τοβιβλίο.net

Select Page

Αντίο δεν είπα, ακόμη ζω, του Γιώργου Τζιτζικάκη

Αντίο δεν είπα, ακόμη ζω, του Γιώργου Τζιτζικάκη

Ο Γιώργος Τζιτζικάκης, μετά από μια πετυχημένη πορεία στον χώρο των νεοελληνικών γραμμάτων και έχοντας χαρίσει στους αναγνώστες δύο καλογραμμένα μυθιστορήματα από τις εκδόσεις Ωκεανίδα, τώρα ανοίγει τα συρτάρια του και ταυτόχρονα την ψυχή του στους ανθρώπους αυτούς που τον γνώρισαν, τον διάβασαν, τον στήριξαν. Το νέο του βιβλίο που κυκλοφορεί από τον ανωτέρω εκδοτικό οίκο, είναι μια συλλογή διηγημάτων, «ιστοριών που αντίο δεν είπαν, ακόμη ζουν», μιας και κάποιες είναι γραμμένες πάνω από είκοσι χρόνια πριν, όταν ο συγγραφέας ακόμη έψαχνε και ψαχνόταν, εκτεταμένων, σύντομων, περιεκτικών, ρεαλιστικών, νατουραλιστικών και τόσο σύγχρονων. Τα κείμενα είναι γραμμένα με την αγαπημένη δεξιοτεχνία και τη διακριτική θεματική και περιγραφική προσέγγιση του συγγραφέα, αυτό που εκτίμησα και αγάπησα ακόμη περισσότερο όμως ήταν το γεγονός πως ο μύθος έμπλεκε με την αλήθεια της προσωπικής ζωής του Γιώργου! Εκεί που διάβαζα για χάρτινους ήρωες και δανεικές ζωές, ξεπεταγόταν ένα πετραδάκι από τα δύσκολα εφηβικά και παιδικά χρόνια του συγγραφέα!

Ο Γιώργος Τζιτζικάκης έχει αυτογνωσία και δε σταματάει να εμπνέεται και να πειραματίζεται, επομένως τα διηγήματά του αυτά δεν είναι απόπειρα να κερδίσει χρόνο ώσπου να γράψει το επόμενο σημαντικό μυθιστόρημα αλλά μια άμεση, ανεμπόδιστη επαφή, ένα μεγάλο «ευχαριστώ», με το αναγνωστικό κοινό που το έχει ήδη κερδίσει με την πένα, την αγάπη του και την ντομπροσύνη του. «Οι ιστορίες ετούτου του βιβλίου μιλούν για τον έρωτα και την αγάπη, τη νοσταλγία και την απώλεια, τις πράξεις με τα σωστά και τα λάθη τους», γράφει στην εισαγωγή (σελ. 15) και συνεχίζει: «Ήταν η εκτόνωσή μου, εκείνες έδιναν κάποιο νόημα στη ζωή μου και κατά μια έννοια την έσωσαν γιατί της πρόσφεραν σκοπό» (σελ. 17). Άλλη μια καινοτομία του βιβλίου είναι που στο τέλος υπάρχουν μερικά λόγια για «την ιστορία πίσω από την ιστορία», πώς και πότε και κυρίως γιατί γράφτηκαν τα διηγήματα. Έτσι το νέο βιβλίο του κυρίου Τζιτζικάκη είναι μια σημαντική de profundis εξομολόγηση και ταυτόχρονα μια απολαυστική ανάγνωση!

Στο «Manifesto» ο αφηγητής παρομοιάζει τη ζωή του με την κόκκινη βέσπα που καβαλάει , σταματημένος σε ένα φανάρι της Ομόνοιας, τόσο ζεστής που «…μέχρι κι ο Διάβολος προχθές άφησε την κόλαση για να ξαπλώσει…» (σελ. 22). Είναι ένας άνθρωπος που μιλάει με αγάπη και πίκρα για τη ζωή του και τη δεινή οικονομική και συναισθηματική του κατάσταση: «…κι εμένα τα νεύρα μου σπάνε που δεκαπέντε χρόνια δεν αξιώθηκα να πάρω ένα καλύτερο μηχανάκι -και μια μερίδα όνειρα μαζί του» (σελ. 21). Είναι πολύ στρωτός και ταιριαστός ο παραλληλισμός της ζωής γενικότερα μετά την κρίση με ένα μηχανάκι που αργοσβήνει: «Τρελές καταστάσεις σε μια τρελή, μια βαλτωμένη, κουρασμένη πόλη. Βέσπα κι αυτή εκτός πορείας. Λάδι, ρόμπα, λάμπα, λάστιχο, φρένο, όλα χαρακτηριστικά μιας Ελλάδας ρημάδι» (σελ. 24). Και γιατί τα φωνάζει όλα αυτά ο αναβάτης της βέσπας; «Ο μισός μου κόσμος κάνει κουράγιο στον άλλο μου μισό μην τρελαθεί με όλα αυτά που βλέπει» (σελ. 25). Και τι θα γίνει τελικά η δύσκολη ζωή μας, η ίδια η χώρα; «-Τρίζει δεκαπέντε χρόνια ετούτη η βέσπα! -Δε βαριέσαι, μάνα μ’… θ’ αντέξ’ άλλου ένα!» (σελ. 26).

Στο «La Vie en Rose» μια γυναίκα νιώθει πως πνίγεται σε έναν τελματωμένο γάμο δεκαπέντε χρόνων, όπου ο σύζυγος της φέρεται πάντα καλοπροαίρετα, γλυκά και τρυφερά, υπάκουα, σχεδόν κουταβίσια. Και εκείνη νιώθει πως όλα αυτά την πνίγουν, πως η ζωή περνά χωρίς εκείνη να κάνει αυτά που πραγματικά θέλει, όσα ουσιαστικά ενισχύσουν τη φιλαυτία της. Ζητάει διαζύγιο και ξεκινάει μια περίοδο δημιουργική, χορταστική, προκλητική, με αναγνώριση και φήμη. Είναι όμως αυτά αρκετά; Τη γεμίζουν αυτά που περίμενε να τη σώσουν από έναν κουρασμένο γάμο; Και τότε γιατί επέστρεψε στο Σούνιο δυο χρόνια μετά, κάποια Χριστούγεννα; Τι θα συμβεί εκείνο το μοιραίο βράδυ; Ο πρώην άντρας της θα είναι εκεί να την περιμένει; Κι αν ναι, θα τον έχουν αλλάξει τα χρόνια, η αδιαφορία της, ο εγωισμός της; «…αν αύριο πέθαινες, θα ήσουν χορτασμένη απ’ όσα έκανες;». Μια σημαντική ερώτηση που όλοι πρέπει να κάνουμε στους εαυτούς μας! Μια τρυφερή ιστορία που δείχνει την ικανότητα του συγγραφέα να γράφει ρομαντικές και ταυτόχρονα σκληρές, βαθυστόχαστες ιστορίες, με ένα αδέκαστο βλέμμα απέναντι στα μύχια της ανθρώπινης ψυχής.

«Το υγρό στοιχείο της» είναι μια ιστορία που ίσως ξενίσει με την περιγραφική φλυαρία όμως το αναπάντεχο τέλος και η σωστή τοποθέτηση στον σκληρό και ρεαλιστικό παρόντα χρόνο των εικόνων που περιγράφονται θα αποζημιώσουν τον αναγνώστη και θα του φέρουν δάκρυα στα μάτια, μιας και ο πόνος μιας σημαντικής απώλειας δε σβήνει ποτέ. Με αυτό το διήγημα ο συγγραφέας αγωνίζεται να τιθασεύσει τους δικούς του δαίμονες και αναπαριστά μια τρυφερή και όμορφη καθημερινή στιγμή, αφήνοντας και μια γεύση πίκρας όσο στερεύουν οι λέξεις του κειμένου.

Το διήγημα «Μια εκδρομή», παρ’ όλο που είναι μόλις οχτώ σελίδες, είναι γεμάτο από εκπλήξεις και συναισθήματα. Πρόκειται για το τσαλαπάτημα μιας ψευδαίσθησης, που θεριεύει με τη φαντασίωση και την απόσταση, όταν έρχεται όμως η ώρα να πληρωθεί αυτό το κενό τότε ίσως τα πράγματα να μη γίνουν όπως τα θέλουμε κι επιπλέον ίσως σέρνουν πίσω τους βαριές συνέπειες για το κοινωνικό και οικογενειακό μας περιβάλλον. Είναι μια ιστορία λιτή, σχεδόν προφορική, που παίζει με το μυαλό του αναγνώστη από την αρχή ως το τέλος με τη μια εκφραστική και περιγραφική ανατροπή μετά την άλλη!

Το «Λεμονιές και άνθη» σε αρπάζει από την αρχή και σε ταξιδεύει στις αναμνήσεις και τη στάση ζωής της ενενηντάχρονης κυρα-Βασιλικής: «…κι οι μέρες περνάνε σαν πέρδικες σε κρότο τουφεκιού» (σελ. 224). Είναι μια υπέροχη, συγκινητική ιστορία που αφορά ένα χιλιοειπωμένο μελό θέμα, γραμμένο όμως με τη στιβαρότητα και τη διεισδυτικότητα του Γιώργου Τζιτζικάκη. Μου έφερε δάκρυα στα μάτια το συναίσθημα που πήγαζε από την ερωτική ιστορία που έζησε στα νιάτα της η χαριτωμένη και κατάμονη γειτόνισσα, η οποία δε χάνει στιγμή να αγγίζει και να μυρίζει τα φύλλα της λεμονιάς έξω από το σπίτι της. Μια πολύ δυνατή ιστορία, γεμάτη αγάπη για το παρόν και την κάθε στιγμή που απαρτίζει το «σήμερα».

Μεγάλη έκπληξη ήταν το τελευταίο διήγημα, «Το φρεσκοβαμμένο ξύλο», μια σωστή και φέρελπις απόπειρα αστυνομικού διηγήματος. Με πάνω από 100 σελίδες, επομένως άνετα αγγίζει την αστυνομική νουβέλα, το κείμενο μας συστήνει έναν ωμό, σκαιό, δίκαιο και έμπειρο αστυνόμο, τον Κυριακόγλου, που αγωνίζεται να λύσει την υπόθεση μιας δολοφονίας σε μια καλύβα σ’ ένα δάσος, βασισμένος στον μοναδικό αυτόπτη μάρτυρα. Η αφήγηση είναι πρωτότυπη, μιας και κατά κύριο λόγο η υπόθεση εκτυλίσσεται μέσα από τις ερωταπαντήσεις της ανάκρισης του μάρτυρα, όχι όμως εν είδει σκέτων διαλόγων αλλά με ενδιάμεσα εκτεταμένες και χρήσιμες περιγραφές του τόπου δράσης και ανάκρισης και μια διορατική σκιαγράφηση των χαρακτήρων. Μέσα από αυτήν τη συζήτηση και με αφορμή πότε ένα στοιχείο πότε μια σκηνή που επαναφέρει ο μάρτυρας στον νου του, πότε μια κίνηση ή κάτι άλλο χαρακτηριστικό, ξεδιπλώνονται οι προσωπικότητες του αστυνόμου και του ηλικιωμένου συνομιλητή του. Εναλλαγή στην εναλλαγή, αποκαλύψεις, μυστικά και ψέματα, πότε φέρνουν σε δύσκολη θέση τον μάρτυρα και πότε τον βοηθάνε να ξεγλιστρήσει. Η υπόλοιπη ιστορία εκτυλίσσεται με τον κλασικό τρόπο, έρχεται όμως η προηγούμενη ανάκριση και κουμπώνει σε κάποιες πολύ σημαντικές παραμέτρους. Παρ’ όλο το ευμέγεθες του κειμένου, ένιωσα πως ο συγγραφέας ακόμη δίσταζε να ξεδιπλώσει αυτήν την πλευρά της γραφής του, κάπου ένιωθα στριμωγμένος στη ροή των γεγονότων ή διέβλεπα πως όσο οδεύουμε στη λύση του μυστηρίου δεν υπάρχει χώρος ή χρόνος οπότε εμφανίζονταν δικαιολογημένα μεν πολλά δε σκηνικά, που δημιουργούν νέα ερωτηματικά και φέρνουν στο φως νέες τροπές της υπόθεσης. Πιστεύω ακράδαντα, ήδη έχοντας κατά νου και το «Ένα δράμι δύναμης» πως το στυλ του Γιώργου Τζιτζικάκη έχει μια εσωτερικότητα και ταυτόχρονα μια οξυδέρκεια και παρατηρητικότητα που θα μπορούσε να επιδοθεί εξίσου καλά και στο αστυνομικό είδος. Με συγκίνησε επίσης, αν και δε θα το προτιμούσα σε ένα εκτεταμένο, «οριστικό» κείμενο, το κρυφό μήνυμα που υπάρχει στις σημειώσεις του δολοφόνου και απευθύνεται μέσα από την καρδιά του συγγραφέα στον ανυποψίαστο αναγνώστη! Ένα μήνυμα που δείχνει το μεγαλείο ψυχής του και αγκαλιάζει με αγάπη όσους εμπιστεύτηκαν και ακολουθούν ακόμη τα γραπτά του!

Το χιουμοριστικό «Φρουτένιο άρωμα» μου έδειξε και ένα άλλο κρυφό ταλέντο του συγγραφέα! Διασκέδασα αφάνταστα με τη μονομανία του πρωταγωνιστή και τον παράδοξο τρόπο με τον οποίο γνωρίστηκε με την πανέμορφη αεροσυνοδό! Το σουρεαλιστικό «Φόβος» είναι ένα ευρηματικό κείμενο που αφορά τη μεταθανάτια ζωή και καταγράφει μια διαφορετική πτήση ενός ανθρώπου που έζησε πολλά, φοβάται αλλά και χαμογελά! «Το χοχλιδάκι της φωτιάς» είναι μια ρομαντική ιστορία για δυο νέους που τους χώρισε το όνειρο των σπουδών στην πόλη, γραμμένη με κρητική ντοπιολαλιά και γεμάτη συναίσθημα κι ελπίδα. Η «Ανάμνηση» είναι ένας αξιόλογος πειραματισμός στο διήγημα τρόμου και φρίκης, με μια συναρπαστική σχεδόν μεταφυσική ιστορία! Τέλος, στον «Εγωισμό» έχουμε ένα υπόδειγμα αντρικού ψυχογραφήματος που πότε με κέρδιζε θετικά και πότε τον απέρριπτα ηθικά!

Έντεκα διηγήματα λοιπόν, γραμμένα στρωτά, πολυποίκιλα, με χιούμορ, σαρκασμό, τραγικότητα, ρομαντισμό, συγκίνηση, ρεαλισμό, ανθρωπιά. Γέλιο, φόβος, συναίσθημα, διαφορετικές αφηγηματικές προσεγγίσεις, ποικίλος και πλούσιος περιγραφικός κόσμος, ένα ολόκληρο ρεαλιστικό σύμπαν περιέχεται σε αυτήν τη συλλογή διηγημάτων. Ιστορίες με απρόσμενο ή αναμενόμενο τέλος, με ανθρώπους οικείους ή «πέραν του κόσμου τούτου», με ένταση και καλογραμμένες, όλες σαν απόπειρες του συγγραφέα για τα διαφορετικά είδη της πεζογραφίας, λες και ψάχνει να βρει ποιο αφηγηματικό στυλ του ταιριάζει ώστε να το επεκτείνει σε ένα ευμέγεθες και βαθύτερο μυθιστόρημα. Και είναι τόσες πολλές και τόσο διαφορετικές που ο αναγνώστης θα ταυτιστεί με αρκετές από αυτές ενώ για άλλη μια φορά θα αφεθεί να ταξιδέψει στο σύμπαν του Γιώργου Τζιτζικάκη και θα βγει κερδισμένος από αυτήν την εμπειρία.

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Εγγραφείτε στο newsletter

Οδηγός ιστοσελίδας

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος