τοβιβλίο.net

Select Page

Security (Μέρος Α’)

Security (Μέρος Α’)

Η Μαργαρίτα μέχρι την εφηβεία της ήταν όνομα και πράγμα. Όπως κι εκείνο το συμπαθητικό λουλουδάκι, δεν ξεχώριζε από το πλήθος άλλων κοριτσιών που γέμιζαν τα δημόσια σχολεία του τόπου μας: καλόβολη, ντροπαλή, ομορφούλα, όλο γλυκές καμπύλες στο μουτράκι της και δέρμα σαν καμωμένο από γάλα. Στο σχολείο μέτρια μαθήτρια, με έφεση προς τα φιλολογικά και τις ξένες γλώσσες. Χωρίς πολλούς φίλους, αλλά ποτέ μόνη.
Είχε έναν αδερφό, τέσσερα χρόνια μεγαλύτερό της, που τον λάτρευε, όπως όλοι στην οικογένειά τους. Παππούδες, γιαγιάδες, θείοι, θείες και, πρώτοι και καλύτεροι οι γονείς της. “Το παιδί”, έλεγαν οι παππούδες στο χωριό και το στόμα τους έσταζε μέλι. Ο Αντώνης. Όλα τα έκανε τέλεια –όλοι περίμεναν το καλύτερο απ’ αυτόν.
Δεν της έκανε εντύπωση, ο Αντώνης ήταν αγόρι –το πρώτο στην οικογένεια. Πιο ψηλός, πιο δυνατός, μπορούσε να σκαρφαλώνει καλύτερα από εκείνη, να τρέχει πιο γρήγορα, να κολυμπά. Ο πατέρας έλεγε ότι ήταν κοφτερό μυαλό στα μαθηματικά και διαρκώς τον επαινούσε. Αντίθετα, μόνο μια φορά είχε ασχοληθεί να τη βοηθήσει κι εκείνη σε κάτι ασκήσεις, για να φύγει λίγο μετά εξοργισμένος. Ενώ τόσα χρόνια έβλεπε να κάθονται οι γονείς της με τον αδερφό της και να τον βοηθούν στα διαβάσματά του και περίμενε πώς και πώς να μεγαλώσει, να πάει κι αυτή σχολείο για να γίνει το ίδιο, να χαρεί κι εκείνη την παρουσία τους και την προσοχή τους, είδε με απογοήτευση ότι μαζί της βαριόνταν, δεν προλάβαιναν, δεν ασχολούνταν.
Κανείς δεν έδειχνε να ενδιαφέρεται για το τι κάνει η Μαργαρίτα. Θα μπορούσε αυτό το γεγονός να τη θυμώσει -όπως τόσα άλλα δευτερότοκα- και να την κάνει να προσπαθήσει μόνη της περισσότερο, για να τους αποδείξει ότι είχαν άδικο. Αντίθετα, εκείνη από μικρή παραιτήθηκε και έκανε μόνο όσα ήταν απαραίτητα για να μην τραβά ιδιαίτερα την προσοχή. Ο αδερφός της ήταν τελικά ο μόνος που ασχολιόταν μ’ αυτήν. Όταν μεγάλωσε λίγο κι έπαψε να βρίσκει ευχαρίστηση στο να την ταλαιπωρεί και να τη θυμώνει, την έπαιρνε πότε-πότε μαζί του κι έκανε παρέα με την παρέα του. Όμως πάντα της φαινόταν ότι αυτό το έκαναν οι φίλοι του μόνο και μόνο για να ευχαριστήσουν εκείνον. Όλοι τον αγαπούσαν.
Εκεί πάνω στην εφηβεία τα πράγματα άλλαξαν. Το σώμα της άρχισε να γίνεται πιο μεστό, το στήθος της μεγάλο. Τα αγόρια τράβηξαν το ενδιαφέρον της όμως, πιθανότατα λόγω της ντροπαλοσύνης με την οποία την είχε φορτώσει το συντηρητικό περιβάλλον στο οποίο είχε μεγαλώσει, δεν μπόρεσε να τους το δείξει και έτσι δεν είχε καμιά ιδιαίτερη επιτυχία σ’ αυτό το παιχνίδι. Την εποχή εκείνη έφυγε ο Αντώνης για σπουδές στην Αγγλία κι η Μαργαρίτα έχασε κι εκείνες τις λιγοστές ευκαιρίες που είχε να βγαίνει μαζί του καμιά βόλτα τα βράδια. Συνέχισε να ακολουθεί τα πιο δημοφιλή κορίτσια της τάξης της για να μη μένει μόνη, παρότι εκείνες πολλές φορές δεν έκρυβαν τον φθόνο τους όταν παρατηρούσαν ότι κοιτούσαν κι εκείνη τ’ αγόρια. Αρκετά ευφυής για να καταλαβαίνει ότι για κείνες ήταν αναλώσιμη και ότι μαζί τους δεν την έδενε καμιά ουσιαστική σχέση φιλίας, η Μαργαρίτα δεν στεναχωριόταν ιδιαίτερα. Της αρκούσε αυτή η επίφαση φιλίας για τις ώρες που περνούσε στο σχολείο, ένιωθε ασφάλεια όταν βρισκόταν μαζί τους. Ήταν χαρωπή γιατί ήξερε ότι κανείς δεν θα ενδιαφερόταν ν’ ασχοληθεί με τις στενοχώριες της και προσπαθούσε να συμμετέχει στην παρέα τους, γελούσε, παρότι τα αστεία τους δεν τα έβρισκε και τόσο αστεία, θαύμαζε όπως όλες οι άλλες με εξεζητημένες αντιδράσεις μια καινούρια μπλούζα, παρότι δεν της έκανε καμιά ιδιαίτερη εντύπωση. Μα στην προστατευτική αγκαλιά του δωματίου της είχε αρχίσει να προβληματίζεται τι θα κάνει στη ζωή της, αν θα βρισκόταν κάποιος να την αγαπήσει γι’ αυτό που ήταν. Κούρνιαζε στο κρεβάτι της με τα πολλά μαξιλάρια κι άφηνε τη σκέψη της να πλανιέται.
[…]

_

γράφει ο Πάνος Παπαμιχάλης

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Έρευνα

Ημερολόγιο 2019

Εγγραφείτε στο newsletter

Ενημέρωση μόνο για λογοτεχνικούς διαγωνισμούς

Οδηγός ιστοσελίδας

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος