποσειδώνα» αλλά βαθμιαία παραδίδεται στην απωθημένη επιθυμία «να γνωρίσει τον κόσμο του βυθού» που πραγματοποιείται όταν περιορίζει το κυνηγετικό του μένος σε λίγα ψάρια για το γεύμα του. Η επιφοίτηση έρχεται κάποιο αυγουστιάτικο μεσημέρι, λουσμένο στο ηλιόφως. Πείθει τον εαυτό του να σεργιανά δύο μίλια ανοιχτά από τις δυτικές κερκυραϊκές ακτές, παρέα με σκυλόψαρα στο μαγικό φως φιλτραρισμένο «σαν από εξαίσιο βιτρό εκκλησίας» απ’ το θολό Βόρειο Ιόνιο. Αποφασίζει να χαρίζει τη ζωή στα εύκολα θηράματα: « Ένας μεγάλος σαργός ήρθε και κάθισε κάτω από τα πόδια μου. Τώρα σηκώνεται κάθετα και μόλις που ακουμπάει ξύνοντας τη ράχη του στην κάνη του όπλου μου: ένα τέτοιο χτύπημα είναι σωστή δολοφονία κι αυτό λίγοι ψαροκυνηγοί το καταλαβαίνουν. Θα πρέπει να έχεις κατέβει εκατοντάδες φορές στο βυθό για να νιώσεις την αγάπη προς τον ανύποπτο από ανθρώπινες κακίες κόσμο του, και κυρίως τον σεβασμό σε τέτοιες στιγμές προς τον ίδιο σου τον εαυτό» Δηλώνει με ενθουσιασμό μικρού παιδιού την ευγνωμοσύνη του από τη φιλοξενία της θάλασσας: «Φύση, ω μεγάλη εσύ φύση, πως με λευτερώνεις !» Κατορθώνει να απαλλαγεί απ’ το θέλγητρο του τροπαίου: «Ένα άλλο μεγάλο και τούτο γεγονός του βυθού, κάτι σαν απίστευτη διαπίστωση. Ο ροφός που βρήκα πριν δέκα μέρες στην ίδια θέση των βράχων στο νησάκι, με περίμενε σαν τον πιο καλό του φίλο. Μπήκε, σα με είδε, στα βράχια, βγήκε, γύρισε πίσω, ξαναγύρισε σε μένα. Τελικά ξεθάρρεψε μαζί μου. Με πλησιάζει, με κοιτάζει. Πώς να οπλίσω το ψαροντούφεκό μου και που να στείλω την τουφεκόβεργα; Τώρα πια συνεννοούμαστε μεταξύ μας. Έχουμε φυλαγμένες για αυτό δυο δικές μας λέξεις. Δεν τις ξεστομίζουμε όμως, μια και κείνο το «αγαπάτε αλλήλους» είναι άγνωστο ακόμη στους ανθρώπους».

Η Ηθική του Κλαμπ Μεντιτερανέ στηριζόταν σε μια θεμελιώδη αρχή: να συναθροίσει εκεί στην παραλία, στο περιθώριο του κόσμου, άτομα σε μια κοινότητα, οποιαδήποτε κι αν είναι η κοινωνική τους προέλευση και το επίπεδο της περιουσίας τους. Οι πρωτεργάτες του κλαμπ αναζητούσαν να φτιάξουν για τους εαυτούς τους μια ύπαρξη χωρίς παρελθόν, σε ένα τόπο απομακρυσμένο από τα πάντα, ένα είδος θαλάμου αποσυμπίεσης που έχει κατασκευαστεί για μια ιδανική εμπειρία κοινωνικοπολιτικής έλλειψης βαρύτητας: μια τεχνητή παραμονή, αχρονική και ουτοπική, πάντοτε στην ακρογιαλιά.

