Έψαξα να ’βρω στο προσκέφαλο της Γης

ένα τραγούδι αυθεντικό και μια σημαία

βρήκα δεμένους ναυαγούς στην προκυμαία

κι έτσι προτίμησα τον δρόμο της φυγής.

 

Πέρασα μέσα από υπόγεια καπηλειά

γεύτηκα τόπους μακρινούς κι άδειες πλατείες

είδα καπνό σε γκρεμισμένες πολιτείες

κι ένα διαβάτη που δεν έβγαζε μιλιά.

 

Οι μέρες φεύγουν, να τις πιάσω δεν μπορώ

κι έχω απόσταση μεγάλη να διανύσω

πάλι στην ίδια αφετηρία θα γυρίσω

με την ανάσα μου στραμμένη στον καιρό.

 

Βγάζω φτερά ν’ αγγίξω λίγο ουρανό

μα λιώνει ο ήλιος το κερί στην Ικαρία

δίχως πυξίδα σε μετέωρη πορεία

κι ένα σημάδι να πλανιέται στο κενό.

 

Έρημος κόσμος το παλιό το αρχοντικό

και τα πατζούρια του μορφές ξεθωριασμένες

αγάπες πρώτες στα χαλάσματα κρυμμένες

κι ένα πουλί που ξεμακραίνει βιαστικό.

 

_

γράφει ο Χρήστος Παπαγεωργίου