τοβιβλίο.net

Select Page

Άνθρωποι από στάχτη, της Πασχαλίας Τραυλού

Άνθρωποι από στάχτη, της Πασχαλίας Τραυλού

Σε αυτό το δεύτερο βιβλίο της σειράς, που ξεκίνησε με το «Θεοί από στάχτη», ξεδιπλώνεται η ιστορία της Ροζαλίας Σεφεριάδη στο Παρίσι, αμέσως μετά την εξαφάνιση του αγαπημένου της, Ανατόλ Κοβάλσκι. Μόνη με ένα παιδί στα σπλάχνα, βρίσκει καταφύγιο και παρηγοριά στον μονόπλευρο έρωτα που αναπτύσσει ο ζωγράφος Ζαν Πιερ για κείνη. Τα γεγονότα και οι εξελίξεις θα είναι ραγδαία και θα καλύψουν την περίοδο 1939-1942. Κατά τη διάρκειά τους οι πρωταγωνιστές και οι δευτεραγωνιστές του έργου αυτού θα πάψουν να είναι αθώοι, ειλικρινείς ή τίμιοι και θα λουστούν στη στάχτη των ανθρώπων που ένας παρανοϊκός ηγέτης ξαποστέλνει σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και αναμμένους φούρνους.

Το μυθιστόρημα αποδεικνύει για άλλη μια φορά πόσο καλά γνωρίζει η συγγραφέας την ανθρώπινη ψυχή και πόσο βαθιά έχει μελετήσει την ιστορική περίοδο που καλείται να ζωντανέψει. Κατάφερε να συγκεράσει τα καλολογικά στοιχεία με την ωμότητα των φρικαλεοτήτων του δεύτερου Παγκόσμιου πολέμου και να ανεβάσει στην ίδια σκηνή την ελπίδα που μπορεί να γεννήσει ένας έρωτας και την απογοήτευση που συνοδεύει ένας αξημέρωτος χρόνος γεμάτος αίμα, αδικία, θάνατο, σφαγή. «Αν υπάρχει Θεός, πρέπει να μου ζητήσει συγνώμη», όπως γράφτηκε από έναν Εβραίο κρατούμενο στον τοίχο του κελιού του. Η ιστορία ξετυλίγεται κυρίως με αόριστο, υπάρχουν όμως και προτάσεις με ενεστώτα διαρκείας που δίνουν ένταση και νεύρο σε κρίσιμα σημεία του κειμένου ενώ η παράθεση αποσπασμάτων από το ημερολόγιο της Ροζαλίας δίνουν μια συνοπτικότερη και άμεση ματιά στα δρώμενα και τις εξελίξεις των κεφαλαίων που αυτά κλείνουν.

Οι ανατροπές και οι εκπλήξεις δε σταματούν στιγμή, η δράση είναι καταιγιστική και οι ήρωες του μυθιστορήματος είναι υποδείγματα ολοκληρωμένων προσωπικοτήτων. Η μοίρα συγκρούεται με την Ιστορία και οι άνθρωποι που βρίσκονται στη μέση δεν ξέρουν πώς να προφυλαχτούν από τα κομμάτια που πετάγονται από αυτόν τον καβγά. Η κυρία Πασχαλία Τραυλού στα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου, μέσα από περιστατικά που αποτυπώνονται γλαφυρά, βάζει πολύ καλά και χωρίς spoilers τον αναγνώστη στον κορμό της ιστορίας είτε αναφέροντας συνοπτικά τα καίρια σημεία του προηγούμενου βιβλίου είτε κλείνοντας λες τους λογαριασμούς με το παρελθόν, βάζοντας τα πιόνια της στις τελικές τους θέσεις, πριν τη μεγάλη μάχη που ξετυλίγεται εδώ.

Η κεντρική ιδέα, αυτή του ρατσισμού, που διέπει τα βιβλία της σειράς, αναπτύχθηκε περισσότερο ως ιδεολογία στο πρώτο μέρος ενώ τώρα, χωρίς να παύουν στιγμή να καταγράφονται διάφορα τρανταχτά παραδείγματα διάκρισης των ανθρώπων, κυρίως μέσα από τη νοοτροπία των στρατιωτών και των αξιωματικών του Γ΄ Ράιχ απέναντι σε ανθρώπους που δεν ανήκουν στο φυλετικό πρότυπο (τι συγκινητική η ιστορία της τραβεστί Βεντέτα), αυτή η ιδέα λοιπόν τώρα έρχεται αντιμέτωπη με τις συνέπειές της. Η κυρία Τραυλού χώνει βαθιά το μαχαίρι στην πληγή και δείχνει χωρίς ωραιοποιήσεις και φτιασιδώματα τι πραγματικά είχε συμβεί κατά τη διάρκεια του παραλογισμού του πολέμου ως συνέπεια του φυλετικού ρατσισμού που ανέπτυξαν κάποιοι λαοπλάνοι ηγέτες, που εκμεταλλεύτηκαν τις συνθήκες και τις αντιλήψεις. Παραδείγματα από την Ιστορία, μαρτυρίες και αφηγήσεις, γνωστά ιστορικά πρόσωπα, γεωγραφικώς και ιστορικώς τεκμηριωμένα γεγονότα και περιστατικά μου έφεραν στη μύτη τη μυρωδιά από λιωμένη σάρκα και τρίχα που πλανιόταν πάνω από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Σίγουρα έχουν γραφτεί χιλιάδες ιστορίες και γεγονότα για τις μέρες και τις νύχτες των κρατουμένων στα κρεματόρια, σε κανένα όμως ως τώρα δεν κατάφερα να συντονίσω την ανάσα μου με τους μάταιους χτύπους αυτών των ανθρώπων όσο στους «Ανθρώπους από στάχτη».

Άλλο ένα θετικό χαρακτηριστικό του μυθιστορήματος είναι η πρωτότυπη ιδέα τα γεγονότα στην Ελλάδα να διαδραματίζονται μέσα από επιστολές ή τηλεγραφήματα και όχι από κοντά. Ναι, έκανε η Ροζαλία ένα ταξίδι στη Θεσσαλονίκη λίγο πριν την εισβολή της Γερμανίας στην Πολωνία, μετά όμως, που η Ιστορία κυνηγούσε τη Μοίρα για το ποια θα πρωτοπαίξει με τον άνθρωπο, ήταν τόσο καταιγιστικές οι εξελίξεις που τα νεότερα μαθαίνονταν μέσω τρίτων ή σε άψυχο χαρτί. Χωρίς να σημαίνει πως το βιβλίο βρίθει λεπτομερών ιστορικών αναφορών για τις εξελίξεις στη Γαλλία ή για τις συνέπειες που είχε στους Γάλλους πολίτες η προδοτική στάση της κυβέρνησής τους εν όψει των επεκτατικών τάσεων του Χίτλερ και του Μουσολίνι, υπάρχει ένα καλοπλεγμένο ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινούνται και δρουν οι χαρακτήρες.  Κι αυτό το πλαίσιο παραμένει στο ημίφως, αφήνοντας τη φαντασία της συγγραφέως να πιτσιλίσει με πρόσωπα τις εξελίξεις και να δώσει στο μυθιστόρημα την αρτιότητα που απαιτείται για κορύφωση της αγωνίας, πλήρωση συναισθημάτων και δυνατές ανατροπές.

Οι μεταφορές, οι παρομοιώσεις, τα καλολογικά στοιχεία που χρησιμοποιούνται στο κείμενο είναι οι απαραίτητες νότες ανάπαυλας από την τραγικότητα των γεγονότων και τη σύγκρουση ανθρώπου και ριζικού. Φράσεις όπως: «Ένα γέλιο μισό, ετοιμόρροπο σχηματίστηκε στα χείλη της Ροζαλίας» (σελ. 143), ή μεταφορές σαν κι αυτήν: «Τούρκοι, Άγγλοι, Γερμανοί και Ιταλοί ηγέτες ανακάτευαν κατά καιρούς το ριζικό των Ελλήνων μες στο καζάνι των συμφερόντων τους σαν αναγκαίο μπαχαρικό μηχανορραφώντας σε βάρος τους» (σελ. 253) είναι τα ξόμπλια που αποζητά ένα σκούρο σαν το περιεχόμενο του μυθιστορήματος ρούχο για να φωτίσει αμυδρά την ύπαρξή του!

Η Ροζαλία, που στο προηγούμενο βιβλίο σχεδίασε και εξετέλεσε ένα ψυχρό σχέδιο εις βάρος της Νεφέλης Παπανδρέου, πλέον Ντελίσια, μπλέκοντάς την σ’ ένα γάμο σκοπιμότητας για να κρυφτεί η ομοφυλοφιλία του φίλου της, Αλμπέρτο, τώρα τιμωρείται και μάλιστα χωρίς έλεος. Πρόκειται για έναν χαρακτήρα που έχει πολλές και διαφορετικές εκφάνσεις, εκφράζεται, σκέφτεται και αισθάνεται, όλα αυτά όμως δεν την κατατάσσουν στους καλούς, ούτε καν στους μονήρεις ανθρώπους. Διακυμάνσεις και αλλαγές σφυρηλατούν αέναα τον χαρακτήρα της γυναίκας αυτής που προσπαθεί να εξισορροπήσει τα «θέλω» της με τα «πρέπει» του πολέμου. Αν στο πρώτο βιβλίο απλώς διάβαζα τις περιπέτειες της Ροζαλίας, έχοντας αγωνία για το τι θα γίνει παρακάτω, ακόμη και παίρνοντας το μέρος της στο παιχνίδι με τη Νεφέλη, εδώ πλέον κατάλαβα στις πραγματικές της διαστάσεις την ασχήμια αυτού του εμπαιγμού.

Η Ροζαλία περνάει τα πάνδεινα κι ίσως φανεί υπερβολικός ο αριθμός των άσχημων στιγμών, των ταπεινώσεων, των δακρύων, όμως και πάλι δεν αρκούν για να με φτάσουν στο απαιτούμενο επίπεδο «ελέους» που θα ένιωθα για την ολοκλήρωση μιας ιστορίας. Ταπεινώνεται, ευτελίζεται, ποδοπατιέται, μέχρι και παιδί αποκτά, σπόρος ενός έρωτα χαμένου, τα βάσανα γίνονται ακόμη χειρότερα και το βάρος πιο δυσβάσταχτο. Μετάνιωσε; Ναι, το παραδέχεται στο ημερολόγιό της και ζητά νοερά συγνώμη από τη Νεφέλη, είναι όμως αυτό αρκετό ή αληθινό; Μήπως μετανιώνει για να απαλλαγεί από το βάρος των τύψεων και όχι συνειδητοποιώντας στο έπακρο την ύβρι που διέπραξε; Η συγγραφέας παίζει ένα καταπληκτικό παιχνίδι με την τύχη αυτής της γυναίκας, την οποία μπλέκει σε έναν κυκεώνα παρεξηγήσεων, κατακρημνίζοντας σταδιακά την, ας την πούμε αίσια, ζωή της. Γεγονότα στα οποία δε δίνει σημασία ή ερμηνεύει με τη δική της αντίληψη, διαπιστώνει πως στην πραγματικότητα, σε ξένα μάτια και αυτιά, δημιουργούν μια εντελώς λανθασμένη εικόνα, ικανή να τη στείλει, χριστιανή ούσα, στο Άουσβιτς!

Ο Ζαν Πιερ, αχ, ο Ζαν Πιερ… Για μένα αυτός είναι ο πρωταγωνιστής του βιβλίου, ένας άντρας που επιμένει να δίνει αγάπη σε μια γυναίκα που του ξεκαθάρισε πως περιμένει τον Ανατόλ της, ένας πατριώτης που αναγκάζεται να φορέσει το αστέρι του Δαυίδ και να δεχτεί απανωτές ταπεινώσεις για τη θρησκεία του, μια πολύπλευρη προσωπικότητα που ματώνει δυο φορές: μέσα του όσο η ματιά της Ροζαλίας περνάει από πάνω του και εξωτερικά κάθε φορά που λοιδορείται και ξυλοκοπείται μέχρι θανάτου. Είναι ένας άντρας που πείθει τη Ροζαλία να τον παντρευτεί για να μην κινδυνεύει ως ανύπαντρη μητέρα και δε σταματά στιγμή να αγωνίζεται για να την κερδίσει. Ανάμεσα σε αυτό το ιδιαίτερο ζευγάρι υπάρχουν σκηνές εκπληκτικής λογοτεχνικής ωριμότητας, όχι τόσο για τον τρόπο γραφής των διαλόγων αλλά για τις διαφορετικές θέσεις και καταστάσεις, ακόμη και τα παράλληλα σύμπαντα που εκπροσωπούν. Είναι ευρηματικός ο τρόπος που σκιαγραφείται η σχέση τους, με τα πάνω και τα κάτω της, με τη δράση και την αντίδραση που προκαλούνται από απρόσμενα γεγονότα. Κι όταν έρχεται η ώρα των μεγάλων αποκαλύψεων …. αναγκάστηκα να κλείσω το βιβλίο, μην αντέχοντας το φορτίο που μου ανέθεσαν να κουβαλήσω!

Η Ροζαλία έχει βρει το αποκούμπι της στη θεία του Ζαν Πιερ, τη Μέρκα, που σταδιακά μετατρέπεται από στρυφνή συγγενής, ψυχρή και αγενής απέναντι στη νύφη που της κουβαλήθηκε, σε τρυφερή, ζεστή, αληθινή φίλη, σχεδόν μητρική φιγούρα. Η αδιαλλαξία της, η αντικειμενικότητά της, η πληθώρα και το μέγεθος των συναισθημάτων που τη διακατέχουν την κάνουν έναν από τους αδαμάντινους χαρακτήρες της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας, μια γυναίκα απόλυτα αληθινή και τραγικά ρεαλιστική.

Ας αναφερθώ και στον Μαξ Μάισνερ, τον Γερμανό αξιωματικό που επιθυμεί διακαώς τη Ροζαλία όταν τη συναντά στο Μουλέν Ρουζ όπου εργάζεται ως μουσικός στην ορχήστρα. Θα γράψω γι’ αυτόν γιατί η κυρία Τραυλού κατάφερε να σχηματίσει με τον δικό της τρόπο μια φιγούρα γνωστή σε όλους. Πρόκειται δηλαδή για τον κλασικό Γερμανό αξιωματικό-κατακτητή, που δεν ορρωδεί προ ουδενός για να ρίξει στο κρεβάτι όποια γυναίκα επιθυμήσει, μόνο που εδώ αυτός ο Γερμανός θα παίξει έναν απρόσμενο ρόλο και θα βάλει έναν θεμέλιο λίθο για μια πορεία χωρίς γυρισμό! Κάποια ελάχιστα ψήγματα πολιτισμού, κουλτούρας και καλλιέπειας σύντομα χάνονται και αφανίζονται κάτω από τη στάχτη που σηκώνει το πόδι του κάθε φορά που τσαλαπατάει τις ψυχές που συναντά στον δρόμο του, επομένως φυσικά και δεν τον συμπάθησα. Εξαιτίας του όμως η ζωή της Ροζαλίας θα πάρει μια αναπάντεχη τροπή και θα τη φέρει αντιμέτωπη με τον εφιάλτη του Άουσβιτς. Είναι ένας άντρας που πληρώνει για τα εγκλήματά του με ευρηματικό και ικανοποιητικό τρόπο!

Αν θέλουμε να μιλήσουμε για «καλούς Γερμανούς», ας εστιάσουμε στον Βαυαρό ξυλουργό Καρλ Σβάιτς, που επιστρατεύτηκε από τη Βέρμαχτ και ρίχτηκε άθελά του σε αυτόν τον πόλεμο. Η γνωριμία του με τη Ροζαλία στο Άουσβιτς είναι κομβική και φυσικά περνάει από σαράντα κύματα ώσπου να του χαρίσει η γυναίκα την εμπιστοσύνη της. Η φιλία και η τρυφερότητα που αναπτύσσεται ανάμεσά τους είναι ένας λαμπερός ήλιος στη σκοτεινιά του στρατοπέδου και άλλη μια απόδειξη της δύναμης που έχει η ελπίδα. Αυτή η υπέροχη προσωπικότητα, που εκπροσωπεί ένα μικρό ποσοστό αληθινών ανθρώπων που ζούσαν και πολεμούσαν υπό τις διαταγές ανωτέρων τους, είναι ένας χαρακτήρας που ήρθε στην Ελλάδα και διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο σε άλλο μυθιστόρημα της ίδιας συγγραφέως, το «Άγαλμα στη σοφίτα» (κυκλοφορεί επίσης από τις εκδόσεις Διόπτρα). Έξυπνη ιδέα, την οποία επικροτώ!

Η μεταφορά της Ροζαλίας στο Άουσβιτς ανεβάζει τον πήχη ακόμη πιο ψηλά! Η συγγραφέας μεταφέρει την ιστορία της σε αυτόν τον αιματοβαμμένο βωμό ανθρωποθυσιών και αρχίζει να παρατάσσει μπροστά στον αναγνώστη μια σειρά από γνωστές προσωπικότητες: τον Μένγκελε, τον Ρούντολφ Χες, τη φράου Μάντελ και άλλους. Οι θάλαμοι αερίων, τα πειράματα σε παιδιά, νέους και νάνους, η παράλογη συμπεριφορά των δεσμοφυλάκων και των αξιωματικών απέναντι στους κρατουμένους, η εξολόθρευση των Εβραίων, το τατουάζ με το εφιαλτικό νούμερο στο χέρι και πάνω απ’ όλα αυτά η παράλογη απαίτηση να υπάρχει ορχήστρα και χορωδία μέσα σε αυτήν την Κόλαση, όπως τόσο στυγνά περιγράφεται κατά την πορεία της ιστορίας είναι αληθοφανέστατες λεπτομέρειες που στήνουν ένα άκρως ρεαλιστικό σκηνικό, κάτι που μου χάρισε άφθονες στιγμές ανατριχίλας.

Τι θα συμβεί λοιπόν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης; Θα ξαναβρεθεί η Ροζαλία με τον Ανατόλ Κοβάλσκι; Γιατί εξαφανίστηκε ο έρωτας της ζωής της και δεξιοτέχνης μαέστρος από προσώπου γης και πού βρίσκεται; Θα ξαναδεί τον γιο της; Πώς θα επιβιώσει από τον όλεθρο; Τι απέγιναν οι δικοί της άνθρωποι πίσω στη Θεσσαλονίκη που κάποια στιγμή ακολούθησαν κι αυτοί τη μοίρα της εβραϊκής κοινότητας της πόλης; Και πάλι η αντικειμενική συγγραφέας παρεμβαίνει: «-Ο Θεός ας βάλει το χέρι του!… -Ο δικός σου ή ο δικός μου Θεός, θεία Μέρκα; … -Όποιος να ‘ναι. Καλοδεχούμενοι και οι δυο τους τούτη την ώρα…» (σελ. 342).

Θα αναφέρω λίγο πριν τελειώσω τις αντιρρήσεις μου ως προς δύο θέματα που διαπραγματεύεται το βιβλίο: τα πορνεία στο Άουσβιτς και τον αγνό μεν, σαρκικό αν και ανολοκλήρωτο  έρωτα ανάμεσα σε δύο αδέλφια. Στη μέχρι τώρα πορεία μου, όσες φορές διάβασα σε βιβλία για γυναίκες που κατέφυγαν ή εκβιάστηκαν να καταφύγουν στην πορνεία δεν ήταν και η καλύτερή μου. Σίγουρα οι γυναίκες αυτές είναι ηρωίδες, είναι πλάσματα που στο μεγαλύτερο ποσοστό τους δεν αποζητούν μετά χαράς αυτόν τον κίβδηλο έρωτα, απλώς στα βιβλία δεν είναι για μένα η καλύτερη μυθοπλαστική αναφορά, όσο καλοδουλεμένη, ρεαλιστική και αναγκαία κι αν είναι. Αυτήν την άποψη την αποκρυστάλλωσα ίσως και επηρεασμένος από δείγματα παραλογοτεχνίας που έχω διαβάσει ή τις μελό ελληνικές ταινίες που έχω δει, όπου η πορνεία χρησιμοποιείται πολλές φορές ως πόλος έλξης συμπτώσεων ή είναι η «εύκολη» ή «ενδεδειγμένη» λύση για μια γυναίκα που έχει υποστεί τα πάνδεινα στη ζωή της και η μοίρα την ανάγκασε να στραφεί σε αυτήν τη «δουλειά».

Παρ’ όλ’ αυτά, στην περίπτωση των «Ανθρώπων από στάχτη» ανοίχτηκε ένα εντελώς νέο κεφάλαιο μπροστά μου: στα στρατόπεδα συγκέντρωσης υπήρχαν όντως πόρνες ως «επίδομα» για τους υπάκουους και υποδειγματικούς κρατούμενους! Τούτο ήταν ένα σατανικό σχέδιο του Χάινριχ Χίμλερ, που πίστευε πως έτσι οι άντρες θα αύξαναν την παραγωγικότητά τους! Φυσικά τις πόρνες δεν τις χρησιμοποίησε παρά μόνο το 1 % των κρατουμένων! Μια σοβαρότατη λεπτομέρεια λοιπόν, κατά πάσαν πιθανότητα ταμπού για την ιστορική μελέτη, βρίσκει τον δρόμο της για να αναπτυχθεί και να πληροφορήσει τον αναγνώστη γι’ αυτήν την εντελώς άγνωστη σε πολλούς σελίδα. Απλώς το γεγονός πως μια από τις ηρωίδες του βιβλίου βασανίστηκε για να πάρει αυτό το πόστο, σαν να μην της έφταναν όλα τα άλλα, ήταν κάτι που μου έφερε στο μυαλό τα άλλα παραδείγματα που ανέφερα πριν, η γραφή της κυρίας Τραυλού όμως με έπεισε απόλυτα για όλα!

Ως προς τον έρωτα και τον σαρκικό πόθο ανάμεσα σε αδέλφια είναι κι αυτό ένα ταμπού στον μικρόκοσμό μου, με το οποίο όποτε διασταυρώνονται οι δρόμοι μας στρίβω αλλού το κεφάλι. Υπάρχει όμως, υφίσταται κι αλίμονο σε όποιον το ζήσει, όπως οι δύο χαρακτήρες που επέλεξε η συγγραφέας. Προς τιμήν της σεβάστηκε τη σάρκα και δεν ολοκλήρωσε τη σχέση τους, κάτι που όμως αποδείχτηκε οδυνηρότερο και για τους δύο, πόσο μάλλον για εκείνο το πρόσωπο που τους ανακάλυψε και ανατράπηκε για πάντα η ζωή του. Φυσικά καμία από τις δύο αυτές καθαρά υποκειμενικές παρατηρήσεις δεν επηρεάζει τη σημαντική λογοτεχνική αξία που απορρέει από ένα συγκλονιστικό κείμενο, όπως οι «Άνθρωποι από στάχτη».

Το δεύτερο βιβλίο λοιπόν της σειράς είναι το δάκρυ που αφήνει η πένα ως φόρο τιμής σε αυτές τις χαμένες ψυχές, σε αυτούς τους ήρωες που ένιωσαν στο πετσί τους τη φρίκη και την παράνοια και είτε επέζησαν είτε κατέφυγαν στην αγκαλιά του Θεού για να Τον παρηγορήσουν που δεν μπόρεσε να κατέβει και να ζητήσει συγνώμη από την ανθρωπότητα. Αναπάντεχα γεγονότα, προδοσίες και ελπίδα, εξαιρετικά σκιαγραφημένοι χαρακτήρες, αγάπη και σεβασμός, μανία και παράνοια, ξεπηδούν χάρη σε ένα υποδειγματικό στυλ γραφής, δοτικό, καίριο, ρεαλιστικό και τεκμηριωμένο. Όλα αυτά συναποτελούν τους «Ανθρώπους από στάχτη» που μας ταξιδεύουν στο παρελθόν της ανθρώπινης ιστορίας και στο διηνεκές της ανθρώπινης χωλότητας. Η πλοκή εμπλουτίζεται, ανεβαίνει βαθμίδες και προετοιμάζει τον αναγνώστη για το ακόμη δυνατότερο κρεσέντο που ακολουθεί. «Μόνο το χνότο του καιρού και το κλάμα της βροχής» είναι η μουσική υπόκρουση σε αυτό το στρωτό, διαχρονικό και πανανθρώπινο κείμενο όσο ο αναγνώστης προσπαθεί να βρει απάντηση στο ερώτημα: «-Πόσες φορές άραγε μπορεί να πεθάνει ένας άνθρωπος, θεία Μέρκα;» («-Όσες φορές χρειαστεί, κόρη μου. Αρκεί να μπορεί να ανασταίνεται και να ξαναζεί», σελ. 295).

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Εγγραφείτε στο newsletter

Οδηγός ιστοσελίδας

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος