Select Page

Security (Μέρος Β’)

Security (Μέρος Β’)

Διαβάστε εδώ το Μέρος Α'

Στην αρχή η στολή της την έκανε να νιώθει άβολα, γιατί αναγκαζόταν να ξεχωρίζει από το πλήθος των άλλοτε βιαστικών και αδιάφορων, άλλοτε υπερβολικά φιλικών και άνετων πελατών της τράπεζας. Ένιωθε πως όλοι την κοιτούσαν εξαιτίας της στολής της. Κι όμως, πόσοι γνωστοί της δεν είχαν περάσει δίπλα της και δεν την είχαν δει καν, ακριβώς λόγω αυτής της στολής. Το πόστο της ήταν στο πεζοδρόμιο, μπροστά από τη διπλή είσοδο ασφαλείας, όπου έπρεπε ο πελάτης να πατήσει το κουμπί, να εισέρθει στον προθάλαμο και να περιμένει για να ανοίξει η δεύτερη πόρτα και να μπει στην τράπεζα. Συχνά αυτό το σύστημα κολλούσε και οι αγανακτισμένοι πελάτες έβρισκαν εκείνη για να απευθύνουν τα παράπονά τους. Απέναντι υπήρχε ένα καφενείο, σχεδόν πάντα γεμάτο από κόσμο, ανθρώπους που έκαναν μια μικρή στάση πριν συνεχίσουν τις δουλειές τους. Συνήθιζε να τους χαζεύει έναν – έναν κάνοντας υποθέσεις για το επάγγελμά τους, για το αν ήταν ντόπιοι ή περαστικοί, παντρεμένοι ή εργένηδες, πλούσιοι ή φτωχοί.
Ο κατώτατος μισθός που έπαιρνε την ικανοποιούσε, καθώς τα προσωπικά της έξοδα ήταν ελάχιστα. Έβαζε τα μισά στα έξοδα του σπιτιού και τα υπόλοιπα στην άκρη. Κάθε μια-δυο βδομάδες αγόραζε κάποιο βιβλίο, πολλές φορές στα αγγλικά και βυθιζόταν στη θαλπωρή που πρόσφεραν οι σελίδες του για να βιώσει όσα δεν της πρόσφερε η πραγματική ζωή.
Ώσπου γνώρισε τον Τάσο, κοντά στα τριάντα, πελάτη της τράπεζας, λογιστή. Στην αρχή μια καλημέρα, έπειτα κάποια σχόλια για τον καιρό, μέχρι να αποκτηθεί η απαιτούμενη οικειότητα και να την καλέσει για καφέ. Δεν ήταν όμορφος, ήταν πολύ ψηλός, ξανθός, με μεγάλα γυαλιά και μύτη, σαν καρικατούρα, όμως προχώρησε με σίγουρα βήματα στην κατάκτησή της και σύντομα την έκανε δική του. Με την προτροπή του λίγο μετά η Μαργαρίτα νοίκιασε μια μίζερη, σκοτεινή γκαρσονιέρα για να «ανεξαρτητοποιηθεί», στην πραγματικότητα όμως για να ξεφύγει από το θλιβερό διαμέρισμα των γονιών της, από τον έλεγχο και τα πικρόχολα σχόλια του πατέρα της.
Η Μαργαρίτα έλαμψε εκείνη την περίοδο, βιώνοντας έναν κυριολεκτικό μήνα του μέλιτος. Καθάρισε εξονυχιστικά την παλιά γκαρσονιέρα, πήγαν μαζί με τον Τάσο και ψώνισαν λίγα επιπλάκια και δυο αφίσες στο ΙΚΕΑ κι έκαναν να δείχνει λιγότερο μουντή η φωλίτσα τους. Το χαμόγελο επέστρεψε στα χείλη της και δεν τα εγκατέλειπε ακόμη κι όταν οι εκνευρισμένοι πελάτες στην ουρά της τράπεζας γίνονταν αγενείς. Βίωνε την ευτυχία της απλά σαν ανοιξιάτικο λουλούδι που το λούζει ο ήλιος. Ο Τάσος, γενναιόδωρος κι ευγενικός, της πρόσφερε το πεδίο μέσα στο οποίο μπορούσε να ονειρεύεται για το μέλλον.
Τα οικονομικά της τα έφερνε δύσκολα βόλτα και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης βοούσαν για τον «οικονομικό πόλεμο» που διεθνή οικονομικά κέντρα είχαν κηρύξει στη δύσμοιρη Ελλαδίτσα. Η Stability βρήκε την ευκαιρία να προχωρήσει σε μειώσεις μισθών. Οι εργαζόμενοι, αν ήθελαν να εξακολουθήσουν να εργάζονται, θα ’πρεπε να συνεχίσουν να δουλεύουν τα οχταμισάωρά τους ενώ θα φαινόταν εφεξής πως εργάζονταν ημιαπασχόληση. Ο γερο-πατέρας της στηριζόμενος στη μαγκούρα του ήταν από εκείνους που περήφανα και τραγικά, με αυταπάρνηση, πήγαν να ρίξουν τον οβολό τους στο λογαριασμό που δημιουργήθηκε για τη διάσωση της εθνικής οικονομίας. Οι άνθρωποι ακόμη τότε πίστευαν.
Πίστευαν όπως είχε πιστέψει η Μαργαρίτα στον Τάσο, για να διαψευστούν οι προσδοκίες του όπως κι εκείνης –ο Τάσος αποδείχτηκε πως ήταν παντρεμένος κι είχε ένα παιδί…
Λίγο καιρό μετά ο πατέρας της έπαθε το δεύτερο και πιο σοβαρό εγκεφαλικό, έπρεπε να μένει κλινήρης και να περιμένει από τη φροντίδα της γυναίκας που μια ολόκληρη ζωή υποτιμούσε και καταπίεζε. Δεν είχε νόημα πια για τη Μαργαρίτα να κρατά την γκαρσονιέρα, έτσι κι αλλιώς δεν είχε πώς να την πληρώσει, μάζεψε τα λιγοστά της υπάρχοντα, πλήρωσε μια μεταφορική να τα τοποθετήσει στην αποθήκη της πολυκατοικίας τους και επέστρεψε στο πατρικό διαμέρισμα για να βοηθάει τη μάνα της, στο παιδικό της δωμάτιο και στα αγαπημένα της βιβλία.
Συνέχισε κάθε πρωί να ντύνεται μηχανικά τη στολή της και να πηγαίνει στο πόστο της. Κάπου – κάπου έβλεπε τον Τάσο να περνά και να κάνει ότι δεν την είδε. Τότε η καρδιά της σαν να ’σπαγε και επέλεγε να φορά το προσωπείο που της πρόσφερε η ιδιότητά της: μια τυπική υπάλληλος εταιρείας σεκιούριτι. Δεν ήταν πια η Μαργαρίτα, μια νέα κοπέλα που πονούσε γιατί η ζωή ήταν δύσκολη και της είχαν ραγίσει την καρδιά, ήταν απλά μία υπάλληλος εταιρείας σεκιούριτι, τυπική στα καθήκοντά της, υπάκουη στον προϊστάμενό της, απρόσωπη.
Θα έλεγε κανείς πως οι περαστικοί περνούσαν τώρα πιο γρήγορα από μπροστά της, το ίχνος που αφήναν οι παρουσίες τους επεκτεινόταν προς τα πίσω σβήνοντας, σαν να περνούσαν με κολοσσιαία ταχύτητα. Ακόμα και να ’θελε, θα ’ταν δύσκολο να ξεχωρίσει τα πρόσωπά τους έτσι γρήγορα που περνούσαν. Οι ώρες μπροστά στην τράπεζα, αντίθετα, κυλούσαν αργά, βασανιστικά αργά. Σύντομα δεν την ένοιαζε τίποτε άλλο παρά πώς θα περάσει η ώρα για να σχολάσει και να φύγει. Ο ρόλος που είχε επιλέξει να υποδυθεί ήταν απελπιστικά ανούσιος, αρκούσε να κάθεται σε ένα σημείο ακίνητη για να μπορεί να ισχυριστεί ότι έκανε τη δουλειά της. Έστεκε σε ένα σημείο μέχρι να μουδιάσουν τα πόδια της και τότε έκανε καμιά δεκαριά βήματα μετρώντας τα ένα-ένα, για να ξεμουδιάσει. Μετρούσε το χρόνο με τα διαδοχικά αυτά μουδιάσματα και ξεμουδιάσματα μέχρι να σκολάσει. Αυτό το μέτρημα της απορροφούσε όλη της την προσοχή και το υιοθέτησε και στο σπίτι. Καθόταν στο προσκεφάλι του πατέρα της, στην πραγματικότητα όμως δεν ήταν εκεί, μετρούσε τις αλλαγές στάσεών του στο κρεβάτι μέχρι να κοιμηθεί, για να κλειστεί στο δωμάτιό της. Τα αγαπημένα της βιβλία δεν της πρόσφεραν πια καμία απόλαυση, καθώς το μυαλό της ήταν απασχολημένο.
Ξεχνούσε, πότε το ένα, πότε τ’ άλλο και υπέμεινε τις φωνές του προϊσταμένου της. Ήταν αυτός ένα ανθρωπάκι με κόμπλεξ κατωτερότητας που ασκούσε την εξουσία του για να εκτονώνει την έντασή του πάνω στους άλλους, μα εκείνη του έδινε πάντοτε δίκιο. Ξεχνούσε να βαφτεί, καμιά φορά και να χτενιστεί, μα έφτανε πάντα στην ώρα της εκεί μπροστά στην τράπεζα για να κάνει τη βάρδιά της. Το μυαλό της απασχολούνταν σε σκέψεις, που λίγο μετά είχε ξεχάσει, σκέψεις για τον κόσμο, για τη ζωή, για τον χρόνο που περνούσε και ρουφούσε τα νιάτα της, συμπεράσματα, σκέψεις, που λίγο μετά είχε ξεχάσει. Έψαχνε να βρει το λάθος που είχε κάνει στη ζωή της. Ένιωθε τόσο αποτυχημένη, μπορεί να ζήλευε ακόμη και μια ταλαίπωρη συνταξιούχο με υπεροπτική στάση για τον αέρα σιγουριάς που απέπνεε, παραβλέποντας την ανηλεή επέλαση του γήρατος. Δεν ένιωθε φθόνο για τους άλλους, παρά θαυμασμό, γιατί δεν ήταν εκείνη. Στοιχημάτιζε πως το δικό της σώμα θα ήταν, έτσι όπως είχε σκεβρώσει από την ακινησία, σε χειρότερη κατάσταση από αυτό της ταλαιπωρημένης γριούλας. Δεχόταν με ευγνωμοσύνη θαρρείς τις κακεντρέχειες του κομπλεξικού προϊσταμένου της και ολοένα του υποσχόταν πως θα βελτιωθεί. Κανείς άλλος δεν της μιλούσε πια, ούτε την ενοχλούσε. Οι συνάδελφοί της, όταν διασταυρώνονταν οι δρόμοι τους, την κοιτούσαν με συγκατάβαση.
Οι κινήσεις της, πέρα-δώθε, πέρα-δώθε, έμοιαζαν με αυτόματου και παρουσίαζε ένα θέαμα απόκοσμο. Άλλοτε στεκόταν ακίνητη, μόνη αυτή στην κινούμενη μάζα ανθρώπων, με βλέμμα απλανές και αδιάφορο. Από απέναντι οι θαμώνες του καφενείου είχαν αρχίσει να τη σχολιάζουν ή έτσι της φαινόταν. Στον νου της έπλεκε διαλόγους που αφορούσαν στο άτομό της, έπιανε βλέμματα κι έχτιζε σενάρια για σκέψεις που θα μπορούσαν να περνούν απ’ το μυαλό τους. Όλα περιστρέφονταν γύρω από το πόσο παράξενη ήταν, πόσο χοντρή, άσχημη, ηλίθια κι εκείνη πάσχιζε να απαντήσει στους υποθετικούς διαλόγους, να δικαιολογηθεί, μα σύντομα ξεχνούσε από πού είχε ξεκινήσει τον ειρμό των σκέψεών της και περιοριζόταν να στέκεται εκεί, πίσω από το ανακουφιστικό προσωπείο που της πρόσφερε η στολή.
Σύντομα θα έφτανε στο σημείο να παραμιλά μεγαλόφωνα, όμως το υποκατάστημα της τράπεζας έκλεισε στα μέσα Φλεβάρη και η Μαργαρίτα απολύθηκε. Στο σπίτι της δεν είπε τίποτα. Τις λίγες μέρες που έμεινε μέσα η μάνα της υπέθεσε πως είχε πάρει άδεια απ’ τη δουλειά της ή δεν αναρωτήθηκε καθόλου. Ώρες – ώρες της φαινόταν πως και η μάνα της είχε επιλέξει να κρύβεται πίσω από ένα προσωπείο, εκείνο της Μάνας, της αγαθής, βασανισμένης ύπαρξης, που έχασε τον πρωτότοκο γιο της και είχε ταχθεί να γιατροπορεύει τον άντρα της, να ψωνίζει στον μπακάλη, να μαγειρεύει το καθημερινό τους φαγητό και, όταν έχει καιρό, να χαζεύει στην τηλεόραση.
Μέσα στο μικρό διαμέρισμα-Μαυσωλείο η Μαργαρίτα δεν είχε πώς να γεμίσει τον κενό της χρόνο. Δεν μπορούσε να διαβάσει πια, το μυαλό της πετάριζε σε άγνωστες ατραπούς. Κοιτούσε τον πατέρα της και τη μάνα της σαν να ’ταν άψυχα αντικείμενα, όπως θα κοιτούσε ένα κομοδίνο, φευγαλέα, αδιάφορα. Ήθελε να μιλήσει, μα δεν είχε σε ποιον να απευθυνθεί. Κάποιες στιγμές, σε κάποιες εκλάμψεις έβλεπε την άσχημη κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει, μα μπέρδευε τα προσωπικά της αδιέξοδα μ’ εκείνα των γονιών της και με τον νου της έφτιαχνε μεγαλεπήβολα σχέδια που θα μπορούσαν να τους γλυτώσουν όλους μια και καλή και να τους οδηγήσουν σε μια νέα ζωή, αρκεί να κατόρθωνε να βγει ξανά από εκεί μέσα. Όταν αναμασούσε τα σχέδια αυτά στο μυαλό της κάπου τα έχανε, κάποιο κρίσιμο σημείο της διέφευγε και επέστρεφε στη θλιβερή πραγματικότητα όπου όλα παρέμεναν τα ίδια.
Σύντομα έγινε ολοφάνερο πως έστω και ένα λεπτό παραπάνω στο διαμέρισμα με τους δικούς της δεν το μπορούσε. Φόρεσε τη στολή της και τα βήματά της την οδήγησαν πίσω στο κλειστό υποκατάστημα της HSBC. Έτσι έκανε κάθε πρωί όλη την επόμενη εβδομάδα και είδε με ικανοποίηση ότι κανείς δεν αναρωτιόταν τι γύρευε μία υπάλληλος σεκιούριτι έξω από ένα κλειστό υποκατάστημα τραπέζης.
Αρχές Μάρτη και μια αναπάντεχη, κρύα βροχή την έκανε να δει τα πράγματα αλλιώς. Ο κόσμος γύρω άνοιγε τις ομπρέλες του ή έτρεχε να προφυλαχθεί απ’ το μπουρίνι. Εκείνη έκανε δυο βήματα μπροστά κι έφυγε από την προστασία που της πρόσφερε ο πρόβολος της πολυκατοικίας κι έμεινε να στέκει νιώθοντας τις χοντρές σταλαγματιές στο πρόσωπό της. Το βλέμμα της πλανήθηκε στους αργόσχολους πίσω απ’ τη τζαμαρία του απέναντι καφενείου που σχολίαζαν το αλλόκοτο φέρσιμό της. Έλυσε τα μαλλιά της και τα άφησε να μουσκέψουν στο νερό. Έβγαλε το σακάκι της και το πέταξε στο ρείθρο του πεζοδρομίου κι έκανε αυτό να λιμνάσουν μπροστά της τα τρεχούμενα νερά. Νιώθοντας το κρύο να της παγώνει ευεργετικά το δέρμα ξεκούμπωσε δυο κουμπιά απ’ το πουκάμισό της. Έριξε μια τελευταία ματιά προς το καφενείο. Δυο νεαροί την χειροκροτούσαν ενθουσιασμένοι. Χαμογέλασε για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό και πήρε αργά το δρόμο προς το σπίτι της. Όχι από τον σύντομο δρόμο. Σε κάποιο οικόπεδο εκεί κοντά είχαν φυτρώσει οι πρώτες συστάδες από μαργαρίτες κι είχε σκοπό να μαζέψει ένα μπουκέτο.

_

γράφει ο Πάνος Παπαμιχάλης

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε τα!

Εγγραφείτε στο newsletter

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Ακολουθήστε μας στο Twitter

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος