Ποτέ δεν μου άρεσαν οι συστημικοί.
Ούτε εκείνοι με τα σιδερωμένα κοστούμια
που κυνηγούν την εξουσία
πατώντας σε πτώματα για να ανέβουν.
Αδιάφοροι, ψυχροί,
με τα μάτια τους
να καθρεφτίζουν μονάχα την φιλοδοξία.
Ο δικός μου πρίγκιπας,
φορούσε κουκούλα.
Είχε το βλέμμα του φλογερού επαναστάτη,
του ανυπότακτου,
που δεν λύγισε ποτέ του,
μπροστά στο σκοτάδι.
Ήταν αριστερός,
όχι επειδή το διάβασε σε κάποιο μανιφέστο,
αλλά γιατί πονούσε με κάθε κραυγή
που ο κόσμος έθαβε στη σιωπή του.
Ένιωθε την αδικία στο πετσί του,
σαν κάψιμο που δεν περνά.
Κι όταν μου έπιανε το χέρι,
δεν ήταν για να με καθοδηγήσει,
να με πατρονάρει,
αλλά για να χαθούμε μαζί.
Να δραπετεύσουμε από την ψευδαίσθηση της πραγματικότητας
που μας έχουν ορίσει.
Να ξεφύγουμε,
από τα καθωσπρέπει προσωπεία
και τα ψεύτικα αυτά φώτα
που φωτίζουν ό,τι δεν αξίζει.
Μαζί του,
η αλήθεια δεν χρειαζόταν καλλωπισμό.
Ήταν ωμή, γυμνή και όμορφη.
Σαν πληγή που δεν ντρέπεται να φανεί.
Ήταν αυτό το κάτι άγριο,
που έβλεπα στα μάτια του.
Εκείνο το ασυγκράτητο πάθος,
που με έκανε να θέλω να τα αφήσω όλα.
Να διαλύσουμε την φυλακή του κόσμου μας
και να φτιάξουμε μια νέα πραγματικότητα.
Δική του και δική μου.
Που θα τους χωράει όλους,
δυνατούς και αδύναμους,
υγιείς και αρρώστους,
χαρούμενους και λυπημένους,
πλούσιους και φτωχούς.
Όλους,
χωρίς καμία διάκριση.
Ακόμη σε περιμένω,
να χτίσουμε τον κόσμο αυτόν,
σε κάποιο όνειρο.
_
γράφει η Έλενα Γιαννούλη








0 Σχόλια