Πριν ακόμη στεγνώσει η βροχή,
η γη λύνει τη σιωπή της.
Όχι με φθόγγους — με άρωμα.
Ανοίγει τους πόρους της,
εκτεθειμένη, παραδίνεται στο υγρό χάδι.
Ανασαίνει σαν δέρμα αρχαίο που ξυπνά
απ’ τη ρευστή γεωμετρία της βροχής.
Σάρκα που τινάχτηκε από ύπνο βαθύ — νεύμα ζωής.
Από πέτρες που θυμούνται αιώνες
αναδύεται θερμή ανάσα —
η αόρατη μνήμη της πλάσης.
Από χώμα που φύλαξε βήματα
και ρίζες σκοτεινές που ψιθυρίζουν,
ο αέρας πυκνώνει —
μια εγγύτητα σχεδόν ηλεκτρική.
Μια κβαντική σύζευξη χώματος και φωτός.
Ο μυστικός παλμός του έρωτα
αναβλύζει τα μυστικά των σπόρων
και τα σκιρτήματα πρώτων βλαστών.
Ζεστή ανάμνηση ζωής.
Το σώμα θυμάται μια αρχαία συγγένεια.
Τα δέντρα υψώνονται σαν κεραίες,
συλλέγουν το άπειρο
στις κορυφές τους.
Για λίγο
κρατούν την ανάσα του κόσμου.
Ψηλαφούμε την πρώτη πράξη.
Μέσα στην υγρή σιωπή
το πρώτο ίχνος άνοιξης αγγίζει τη γη.
Ευωδιά αρχέγονη, σχεδόν οργανική.
Και τότε — μία λέξη, γυμνή σαν κρύσταλλος,
ανθίζει στα χείλη:
Θέλω.
Στεκόμαστε ακίνητοι,
ξυπνά κάτι βαθιά δικό μας.
Περαστικοί μάρτυρες μιας ένωσης αείζωης.
Και ο ουρανός αγκαλιάζει την γη.
Σαν εραστής που επιστρέφει στο σώμα
που τον περίμενε με την υπομονή των αιώνων.
Μια άλως πλέκει αόρατα
χώμα, νερό, άνθη και φως —
στεφάνι εαρινό στο μέτωπο της γης.
Μνήμη παλιά όσο η αρχή.
Όταν ο χρόνος μέθυσε από πετριχώρ
και η λήθη έγινε αίμα.
_
γράφει η Βασιλική Γκαρίλα








0 Σχόλια