1.
Έχιδνα, η μεγάλη ύαινα,
γεμάτη η μυθολογία με γυναίκες-ερπετά ζωσμένες,
συνήθως τιμωρούς.
Μα υπάρχουν κι εκείνες που σου παρουσιάζουν μια δοκιμασία
κι άμα την περάσεις, δεν έχεις να φοβάσαι πια.
Γεμάτη η μυθολογία με γυναίκες-τέρατα.
Έχιδνα, η μεγάλη ύαινα:
πραξικοπηματίες κι αυτή και το στεφάνι της.
Κι όταν, κατά πως όριζε η θεϊκή οικονομία, απέτυχε το κίνημά τους,
οι θεοί «χαρίστηκαν» σ’ αυτήν και στα παιδιά της.
Δύστυχε Τυφώνα, που βρυχάσαι αμετανόητος·
τη γενιά σου καταδίκασες
να γίνει εκατόμβη,
αθλοπαιδιές για νεαρούς ήρωες.
1.2
Όσοι φταίξατε ή πράξατε ατιμώρητοι,
έρχεται γοργόφτερη για σας η Ερινύα.
Έρχεται — φοβήται — κι όταν έρθει δεν θα σας αφήσει έτσι:
θα βάλει λόγια για σας στην αδελφή σας,
θα σας κουτσομπολέψει με τον γείτονά σας,
θα σας κάνει ρεζίλι, θα σας κάνει βούκινο.
Όλοι θα μάθουν από εκείνη για το σφάλμα σας,
κι όλοι σύντομα θα σας δείχνουν με το δάχτυλο.
Και θα ’ρθει η νύχτα, τελικά, που θα τη βρει
έξω απ’ το σπίτι σας
για το τελειωτικό χτύπημα.
Θα αρχίσει να σας βρίζει,
να σας απειλεί με θεούς και δαίμονες,
αθεόφοβους θα σας ανεβάζει
και αντίχριστους θα σας κατεβάζει.
Και με στριγκλιές και με τσιρίδες
θα μαζεύεται το πλήθος κόσμου
να δει για τι γίνεται ο σαματάς.
Κι όταν τους υπενθυμίσει τα χαΐρια σας,
θα αστράψουν τα μάτια τους
και θα φτύσουν δηλητήριο.
Θα αρχίσουν κι αυτοί να σας φωνάζουν
και έξαλλοι θα ωρύονται όλοι μαζί.
Θα σας ζητούν να βγείτε έξω,
να πάτε στον αγύριστο.
Να φύγετε απ’ τη γειτονιά θα σας ζητούν — να φύγετε εσείς,
να γλιτώσουν αυτοί,
να γλιτώσει ο τόπος απ’ το μίασμα.
Εξορία! Εξορία! Θα ζητούν να σας στείλουν εξορία!
Κι εσείς πόσο να αντέξετε; Θα σπάσετε.
Και τότε θα ζητήσετε λύτρωση,
θα ζητήσετε κάθαρση,
θα ζητήσετε φωτιά να πέσει να σας κάψει,
να σας βγάλει απ’ τη δύσκολη θέση.
Και όταν πάψουν τα παρακάλια και οι διαπραγματεύσεις,
ίσως — ίσως — να νιώσετε τότε
όπως ένιωσε ο Οιδίποδας
όταν απελπισμένος έβγαζε τα μάτια του.
Ίσως σας έρθει κι εσάς
να κόψετε τ’ αυτιά σας.
Δυστυχία τέχνας κατεργάζεται.
1.3
Δεν θα ’ρθει όμως έτσι για σας η σωτηρία.
Μόνο εκείνοι οι ατιμασμένοι, οι μετανοημένοι θύτες,
μόνο εκείνοι που πέταξαν από πάνω τους
τα μαύρα, τα παλιόρουχα,
που γυμνώθηκαν και ταπεινοί προσέπεσαν,
που γύρεψαν τον Θεό
και γονατιστοί ανέβηκαν στη Μεγαλόχαρη,
εκείνοι που με φόβο Θεού
ζήτησαν την άμετρη συγχώρεσή Του —
μόνο εκείνοι νίκησαν τη δοκιμασία,
μόνο εκείνοι έσπασαν την κατάρα.
Μόνο όσοι παρακάλεσαν
πέτυχαν
και συγχωρέθηκαν.
_
γράφει ο Αργύρης Λάκκας








0 Σχόλια