Η παραλία του Τζέλιου όμως παρουσιάζει αξιοσημείωτη διαφορά από τη πανέρημη παραλία του Κρούσου. Εδώ δεν πρόκειται για εκείνη την μοναχικότητα και το απόλυτο κενό της Ροβινσωνιάδας πριν τον Παρασκευά. Είναι μια ήρεμη και όχι έρημη παραλία, όπου ακούς τον υπόκωφο ψίθυρο των φιλοσοφικών συζητήσεων, την πνιχτή βοή των συζητήσεων σε ένα τόπο ειρηνικής κοινωνικότητας.. Όχι το κενό αλλά χαλαροί και χαρούμενοι χαρακτήρες, που βρίσκονται σε διακοπές. Υπάρχει και η σχέση του κρουσοειδή ήρωα με τους εκάστοτε βαρκάρηδες -Παρασκευάδες. Το σύμπαν που οργανώνει ο κρουσοειδής ήρωας, είναι πρώτα διπλωματικό και φιλικό. Αυτό που ετούτος ο Ροβινσώνας «μαστορεύει» είναι ένα δίκτυο κοινωνικότητας, υφασμένο από τη μια πλευρά μεταξύ των Παρασκευάδων με τους οποίους μοιράζεται την παραλία-τα αντίγραφά του, όχι ιδιαίτερα πολλά, τα οποία, όπως και εκείνος, διέφυγαν του ξενοδοχείου-και από την άλλη, με τους ιθαγενείς, τους ντόπιους αγρίους, με τους οποίους θεμελιώνει σχέσεις ανταλλαγής.

Ο Τζέλιος δεν είναι μοναχική ψυχή. Αφ’ ης εγκαταστάθηκε στη Σαμοθράκη περιδιαβαίνει το νησί για να βρει τη συνύπαρξη, τη συμβίωση, είναι ένας βαθιά κοινωνικός άνθρωπος . Με μια πρωτεϊκή επιθυμία: Να διαφύγει κατά κάποιον τρόπο από την επιφάνεια, να ξεφύγει από τη φιλοσοφία αναψυχής που προκαλεί η ηγεμονία του τουριστικού φαντασιακού και να βιώσει την ιδεώδη ισορροπία ανάμεσα σε vita activa και vita contemplativa, ανάμεσα σε μόχθο και στοχαστικό βίο, στην σκέψη και την πράξη.  Αν, για την Χάνα Άρεντ, η ενεργός ζωή (vita activa) με τις δραστηριότητες και τα βασίλειά της αποτελεί την πραγματική υπόσταση του ανθρώπου, ο στοχαστικός βίος και η φιλοσοφική διάθεση που διαθέτει και ο ήρωας της νουβέλας μπορούν να προσδώσουν ιδιαίτερη αξία στην ύπαρξη και να συνεισφέρουν σε όλες τις σφαίρες του βίου.

Η βασιλική οδός επίτευξης ισορροπίας για τον Τζέλιο είναι η έμφαση στους όρους δικαιοσύνης που οφείλουν να υποθάλπουν την τροφοσυλλεκτική επιτέλεση, μια απαιτητική σε καταβολή σωματικών δυνάμεων δραστηριότητα. Αργότερα όμως ο Τζέλιος εγγράφει τον αγαπημένο του θρακικό βυθό, στην αρχή της νουβέλας αχρονικό και ομοιογενή, στη βαριά ιστορία ληστρικής εκμετάλλευσης που όλοι οι δύτες κάποιας ηλικίας γνωρίζουμε: «Είναι χρόνια που τα μαγιάτικα και οι ροφοί δεν εμφανίζονται στα περισσότερα σημεία της ξέρας» «Τη χρονιά τούτη εμφανίστηκαν λίγα και φοβισμένα ψάρια γιατί τα υπόλοιπα αποδεκατίστηκαν…»

Η πρόκληση  για ιστορικοποίηση του αγαπημένου ψαρότοπου επιτρέπει στον ψαρά ήρωα της νουβέλας να εξειδικεύσει τη ματιά του στο περιβάλλον εντοπίζοντας ένα βαθύτερο νόημα στο υποθαλάσσιο τοπίο. Διαφορετικά εκτιμά τον ίδιο του τον ψαρότοπο αυτός που βλέπει το ιστορικό του βάθος και τις μεταβολές που δέθηκαν με τη μοίρα των ψαράδων και των ψαριών και αυτή η στροφή σε μια νέα τοπικότητα, ανταποκρίνεται στις προδιαγραφές των σκεπτόμενων ψαράδων που προσπαθούν να γεφυρώσουν την περιβαλλοντική ηθική με μια υπεύθυνη στρατηγική ψαρέματος.

Ο Ροβινσωνιάζων Τζέλιος, alter ego του διδάκτορα μαθηματικών συγγραφέα, παράλληλα εξερευνά τα όρια της παραδοσιακής γνωσιοθεωρίας  η οποία έφτασε στα όριά της με το θεώρημα μη πληρότητας του Γκέντελ. Ορθότατη και για ένα σκεπτόμενο ψαρά η άρση της δυνατότητας παντογνωσίας. Γιατί η επιστημονική ταπεινοφροσύνη πάει χέρι-χέρι με την αρχή της πρόληψης της ύβρεως. Ως φιλόσοφος ο Τζέλιος  είναι αγκυροβολημένος στην ηπειρωτική φιλοσοφία, στο ευρωπαϊκό φιλοσοφικό πρόγραμμα. Είναι δύσκολο να βγεις   απ’ τον λαβύρινθο του ανθρωποκεντρισμού που  αρχιτεκτόνησε ο Πλάτων.  Αλλά οι ιδέες του ανθρωποκεντρισμού δεν πρόκειται να επαναποικίσουν με ροφούς την Λαδόξερα.  Η Αμερικάνικη επιστημονική πρωτοπορία χρησιμοποιεί τον μίτο που συνιστά η εμφάνιση ενός πολύ πρόσφατου, διεπιστημονικού πεδίου, της Ιστορίας των θαλάσσιων πληθυσμών. Η έκρηξη των επιστημονικών συνεδρίων για την περιβαλλοντική ιστορία και η κυκλοφορία περιοδικών αφιερωμένων στην ανθρωπόκαινο εποχή φανερώνουν το ασίγαστο ενδιαφέρον των ερευνητών για έρευνα σε βάθος πάνω στα θέματα της πτώσης, της παρακμής και της ήττας των θαλάσσιων βιοπεριοχών.  Οι αλλαγές είναι θεαματικές: Εισβολές ξενικών ειδών, εμβληματικά είδη στην κόκκινη λίστα, μικροπλαστικά, κλιματική αλλαγή. Για την τελευταία και την επίδρασή της στο Βόρειο Αιγαίο έχουν σημασία τα λόγια του Ντανιέλ Πολί, υπεύθυνου του διεθνούς ερευνητικού προγράμματος Sea Around Us: «Tα ψάρια από το Νότο, τα εισβολικά είδη από το Σουέζ,  είναι καλύτερα προετοιμασμένα να αντιμετωπίσουν την αύξηση της θερμοκρασίας από ό,τι τα ψάρια του Βορρά. Τα ψάρια παγιδεύονται στη Μεσόγειο. Δεν μπορούν να πάνε πιο βόρεια. Αν ένα μέρος είναι κακό γι’ αυτά απλώς δεν πάνε εκεί.»  Οι πληθυσμοί των Ευρωπαϊκών ακτών στον Ατλαντικό μπορούν να μετακινηθούν, δυστυχώς όμως της Μεσογείου δεν μπορούν να φύγουν. «Δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό» όπως λέει κι ο Αλεξανδρινός.

Στη Βόρεια Αμερική το ανατρεπτικό έργο του Ντανιέλ Πολί, του μεγαλύτερου εικονοκλάστη στη θαλάσσια βιολογία, είναι πίσω από τον προοδευτικό νόμο για την βιώσιμη αλιεία που ψηφίστηκε στις ΗΠΑ και έχει επαναφέρει μέρος των αλιευτικών αποθεμάτων.

Η ριζοσπαστική επιστημονική θεωρία είναι με λίγα λόγια η εξής: Για κάθε γενιά υπάρχουν συγκεκριμένες συνθήκες που ορίζονται ως κανονικότητα στη φύση, τα βασικά όρια. Για την   γενιά του παππού του Σκαρλάτου ήταν 30 ροφοί πεντακόσια μέτρα από τη Λαδόξερα για τη γενιά του Τζέλιου ήταν 10, για τη σημερινή γενιά, η βασική τιμή αφθονίας είναι 2 ροφοί μέχρι που πλέον οι προσδοκίες σχετικά με την αφθονία είναι οικτρά χαμηλές. Πριν ο Ντανιέλ Πολί εκφράσει αυτήν την από γενιά σε γενιά απώλεια μνήμης υπό μορφή διατριβής, οι καταπληκτικές ψαριές του παρελθόντος μπορούσαν να διαγραφούν ως νοσταλγίες γερόντων παραμορφωμένες από τον χρόνο. Ο Πολί όμως συνόψισε τα δεδομένα για τις ποσότητες αλιευμάτων του παρελθόντος και έδειξε πως οι παλιές ημέρες ήταν όντως απίθανες για τις σημερινές προσδοκίες. Δεν πρόκειται ούτε για νοσταλγίες των γερόντων αλλά ούτε και για έλλειψη ενσυναίσθησης από την μεριά των νέων. Είναι σχεδόν ηθελημένη απώλεια μνήμης-ο τρόπος με τον οποίο το είδος μας, μια γενιά μετά την άλλη, βρίσκει λογική την παράλογη καταστροφή του μεγαλύτερου συστήματος φυσικής τροφής στον πλανήτη.

Το μοντέλο που χρησιμοποιούσε μέχρι πρόσφατα η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ένα βασικό σφάλμα: Υποθέτει πώς είναι οι επιστήμονες εκείνοι που βρίσκουν τα ψάρια πρώτοι και κάνουν υποδείξεις και συστάσεις βάσει των οποίων διαμορφώνεται η συμπεριφορά του αλιευτικού στόλου. Σε όλη την ιστορία της αλιείας αυτό μάλλον δεν έχει συμβεί ποτέ. Στην πραγματική ζωή είναι οι ψαράδες, φλογεροί κυνηγοί ψαριών, αυτοί που γνωρίζουν το θήραμα καλύτερα και το βρίσκουν πρώτοι. Βεβαίως δεν διαθέτουν επιστημονική εκπαίδευση όπως ευφυώς σχολιάζει ο Λερουά στην «Λιμνοθάλασσα».  Και όταν οι ψαράδες ανακαλύψουν ένα καινούργιο ιχθυοπληθυσμό ο οποίος δεν έχει ακόμη καταμετρηθεί αρχίζουν να τον ψαρεύουν δίχως όριο και δίχως έλεος  μέχρι να ψηφιστεί κάποιος νόμος που θα τους εμποδίσει. Αυτό που ανακαλύπτουμε μέσα από συνεντεύξεις με πιονέρους ψαράδες για το εμβληματικό είδος του μαύρου ροφού είναι πως το μικρό απόθεμα που εγκαταβιεί σε μοναχικές πέτρες ανοιχτά της Σαμοθράκης στις 30-35 οργιές και απειλείται να εξαφανιστεί από τα ψηφιακά βυθόμετρα και τα ζωντανά δολώματα δεν είναι παρά τα υπολείμματα από πιθανώς ολόκληρες ντουζίνες υποπληθυσμών ροφού που κάποτε αναπαράγονταν κατά μήκος των ακτογραμμών συχνά σε απόσταση βολής από την στεριά. Στο Άγιον Όρος, ανεκδοτολογικές μαρτυρίες από Καλύμνιους γυμνούς δύτες αναφέρονταν σε «ροφούς που τα ραχιαία πτερύγια ξενέριζαν σε ρωγμές» επί της ακτής. Οι Έλληνες δύτες κολυμπούσαν τότε σε μια  θάλασσα πολύ διαφορετική. Υπήρχαν παντού τα όστρακα πίνες. Σήμερα δεν είναι ζωντανή ούτε μία λόγω ενός παράσιτου που τις εξόντωσε. Υπήρχαν παντού ολοθούρια, τα αγγούρια της θάλασσας. Τα μάζεψαν όλα καταδυτικά συνεργεία επειδή θεωρούνται αφροδισιακή λιχουδιά στην Άπω Ανατολή. Κάθε υποθαλάσσιος βράχος είχε ασκίδια, «φούσκες» τις λένε στα νησιά. Τις μάζεψαν κι αυτές οι σφουγγαράδες για να εξάγουν το περίφημο «σπινιάλο». Υπήρχαν τα άγρια λαυράκια με τις πρασινωπές αποχρώσεις. Τώρα, είναι πρακτικά εξαφανισμένα σε όλη τη Μεσόγειο όπως έγραψε πρόσφατα ο Τζόρτζιο Νταπιράν σε ένα εξαίρετο άρθρο για το μέλλον αυτού του άγριου ψαριού αναρτημένο στον ιστότοπό του. Αρκετοί επιστήμονες σήμερα, όπως παρατίθεται στο βιβλίο «Τέσσερα ψάρια» του  Paul Greenberg υποστηρίζουν πως για να θεωρήσουμε πραγματικά και πάλι υγιείς και σε αφθονία τους πληθυσμούς επινέφελων και των υπόλοιπων ψαριών θα πρέπει να εξαπλωθούν και να ανακαταλάβουν όλα τα παλιά τους εδάφη. Αν είμασταν ροφοί το όνειρό μας σίγουρα δεν θα περιοριζόταν στην ανάκτηση ενός τόσο δα οχυρού από το περασμένο μεγαλείο μας, αλλά θα θέλαμε να διεκδικήσουμε ξανά όλο μας το βασίλειο.

Οι ψαράδες δεν γράφουν αλλά έχουν διασωθεί σε αρκετές περιπτώσεις από λαογράφους και περιηγητές οι μνήμες τους. Ο Βelon, τo 1554, περιγράφει το πυροφάνι με δαδί όπου έβρισκες  αστακούς και συναγρίδες λίγα μέτρα πέρα από τις παραλίες της Προποντίδας και των Πριγκιποννήσων.  «Παίζαμε από την κουπαστή και όταν βλέπαμε κανένα παγούρι (αστακοκαραβίδα), το τρυπούσαμε με το ψαροκάμακο». Ψαριές με δέκα ξιφίες,καμακωμένους από τη βάρκα, ήταν συνηθισμένες στη θάλασσα του Μαρμαρά-ο τελευταίος αλιεύτηκε το καλοκαίρι του 1960 μας παραδίδει ο Ακύλας Μήλλας. Ο αείμνηστος Φαίδων Ζαμπόγλου  ο πρώτος ίσως που βούτηξε κρατώντας ψαροντούφεκο, το 1955, στη Μαρώνεια γράφει στην αυτοβιογραφία του: «Τα ψάρια που υπήρχαν τότε μόνο σε ντοκιμαντέρ και σε ιχθυοτροφεία μπορούμε να τα δούμε τώρα. Τα ψάρια ήταν άφοβα. Λαυράκια δύο και τριών οκάδων περιεργάζονταν το ψαροντούφεκο σε απόσταση λιγότερη από μισό μέτρο. Ψάρευα στις ακτές, στα Άβδηρα, όπου οι πλάκες που ξενερίζουν στην άμπωτη, είχαν από κάτω εκατό σαργούς η καθεμία. Τώρα είναι σεληνιακό τοπίο» Όπως λέει κι ένας νοσταλγικός στίχος «δεν ξέρεις τι έχεις ώσπου να το χάσεις..»

Κληρονόμος των πρώτων περιηγητών που ανακάλυψαν τις μεσογειακές ακτές κατά τον 19ο αιώνα, των εθνολόγων του 20ου , του μεταπολεμικού κλαμπ Μεντιτερανέ, ο Τζέλιος παίζει περισσότερο το παιχνίδι της ένταξης και της συμμετοχικής παρατήρησης παρά εκείνο της μεταμόρφωσης του κόσμου. Δείχνει σεβασμό στην ντόπια ζωή, στην οποία προσαρμόζεται, την οποία θαυμάζει και της οποίας, κυρίως, δεν θέλει να αλλάξει τη φυσική ισορροπία. Εξ ου και η άρνησή του για τα ξενοδοχεία, τα πολυτελή γκέτο, για όλους αυτούς τους περίκλειστους οικισμούς που χωρίζουν τους επισκέπτες από τους γηγενείς, αγνοούν τα έθιμα και υποβαθμίζουν το περιβάλλον.

Ο Ροβινσωνιάζων Τζέλιος δεν βρίσκεται σε άμυνα.  Έχει αντικαταστήσει το τουφέκι του με ένα ψαροντούφεκο. Έκανε ειρήνη με τους άγριους. Ο Τζέλιος, αφ’ ης βρεθεί στη στεριά θα κάνει τους άγριους φίλους και όχι πλέον εχθρούς του. Δεν θα ζήσει εναντίον τους, με μια έντονη αίσθηση επικράτειας και διακρίσεων, αλλά μαζί τους, ανάμεσα τους, όπως οι κεχαγιάδες στη σκιά του βουνού Σάος, δίπλα στα κοπάδια τους.

Οι πραγματικοί άγριοι, εφεξής, είναι μάλλον οι ανταγωνιστές υποβρύχιοι ψαράδες-ιδιαίτερα αν αποτελούν πλήθος και εδώ ο Σκαρλάτος υπονομεύει μια βασική προϋπόθεση του παραθαλάσσιου παραθερισμού, την ιστορική ειρήνευση της ακτής, μια σχέση με την θάλασσα και την ακτή εκ προοιμίου αποδραματοποιημένη. Θα ήταν χρήσιμο να θυμίσουμε ότι το πραγματικό γεγονός από το οποίο εμπνεύστηκε ο Ντήφοου το πρόσωπο του Ροβινσώνα είναι ο ναύτης Αλεξάντερ Σέλκιρκ που μετείχε, το 1703, στην αποστολή του Νταμπιέρ και ο οποίος καβγαδίζοντας με τον καπετάνιο του, αποβιβάστηκε οικειοθελώς στο τότε ακατοίκητο νησί Μας A Tιέρα, σημερινό Χουάν Φερναντέζ, στα ανοιχτά της Χιλής όπου έμεινε από το 1704 έως το 1709. Επομένως στις ρίζες του μοντέλου αυτού του ουτοπικού παραθερισμού δεν υπάρχει ένα ναυάγιο ή ένα ατύχημα αλλά μία ρήξη κοινωνικής φύσεως, μια διαφωνία, ένας καυγάς, μια ασυμφωνία μεταξύ δύο ανθρώπων, εκ των οποίων ο ένας είναι η εξουσία και ο άλλος ο ανυπότακτος-συμπεριφορά που ανταποκρίνεται περισσότερο στη νοοτροπία του Παραθεριστή μας, νοοτροπία όχι τόσο ναυαγού αλλά μάλλον ανθρώπου σε ρήξη με την κοινωνία του.

Στη Σαμοθράκη, αυτός ο Μοϊκανός της ακτής, θα εμπλακεί σε μια στρατηγική κληρονομιάς ενός χαμένου επαγγέλματος, της ψαροσύνης που είναι πια νεκρή. Οι βάρκες που κάποτε τραβιόντουσαν ψηλά στην παραλία έχουν εξαφανιστεί για τεχνικούς λόγους-διότι μεταπολεμικά εμφανίζονται στο Θρακικό οι τράτες των 30 τόνων, με κάθετες καρίνες, που απαιτούν τις λιμενικές εγκαταστάσεις της Αλεξανδρούπολης και της Καβάλας. Θύμα της βιομηχανοποιημένης αλιείας τούτος εδώ ο ψαράς καταφέρνει να επιβιώσει χάρη στην αιτία που έδιωξε τους ψαράδες από τις αμμουδιές της Μεσογείου, στον τουρισμό. Ο τεχνίτης ψαράς Τζέλιος βρίσκει στην ανάπτυξη των παραθαλάσσιων παραθεριστικών διαμονών νέο μάννα. Αυτός ο σφετεριστής της παράδοσης, μπορεί ακόμα να ψαρεύει σήμερα όπως ψάρευαν οι παππούδες του στην Προποντίδα και τον Μαρμαρά. Προσφέρει είδη υψηλής ποιότητας που πληρώνονται πολύ ακριβά το καλοκαίρι: συναγρίδες, ροφούς, σαργούς.

Ανταποκρινόμενος στη ζήτηση του επισκέπτη και όχι πλέον σε εκείνη της κοινότητάς του, ο καινότροπος ψαράς εγκαταλείπει τα ειωθότα. Μπαίνει στο παιχνίδι ενός εμπορίου πολυτελείας, μιας κερδοσκοπικής αγοράς που εξαρτάται από τη ροή των παραθεριστών και έτσι αλλάζει οικονομικό σύμπαν. Αυτή όμως η μετατροπή στην οποία τον υποχρεώνει ο εκσυγχρονισμός, τον κρατά στη λειτουργία του. Παρ’ ότι ψευδεπίγραφη, είναι αναμφίβολα εκείνη που θίγει λιγότερο την ταυτότητά του, διατηρώντας στον ρόλο του μια κάποια αλήθεια. Όμως η θάλασσά του μοιάζει να υποφέρει από κακοδαιμονία εξαιτίας πολλαπλών δεινών.

Τα δεινά που έχουν σωρευτικά καταντήσει τους βυθούς του Αιγαίου χωρίς ζωή εδράζονται σε κοινωνικο-ιστορικές ασυνέχειες. Τέτοιες αναγνωρίζονται κυρίως τα σεισμικά πολιτισμικά τραύματα, όπως η περίοδος της Κατοχής και του Εμφύλιου- εν πολλοίς συνέχεια του εθνικού διχασμού. Όμως, μέσα από τις μαρτυρίες και συνεντεύξεις διακρίνεται και η βαθιά επουλωτική των τραυμάτων λειτουργία της συγκεκριμένης, συχνά αχάριστης, τροφοσυλλεκτικής δραστηριότητας. Σχεδόν όλοι οι μανιώδεις ψαράδες αυτοί που «το κρατούσαν μανιάτικο» με τους κατακυνηγημένους κατοίκους των Ελληνικών βυθών είχαν κρυμμένο μέγα τραύμα. Μια πρόσθετη επίρρωση του ισχυρισμού  είναι η μελέτη του βίου του κορυφαίου Έλληνα θαλασσογράφου, του Τάσου Ζάππα. Ο Ευβοιώτης λογοτέχνης είδε τον πατέρα του, επαγγελματία ψαρά, αρχηγό πολύτεκνης οικογένειας, να πεθαίνει από σηψαιμία, εξαιτίας τραύματος από ρίψη δυναμίτη. Ο Ζάππας μετατράπηκε σε πρωτόβγαλτο καπετάνιο πριν μπει στην εφηβεία για να βγάλει το ψωμί της οικογένειας. Στην Κατοχή εντάσσεται στο αντιστασιακό κίνημα, γραμματέας στο Υπουργείο Υγείας της κυβέρνησης του Βουνού, στο πλευρό του γιατρού Πέτρου Κόκκαλη. Η άδολη ένταξή του στοίχησε αρκετά χρόνια διώξεων. Ο κατατρεγμένος Ζάππας δεν υπέκυψε φιλώντας κατουρημένες ποδιές. Όταν το Εμφυλιακό κράτος διόρθωσε το λάθος του ο συγγραφέας που έδωσε φωνή στη σιωπηλή κοινότητα των άσημων ψαράδων, αφοσιώθηκε στο έργο που του εμπιστεύθηκε το Ελληνικό κράτος: η δεκαετία του 60 ήταν η Δόξα των ελληνικών Σιδηρόδρομων και σε μεγάλο βαθμό οφείλεται σε ένα ψαρά. Σταθμάρχες και ψαράδες αν και μετρούν διαφορετικά τον χρόνο όπως έδειξε πρόσφατα ο Tony Judt, γνωρίζουν την τέχνη της εγκαρτέρισης, την τέχνη να περιμένουν τρένα και ψάρια, να παραμένουν «εν ελπίδι πίστεως»

Η έγνοια του καρτερίστα και καρτερικού Τζέλιου σε ολόκληρο το βίο του, γράφει ο Σκαρλάτος, ήταν «να επικεντρωθεί στην ενδυνάμωση της κοινοκτημοσύνης ψυχής στο κοινωνικό του περιβάλλον». Ευλογημένοι όσοι την έζησαν έστω και για λίγες στιγμές. Την έζησα κάποτε στην Καλλιάγρα των αλίμενων βόρειων ακτών του Αγίου Όρους όπου είχαν αγκυροβολήσει οι Θασίτες ψαράδες, σύντροφοι των διχτυάριδων καλογέρων που μου έμαθαν το αλφαβήτα της ψαροσύνης. Ο Γερο – Νούφρης μου έδωσε το διακόνημα να μαζέψω γιαλόξυλα για την κακκαβιά που θα ετοιμαζόταν επί της άμμου. Ο Γιώργης έβαλε την κασέτα με τα ρεμπέτικα του Βαμβακάρη. Εκεί αξιώθηκα μια κοινοκτημοσύνη γνώσεων αφού ο γιος του ψαρά υπομονετικά μού ορμήνευσε τα μυστικά ενός δολώματος που ελάχιστοι τότε χρησιμοποιούσαν, επρόκειτο για τα ολοθούρια, που τότε αφθονούσαν. Σκέφτομαι με ευγνωμοσύνη τη γενναιοδωρία προς ένα ερασιτέχνη, ιεροσπουδαστή ο οποίος ανακάλυπτε την ιαματική δύναμη της αλιευτικής επιτέλεσης ως αντίδοτο ψυχοκοινωνικών τραυμάτων, ως μοναδική πηγή αυτοεκτίμησης για πολλά χρόνια. Πιστεύω πώς σήμερα «η κοινοκτημοσύνη ψυχής», η ιδέα που εμπνέει τον Τζέλιο, ίσως εμπεριέχει ακόμη μεγαλύτερη ανιδιοτέλεια. Είναι μια κοινοκτημοσύνη για αποφασιστική δέσμευση όλων όσων προστρέχουμε στη θάλασσα για παρηγοριά. Δέσμευση για αξίες που κυβερνούν τη δράση. Έχουμε υποχρέωση να διασώσουμε το αίτημα της αυτονομίας του ατόμου-άραγε τι σημαίνει δικαίωμα στη νομή της θάλασσας; Ταυτόχρονα οφείλουμε να αποκηρύξουμε τον άκρατο ατομισμό που οδηγεί στον εγωισμό του παράνομου ψαρά. Για το σκοπό αυτό έχουμε ανάγκη από ουτοπίες που θα βοηθούν στην εξέλιξη του φαντασιακού. Πώς αλλάζει το φαντασιακό μιας κοινωνίας; Διότι οι κοινωνίες ονειρεύονται. Εδώ και καιρό είμαστε βυθισμένοι στο «όλο και περισσότερο», όλο και πιο απομακρυσμένες Λαδόξερες.  Ποιοί θα αποφασίσουν σε τι είδους θάλασσες θα ψαρεύουν τα παιδιά μας; Εγώ, από το ύψος των πεποιθήσεών μου; Ένα σώμα εξειδικευμένων τεχνοκρατών; Η πλειοψηφία; Και πώς θέτει κανείς αυτά τα ζητήματα σε δημοκρατικό διάλογο για να συζητηθούν; Αλλά ήδη, οι οικολογικές απειλές δεν αφορούν το αύριο, αφορούν το σήμερα!

Ακολουθήστε μας!

Κερδίστε το!

Οδηγός ιστοσελίδας

Αρχείο

Επιμέλεια άρθρου Κώστας Θερμογιάννης

Επιμέλεια άρθρου

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου