Γάλα Μαγνησίας, του Κώστα Ακρίβου

15.02.2020

σχόλια

Πέντε αγόρια σπουδάζουν σ’ ένα εκκλησιαστικό οικοτροφείο του Βόλου τη δεκαετία του 1970. Σχολικές πλάκες, μαθήματα, πειθαρχία, προσευχές, ηθική διαπαιδαγώγηση, όλα θα μπορούσαν να είναι μια ευχάριστη ανάμνηση αν δεν τους κατηγορούσαν εκείνο το καλοκαίρι του 1975 πως δολοφόνησαν τον συμμαθητή τους που είχε ξεβραστεί νεκρός κοντά στην παραλία όπου πήγαιναν για μπάνιο. Τι συνέβη εκείνη τη μέρα; Ποιος ήθελε να σκοτώσει ένα παιδί που στην τελική κανένας δεν ήθελε να συναναστραφεί; Γιατί αυτά τα δραματικά γεγονότα στοιχειώνουν ακόμη τα παιδιά σήμερα, που είναι πλέον μεσήλικες;

Ο Μπράσκας ή Εμμανουήλ Λαρυγγάκης, με πεταχτά μάτια και φουσκωτά χείλη σαν το ομώνυμο ψάρι, ο κοντούλης Αχιλλάκος Μαραϊδώνης, ο Μικ ή Γιάννης Μόσιος που τραυλίζει κι έχει για ίνδαλμά του τον Μικ Τζάγκερ κι ο Ζερβής ή Θανάσης Κουτσόπουλος, αριστερόχειρας και αριστεροπόδαρος στα σουτ, είναι μια παρέα παιδιών σχετικά παράταιρων με τα υπόλοιπα: «Τα πιο πολλά ήταν τύπος και υπογραμμός… πήγαιναν στο κατηχητικό, κοπάνα και σκασιαρχείο δεν ήξεραν τι θα πει. Ενώ εμείς… Καμιά σχέση μ’ αυτό που λένε καλά παιδιά. Αν είχαμε γεννηθεί έτσι, ή αν γίναμε αυτά τα χρόνια που ήμασταν στο οικοτροφείο, δεν το ξέραμε. Το μόνο που ξέραμε ήταν πως κάθε τόσο κάτι μας έπιανε και λέγαμε ή κάναμε το αντίθετο απ’ ό,τι οι άλλοι» (σελ. 15). Από τις πρώτες τάξεις του γυμνασίου σταδιακά είδαν πως ταιριάζουν τα χνότα τους κι έτσι τώρα, στην πέμπτη, έγιναν μια γροθιά κι αν έκανε ένας κάποιο αδίκημα τιμωρούνταν όλοι κι ένιωθαν μάλιστα περηφάνια γι΄ αυτό. Δεν ήταν από κακή πάστα, δε θα τους έλεγε κάποιος αληταράδες, απλώς ήταν περισσότερο ζωηροί απ’ ό,τι θα έπρεπε, με τις αγωνίες τους, τα χόμπι τους, τα ακούσματά τους και τις φυσιολογικές ατασθαλίες της ηλικίας τους. Τα πραγματικά ονόματα των παιδιών και οι ιστορίες των οικογενειών τους βγαίνουν σταδιακά στην επιφάνεια, σχεδιάζοντας έτσι τμηματικά τις προσωπικότητές τους και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται τα γεγονότα της εποχής. Μέσα από αυτές τις συναναστροφές βγαίνει μια κοινωνική τοιχογραφία της εποχής και του τόπου, η οποία αποτελείται από αρχιτέκτονες και ιεράρχες μέχρι εργάτες σε εργοστάσια και νοικοκυρές. Όλοι τους ένιωσαν την ανάγκη να σπουδάσουν τα παιδιά τους κι ένα εκκλησιαστικό οικοτροφείο ήταν η ιδανική λύση.

Στρώσιμο κρεβατιών, πειθαρχία, φιλομάθεια, ποδόσφαιρο, πλάκες, προσευχή, δισκάκια μουσικής, τσιγάρα, βερμούτ, Πελόμα Μποκιού, τα πρώτα βήματα της τηλεόρασης, «Τα χριστιανόπουλα θα πάμε με φτερά» (στα συν η γκεστ εμφάνιση του Αρχιεπίσκοπου Χριστόδουλου ως Μητροπολίτου Δημητριάδος), κινηματογράφος («Εξορκιστής», «Υπολοχαγός Νατάσα», Γκουσγκούνης και Αγγελόπουλος), άφιλτρα τσιγάρα, κλίμα «Μακριά από πούστηδες και κουκουέδες γιατί θα σου κόψω τα ποδάρια»! Μέσα από τα περιστατικά βιώνουμε την ανοργανωσιά της επιστράτευσης με την εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο το 1974, την αγανάκτηση των αγροτών που καλλιεργούσαν τα χωράφια που προέκυψαν από την αποξήρανση της λίμνης Κάρλας ως προς τη ληστρική φορολογική συμπεριφορά του κράτους απέναντί τους, τη θρυλική συναυλία του Μίκη Θεοδωράκη μετά την επάνοδο της Δημοκρατίας, το δημοψήφισμα για το πολίτευμα της χώρας και πάρα πολλά άλλα γεγονότα που δεν παρατίθενται με κουραστικό τρόπο και πολλές λεπτομέρειες, απλώς καθρεφτίζονται σε κινήσεις και πράξεις των ανθρώπων που συναναστρέφονται τα παιδιά, που δοκιμάζουν έτσι κι αυτά τις γνώσεις τους και την παρατηρητικότητά τους.

Η γραφή ποικίλλει. Τα κεφάλαια που αναφέρονται στο γεγονός του πνιγμού έχουν ξεκάθαρη ημερομηνία και είναι γραμμένα σε τρίτο πρόσωπο ενώ τα υπόλοιπα, που συγκροτούν και το μεγαλύτερο μέρος του μυθιστορήματος, έχουν γενικούς τίτλους που αντιστοιχούν στο εκάστοτε περιεχόμενο και πρωτοπρόσωπη αφήγηση από τον Ζερβή, που αργότερα θα γίνει συγγραφέας και δημοσιογράφος. Ο σχολικός περίγυρος αποδίδεται με παραστατικότητα: μονήρεις καθηγητές, ευθυγραμμισμένοι στις εγκυκλίους κι όχι στις ανάγκες των παιδιών, ξύλο για όποιον παρεκκλίνει (ευτυχώς, έχουν περάσει οι εποχές κι έτσι πέφτουν μόνο σφαλιάρες κι αυτές ελάχιστες), με το παιδί που αργότερα θα πνιγεί να είναι το δεξί χέρι του διάκου που εποπτεύει τους μαθητές και λογοδοτεί στον διευθυντή που με τη σειρά του λογοδοτεί στον Σεβασμιότατο, με ένα ανατριχιαστικά ρεαλιστικό περιστατικό σεξουαλικής παρενόχλησης που φυσικά καλύπτεται και χιλιάδες άλλα περιστατικά, δοσμένα όλα με αληθοφάνεια, στιβαρή γραφή και παραστατικούς διαλόγους.

Αυτό το πινγκ πονγκ των εναλλακτικών αφηγήσεων και ο τρόπος με τον οποίο πλησιάζουμε στην αλήθεια κλιμακώνει την ένταση, μόνο που όσα συνέβησαν το 1975 έχουν τον απόηχό τους στην καθημερινότητα των παιδιών αρκετά χρόνια αργότερα, με αποτέλεσμα κάποιος να κινήσει ξανά τα νήματα και να αναβιώσει τα όσα συνέβησαν ώστε να ηρεμήσει η ψυχή του και να προχωρήσει. Όσο μου άρεσαν τα γεγονότα του χτες, ο ρεαλισμός τους, το δέσιμο και η ροή τους, τόσο με ξάφνιασε η τροπή που πήρε το μυθιστόρημα στη σημερινή εποχή και ακόμη περισσότερο το αναπάντεχο φινάλε. Ξεκινάει ένας αγώνας δρόμου χαμένων ψυχών με μόνο έπαθλο την αλήθεια και τη γαλήνη, αλλά η ολοκλήρωση της ιστορίας ήταν κάπως απότομη, ασαφής και σχετικά βιαστική, αν τη συγκρίνει κανείς με το πόσες σελίδες χρειάστηκαν για την καταγραφή των χρόνων του οικοτροφείου.

Κλείνοντας το βιβλίο, μου γεννήθηκαν ακαθόριστα συναισθήματα. Αναρωτιόμουν αν επρόκειτο για μια νοσταλγική για κάποιους καταγραφή των εφηβικών χρόνων της δεκαετίας του 1970 ή για μια πειραματική γραφή του κυρίου Κώστα Ακρίβου, που όσο συγκεκριμένος και ρεαλιστής ήταν στην αρχή τόσο θέλησε να παίξει με τον σουρεαλισμό στο τέλος. Μήπως είναι ένα κοινωνικό μυθιστόρημα που βαδίζει στα χνάρια του Ισίδωρου Ζουργού («Η ψίχα εκείνου του καλοκαιριού») και του Stephen King («Στάσου πλάι μου»), απλώς έχει κι ένα αστυνομικής χροιάς συμβάν ώστε να δείξει πώς επηρεάστηκε ο ψυχισμός των παιδιών; Οι σκεπτικισμοί αυτοί, που σπάνια μου γεννώνται, δείχνουν πως έχουμε ένα καλό δείγμα γραφής και πως το βιβλίο θα κρατήσει συντροφιά στον αναγνώστη αρκετό καιρό μετά το πέρας της ανάγνωσης.

Το «Γάλα Μαγνησίας» είναι ένα καλογραμμένο και τεκμηριωμένο μυθιστόρημα για μια παρέα παιδιών που προσπαθούν να μάθουν πέντε πράγματα, να γνωρίσουν τον εαυτό τους και τους γύρω τους, να αποκτήσουν γνώσεις που θα τους βοηθήσουν σε ένα καλύτερο μέλλον, να ερωτευτούν, να κάνουν σχέδια, να βιώσουν τα ιστορικά και πολιτιστικά γεγονότα της εποχής τους, μόνο που η εφηβεία τους αμαυρώθηκε από την κατηγορία δολοφονίας ενός συμμαθητή τους κι αυτό θα τους κυνηγάει ως την ενήλικη ζωή τους. Σωστή σκιαγράφηση χαρακτήρων, μελετημένα πραγματολογικά στοιχεία, συναρπαστική κλιμάκωση των εξελίξεων και μια χούφτα παιδιά που θα μεγαλώσουν νωρίτερα απ’ ό,τι περίμεναν!

Ακολουθήστε μας!

Οι προσφορές των εφημερίδων

Κερδίστε το!

Κερδίστε το!

Οδηγός ιστοσελίδας

Αρχείο

Επιμέλεια άρθρου Πάνος Τουρλής

Επιμέλεια άρθρου

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου