Δραπέτες, του Σέφη Αναστασάκου

4.03.2020

σχόλια

 

«Τη υπερμάχω των αισθήσεων νικητές χορεύουν με τους ηττημένους θαύμα, θαύμα κόκκινα χείλη φεγγάρι κίτρινο»

Σέφης Αναστασάκος, ‘Υστερόγραφο’

_

γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

Η ποιητική συλλογή του Σέφη Αναστασάκου με τον τίτλο ‘Δραπέτες’ αποτελείται από ποιήματα που προσλαμβάνουν την μορφή απεικονιστικών ‘θραυσμάτων’, ‘θραυσμάτων’ που αναφέρουν εν καιρώ διαλογής και αγωνίας για την πορεία του γίγνεσθαι..

Ο ποιητής προσδιορίζει την ποιητική του μητρικού αίματος[1], ασκείται στην ή στις λειτουργίες μίας λέξης ποιητικά δοσμένης που δια-μοιράζεται παράλληλα ως προσευχή’, εκφράζοντας, με έναν ιδιαίτερο, ποιητικό τρόπο, την αγωνία του για τις διαστάσεις των κανονικοποιημένων συμβολισμών, καθώς & την αγωνία του για τις προσλήψεις της ιστορίας ως γεγονοτολογικής αναφοράς.

Μεταξύ στρατηγικής γνώσης και ‘διαφορικής’ σιωπής, η ποίηση δύναται να συγκροτήσει υποκείμενα-‘δραπέτες’ από το περιθώριο, προσιδιάζοντας προς μία αρχή που δεν γνωρίζει παρά την ανοιχτότητα της, την ενδεχομενικότητα των αναφορών, την μητρική γη ως συγ-κίνηση και ως ‘ίχνος’ αίματος στην ιστορία: «Χωριό μου, Αμάραντε στοιχειωμένο κάστρο των πολεμιστάδων άσβεστο καντήλι της ερημιάς «άρατε πύλας» της Ανάστασης λίκνισμα βελανιδιάς ελάτου ξένοιαστων βουνών».[2]

O Αμάραντος, το χωριό του ποιητή, συμβολοποιεί τις όψεις ενός ποιητικού πράττειν που ‘εδαφοποιείται’ στις εγκλήσεις του παρορμητικού, στις μίκρο και στις μάκρο-εντάσεις της απόδοσης και της υπερ-απόδοσης, σκιαγραφώντας παράλληλα τις εκφάνσεις μίας εκ νέου δι-επαφής με τον τόπο, εκεί όπου η επιστροφή δεν πραγματώνεται στην εντύπωση αλλά στην έκθεση και στην ‘προσπελάσιμη γραφή’-γεωγραφία του τόπου, ‘γραφή’ χαρακτηριστική μίας εποχής: «Τώρα δρομέας μύριων αποστάσεων δηλώνω παρών στον τερματισμό των αγώνων. Προσκυνητής σου μου φτάνει γλυκό ψωμί της φτέρης δροσοσταλιά ένα κομμάτι λεύτερου ουρανού».[3]

Ο άρτος ‘μετασχηματίζεται’ σε οικείο αλλά και σε ανοίκειο συμβολισμό που υπενθυμίζει ότι ο ποιητής ευρίσκεται στα μισά της διαδρομής, με την κάθε επιστροφή να ”δηλώνει παρών”, να ανα-σημασιοδοτεί την μνήμη του σημασιοδοτημένου τόπου: σε αυτό το πλαίσιο, ο τόπος, ο Αμάραντος Καρδίτσας, καθίσταται η φαντασιακή του έκκληση, η εκ-φορά του αίματος με όρους συν-αντίληψης: από τον λεύτερο ουρανό» στη γη που ενσωματώνει γλώσσες.

Η σημαντικότητα της ποίησης εντοπίζεται στις αναφορές της, στις εικονοκλαστικές διολισθήσεις και στο ‘ίσως’. Εγγράφοντας τις σημάνσεις της τοπικότητας ως συνάρθρωση οντολογίας και ανατρεπτικότητας, η ποιητική συλλογή ‘Δραπέτες’ επαναφευρίσκει την τομή της πρόθεσης ως ποιητική επαναλειτουργία, νοηματοδοτεί τις πλαισιώσεις της συμβίωσης με το ‘φορτίο’ της παρουσίας και της απουσίας, της διαμεσολαβούμενης απώλειας, τείνει προς την δόμηση υποκειμένων που συν-διαλέγονται με την αίγλη του ανθρώπινου πολιτισμού και των ανθρώπινων κατασκευών, αναφέροντας, εν μέσω της κεντρομόλου και της φυγόκεντρου δυναμικής του ‘πνεύματος’ της νεωτερικότητας, την προσίδια μεταιχμιακότητα του αιώνα (21ου) που εισέρχεται δυναμικά στο προσκήνιο της ιστορίας αναγνωρίζοντας ρυθμικά: ‘κυρτό’ ή ‘απατηλό’ φως και έντονο σκοτάδι..

Υπό το πρίσμα διαρκών συνδηλώσεων, ο Σέφης Αναστασάκος δύναται να προσεγγίσει το Ντερριντιανό ‘ανεπίκριτο’ διαμέσου της θέασης του περιβάλλοντος του μουσειο-κεντρικού ‘αναθηματισμού’, διαμέσου της ανά-κλησης της ικεσίας, της ανθρωπογενούς απόδοσης του θεϊκού πάθους: αίμα και ‘αίμα’ στους δρόμους..

Διαρρηγνύοντας τους συμβολισμούς του ‘κλέους’, η ποιητική του Σέφη Αναστασάκου ‘φιλτράρει’ και διαμεσολαβεί τις γλώσσες του κανόνα, ‘εμβαπτιζόμενη’ στην ίδια την δοτικότητα της δικής της μαρτυρίας, μαρτυρίας, που καθίσταται αρσενική ως προτροπή & συναίσθηση της θνητότητας και θηλυκή (θηλυκή συμβαντικότητα) ως εμπρόθετη δυναμική & ανα-δημιουργία του εφικτού: «Στις αυλές του σύμπαντος σκίρτημα των άστρων μ’ άγγιξε και άκουσα κραυγές χυμένου αίματος να πυρπολούν τις θημωνιές των οριζόντων. Είδα ιέρειες ανένταχτων θεών να διαδηλώνουν με αναίτια δάκρυα (χαίουσα πληγή αχράντου σώματος). Εκεί στο ξόδι του ερέβους με την πρώτη λαβωματιά του εωθινού άνθρωποι με πυκνούς βοστρύχους χάνονται στα ξαφνικά άλλοι βυθίζουν το πένθος στων ματιών τους τις κόγχες επελαύνοντες σε δρόμους αδυσώπητους. Εκεί στάθηκα και έκλαψα πικρά».[4]

Δια-κρατώντας τις τελετουργίες ‘μύησης’ στην καθημερινή εποπτεία, προ-φέροντας τα συμφραζόμενα ενός αιώνα αντιθέσεων, ενός αιώνα που ‘εννοιολογείται’ από τις ‘καθετοποιημένες’ αντινομίες, η ποιητική γραφή σπεύδει να εντάξει τα σύμβολα του προσιτού και του απρόσιτου κύκλου, να κατονομάσει όχι την ενοχή-ενοχικότητα αλλά την δυναμική-δυναμικότητα της, χρησμοδοτώντας για την πόλη των ανθρώπινων σωμάτων: «Είδα ιέρειες ανένταχτων θεών να διαδηλώνουν με αναίτια δάκρυα».

Το πένθος για το αίμα θα επιτελεστεί, σε μία χορική κατανομή, από αρσενικά & θηλυκά υποκείμενα, υποκείμενα τα οποία αναζητούν το ‘αδυσώπητο’, ήτοι την θεμελίωση πάνω στο όνομα: ανάθεση και εξύψωση, πένθος και λειτουργία του πένθους, την ίδια στιγμή που ο ποιητής παρατηρεί την φορά της ανθρώπινης απορίας: ένα ‘γιατί’ καθημερινό, εφικτό, ένα ‘γιατί’ ως νοηματοδοτικό, λεκτικό ‘παίγνιο’ & ιδιαίτερη γλωσσική ‘εφεύρεση’ που θέτει τους όρους της κοινωνιο-ανθρωπινότητας και της εξέλιξης της, της προόδου και του αίματος, της προώθησης του έρωτα, της επ-ανάστασης και της αντεπανάστασης..

Η ποίηση, με έναν ιδιαίτερο τρόπο, ως συμβολικός και αλληγορικός ‘δραπέτης’ από το ‘κοινό ύψος’, προσομοιάζει σε πλαισιώσεις «διαχείρισης του αργού θανάτου»[5], για να παραπέμψουμε και στην όρο που χρησιμοποιεί η Laurent Berlant..

Στην ποιητική των προϋποθέσεων και των ‘γεννητόρων’, των δακρύων του πένθους & της προβολής της ίδιας και αλλότριας γέννησης-αναγέννησης, το ”ανεπίκριτο” ενσκήπτει ως μεσσιανικό και ως ενόραση, ως παρεμβολή και ταυτόχρονα ως ‘προφύλαξη’: «Η νύχτα έρχεται κρυφά ερωμένη με ξαναμμένα μάγουλα, ήχοι μυστικοί μυρωδιές κομμένου κέδρου».[6]

Το ”ανεπίκριτο” και ως ανθρώπινη δι-επαφή, ως πολιτισμική αποτύπωση, αποκτώντας μία ποιητική εκ-φορά και εκ-βολή των εντάσεων, δύναται να εντυπωθεί σε ένα και σε πολλά πρόσωπα, στην αδημονία του ‘ενσαρκωμένου’ οράματος..

Οι ‘Δραπέτες’, ενέχοντας όρους έκφρασης του ανθρώπινου αυτεξούσιου, μίας, ενίοτε και θεαματικής απόδρασης από την αλαζονεία του μοναδικού, κινούνται προς την κατεύθυνση συν-διαλλαγής με την Ελυτική ποίηση: «Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο»[7], την ίδια στιγμή που οικειοποιούνται την μετωνυμία με τον τρόπο που το θέτει ο John Ashbery: «Το χέρι δεν κρατάει κιμωλία Και κάθε μέρος του όλου γκρεμίζεται Και δεν μπορεί να έχει επίγνωση πως κάποτε γνώριζε Παρά μόνο αραιά και που, στις κρύες εσοχές Της ανάμνησης, ψιθύρους εκτός χρόνου».[8] Ο ποιητής Σέφης Αναστασάκος επι-κοινωνεί με το ‘φορτικό’, με πρόσωπα και ποιητές των εμβαθύνσεων και των λεπτών αφηγήσεων. Οι ‘Δραπέτες’ εντός και εκτός ‘συνόρων’, διαχειρίζονται τον ίδιο τον χρόνο.

Η ποίηση του Σέφη Αναστασάκου δια-τρέχει το πλαίσιο της έκπληξης, της παρουσίας της μυσταγωγίας, της προσευχής για το μοίρασμα του άρτου: «Ένας ξένος διαβαίνει την πόλη με επίδεσμους στο χαρταετό του ψωμί ζητάει ουράνιου τόξου πράσινα φεγγάρια. Ζωή εκτός σχεδίου ανασαίνει το γκρίζο σύθαμπο κουρνιάζει όπου κι η φωτιά τα κυπαρίσσια της πλατείας σαγηνεύει – αναφορά στον επιστάτη- «ήμαρτον» λέει στους πολίτες. Τα παιδιά αγαπούν τον ξένο με την αντάρα στα βλέφαρα το μισεμό στην άκρη των δακτύλων καθώς προσεύχεται».[9]

 

_____

[1] Οι ευρύτερες κοινωνικές-πολιτικές αναφορές του ποιητή ανα-συνθέτουν το κειμενικό πεδίο της ποιητικής συλλογής ‘Δραπέτες’. ‘Δραπέτες’ από τι; Από ποια χώρα; Μοιάζει να αναρωτιέται ο ποιητή.. Οι αναφορές του σε προσφυγικά υποκείμενα κλονίζουν τους όρους της μονολιθικής συνοριακής ‘βεβαιότητας’, της σχεδόν ‘αυτοματοποιημένης’ πρόσληψης του πρόσφυγα. Σε ποιον ‘θεό’ υπακούει η ποίηση;. Με ποιο τρόπο δύναται να συμπυκνώσει την Καφκική ‘παραδοξότητα’ του βίου;. Και με αυτές τις διερωτήσεις διαλέγεται η ποιητική συλλογή ‘Δραπέτες’ του Σέφη Αναστασάκου.

[2] Βλέπε σχετικά, Αναστασάκος Σέφης, ‘Νόστιμον Ήμαρ’, Ποιητική συλλογή ‘Δραπέτες’, Εκδόσεις Το Ροδακιό, Αθήνα, 2002, σελ. 65.

[3] Βλέπε σχετικά, Αναστασάκος Σέφης…ό.π., σελ. 66.

[4] Βλέπε σχετικά, Αναστασάκος Σέφης, ‘Σκίρτημα…ό.π., σελ. 12.

[5] Αναφέρεται στο: Αθανασίου Αθηνά & Μπάτλερ Τζούντιθ, ‘Απ-αλλοτρίωση. Η επιτελεστικότητα στο πολιτικό’, Μετάφραση: Κιουπκιολής Αλέξανδρος, Εκδόσεις Τόπος, Αθήνα, 2016, σελ. 238.

[6] Βλέπε σχετικά, Αναστασάκος Σέφης, ‘Πέργαμος…ό.π., σελ. 15.

[7] Βλέπε σχετικά, Ελύτης Οδυσσέας, ‘Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας’, Ίκαρος Εκδοτική Εταιρεία, Αθήνα, 1981, σελ. 33.

[8] Βλέπε σχετικά, Ashbery John, ‘Αυτοπροσωπογραφία σε κυρτό κάτοπτρο’, Μετάφραση: Βλαβιανός Χάρης, Επίμετρο: Μπλουμ Χάρολντ, Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα, 1999, σελ. 57.

[9] Βλέπε σχετικά, Αναστασάκος Σέφης, ‘Ένας ξένος/ «I have a dream», Martin Luther King…ό.π., σελ. 30. Η αναφορά της γνωστής ρήσης ‘I have a dream’ του Martin Luther King, ανα-καλεί, συμβολικά, ποιητικά, κοινωνικά και πολιτικά, την ευρύτητα του ονείρου ως ‘παραμόρφωση’ και ‘διείσδυση’ στα πεδία της πραγματικότητας με όρους ισότητας και διεκδίκησης της ισότητας. Η ρήση του Martin Luther King, και οι προεκτάσεις τις, ‘εδαφοποιούνται’ στην ποίηση του Σέφη Αναστασάκου, εκεί όπου ο ‘ξένος’ και η ‘ξενότητα’ την αναφέρουν ως ‘άρτο’ και ως ζωτικότητα του ίδιου ‘άρτου΄, ως ‘μετασχηματισμό’ της σαγήνης σε πρακτική. Το προκάλυμμα αίρεται: ο Martin Luther King ενώπιον του ιστορικού ‘αντίδωρου’, της ποιητικής σήμανσης, της θέσπισης του ακριβοδίκαιου: η ρήση, το όνειρο, το ‘I have a dream’ ως ενστάλαξη στην παιδικότητα. Το ‘I have a dream’ δια-κρατεί το ‘εσύ’ της απεύθυνσης και το ‘εμείς’ των ‘άγνωστων’ σωμάτων.

Ακολουθήστε μας!

Κερδίστε το!

Οδηγός ιστοσελίδας

Αρχείο

Επιμέλεια άρθρου Ομάδα σύνταξης

Επιμέλεια άρθρου

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου