Πώς γίνεται ένας άνθρωπος με σκισίματα να γίνεται ράφτης;
Πώς ένα μικρό παιδί γίνεται κλέφτης;
Πώς γίνεται ένας ανθοπώλης να μαραίνει τα πιο όμορφα άνθη
και πως το τριαντάφυλλο δεν πονά από, αυτό που το κοσμεί, αγκάθι;
Με αγάπησαν οι δυό τους άραγε επειδή έπρεπε ή το ήθελαν πραγματικά;
Απέκτησα άλλες γνώσεις και εμπειρία πρακτικά.
Το αίμα είναι ίδιο αλλά διαφέρουν τα μυαλά.
Έγινα αετός στα πιο ψηλά σύννεφα από το ψάρι σας στη γυάλα.
Και έχω δει πως τα άτομα που μου δίνουν την παραμικρή προσοχή
έχουν υψηλή θέση στου στήθους μου την αριστερή περιοχή.
Τι και αν είναι φίλων αδερφοί ή άγνωστοι που πίνουν αναψυκτικά σε πλατείες;
Σε κύκλους γυρίζω χρόνια ολόκληρα και έχω ξεχάσει πως είναι οι ευθείες.
Έχω ξεχάσει την μυρωδιά από παρακμιακές παραλίες
στις οποίες χανόμασταν, αλλά βρίσκαμε ουσιαστικές φιλίες.
Ήσουν ο ήχος και ήμουν το κενό.
Ήσουν η αστραπή και ήμουν η βροντή.
Ίδιοι με διαφορετικά μάτια.
Ξένοι με ίδια μυαλά.
Σε δεκαεφτά σκαλιά πάνω από τον χρόνο βρισκόμασταν, όταν σε γνώρισα.
Δεν με κρατούσε στο πατρικό σπίτι καμία ρίζα.
Αφέθηκα πάνω σου με την ορμή ενός βέλους.
Γλυκά τρυπήθηκες μα σύντομα σε μάρανα·
εκείνη την φορά που με είδες να δίνομαι αλλού.
Συγχώρεσες και έσπασες τα χέρια του άλλου.
Μετά τα δεκαεννιά κεριά, τι άλλο επιθυμείς να σβήσεις;
«Τις πυρκαγιές στο εσωτερικό του εγωισμού σου.»
Γιατί, λες, ήμουν άδική και είχα το σφυρί
ενώ η σχέση μας έστεκε κατηγορούμενος και αυτή τη Κυριακή.
Μα η δίκη είναι στημένη και η ευθύνη είναι κοινή.
Φταίω που δεν αγαπώ αλλά δίνομαι.
Φταις που υποφέρεις όταν φεύγω αφού γδύνομαι.
Κοιτώ μα δεν βλέπω τι σου καίει την ψυχή και παγώνει το βλέμμα.
Μιλώ μα δεν λέω τα λόγια για να σταματήσει το αίμα.
Κρατώ αλλά δεν πιάνω χέρια που αγαπώ.
Αγνοώ μα δεν ξεχνώ την αγαπημένη σου εποχή.
Έχεις νιώσει πλάι μου σαν ψάρι σε απόχη;
Μπορείς ανά πάσα ώρα και στιγμή να χαθείς
από του προσώπου μου τη γη,
η οποία δεν εκτιμάει τα εποχιακά φρούτα που ωθείς
προς το μέρος της, ανοίγοντας σου νέα πληγή.
Μπορείς κάθε δευτερόλεπτο κάθε μέρας τραγικής
να σταματήσεις να ελπίζεις σε εμένα,
που αγαπώ να ποθώ το στόμα της δικής σου κεφαλής
χωρίς να θέλω να μάθω τα λόγια σου, ένα ένα.
Μπορείς, μάτια μου θαλασσινά, να μην είσαι χαμένος
σε μέρος με πολυκοσμία,
στο οποίο είσαι θεατής που παρακολουθεί διωγμένος
θεατρικό από ηθοποιούς με συμπεριφορά κάθε άλλο παρά κόσμια.
Μπορείς ακόμα να γίνεις θύτης σε ένα έγκλημα αναμενόμενο
και να φιλήσεις τρίτο σώμα,
το οποίο ίσως σε ποθήσει πιο πολύ από ό,τι ο ταξιδιώτης το τρένο.
Ίσως εκείνη σου προσφέρει ψυχή και σώμα.
Μάτια μου θαλασσινά, μπορείς να παίρνεις χωρίς να δίνεις; Συγνώμη.
Στόμα μου πορφυρό, μπορείς να μου ηρεμήσεις τις δίνες; Συγνώμη.
Μπορείς να κάνεις χίλια δύο άλλα πράγματα σε βάρος μου, που μου αξίζουν.
Όμως αντί αυτού με κάνεις κάποιες φορές ένα άτομο με μάτια που ελπίζουν.
Οι αναμνήσεις μου στέκουν σαν νησιά με μονάχα άγρια ζώα να επιζούν.
Τα βράδια ματώνω αλλά το αίμα όταν τα πρωινά ξυπνώ έχει στεγνώσει
και ξεχνώ να φύγω γιατί μου προσφέρεις δόσεις από ελπίδα και γνώση.
Στους εφιάλτες μου έχεις πρωταγωνιστικό ρόλο,
καθώς είσαι εκείνος που μου φωνάζεις με το πάθος σου όλο:
«Από τον Οκτώβρη μέχρι την αρχή του χάους,
κράτα με σφιχτά και εγώ θα σε φιλώ όσο ηχούν οι ρυθμοί της μουσικής χάουζ.»
Στα γαλήνια όνειρα μου, βλέπω χαρτιά με σκίτσα από μολύβι.
Όμως, ανοιξιάτικη καρδούλα μου, μονάχα εσύ ζωγραφίζεις από τους δυό μας με μολύβι.
Αφού εγώ αγαπώ τα χρώματα και ιδιαίτερα τα κραγιόνια τα θαλασσινά.
Από αύριο, λέω, θα παλέψω να μην χάνομαι·
να γδύνομαι, να δίνομαι, να αφήνομαι και πλάι σου να κοιμάμαι.
Από αύριο, λέω, θα παλέψω να μην σε χάσω·
γιατί αν σε χάσω, θα ξεχάσω μια για πάντα της άνοιξης όλες τις μυρωδιές.
Όμως την νύχτα πριν ξημερώσει το αύριο,
βλέπω όνειρα με ατασθαλίες και χρώματα.
_
γράφει η Ιωάννα Σμικρού








0 Σχόλια