Select Page

Κώστας Δαρδανός, εκδότης “Gutenberg” «Η λογοτεχνία πρέπει να διδάσκεται ως μέσο έρευνας και εφόδιο ζωής»

Κώστας Δαρδανός, εκδότης “Gutenberg” «Η λογοτεχνία πρέπει να διδάσκεται ως μέσο έρευνας και εφόδιο ζωής»
Κώστας Δαρδανός

Το σημαντικότερο δομικό στοιχείο της κοινωνίας είναι το ισορροπημένο άτομο. Εκείνο που μπορεί και αγκαλιάζει τους φόβους του, πολεμά τα εσωτερικά του φαντάσματα και μπορεί να αντιληφθεί τις αγωνίες των άλλων. Η ισορροπία μπορεί να ξεκινήσει από νωρίς, από την κατανόηση του Καβάφη που λέει τους «Λαιστρυγόνες και τους Κύκλωπες μη φοβηθείς» και για να γίνει αυτό κοινωνία στη σκέψη των ανθρώπων, πρέπει προηγουμένως να γίνει κομμάτι της εκπαίδευσης προς το παιδί.

Κάποιες συνεντεύξεις χρειάζονται χρόνο για να κατασταλάξουν στη σκέψη του συντάκτη και το νόημά τους να αποδοθεί όπως πρέπει. Έτσι έγινε με τη συνέντευξη του κ. Κώστα Δαρδανού, του επικεφαλής των εκδόσεων Gutenberg. Ο εκδότης αφιέρωσε αρκετό χρόνο για τη συνομιλία με το δικτυακό χώρο τοβιβλίο.net και για τα όσα περιέγραψε σχετικά με τη λογοτεχνία και τον άνθρωπο χρειάστηκαν αρκετό χρόνο ώστε να γίνουν λέξεις στο χαρτί.

Η συνέντευξη ξεκίνησε με αναφορά στην οικονομική κρίση και κατέληξε στις συνθήκες υπό τις οποίες η βία μπορεί να εξυψώσει τον άνθρωπο.

Συνέντευξη στον Νεκτάριο Καλογήρου

Από το έτος 2013 και για τρία χρόνια το βιβλίο βρέθηκε στην κορύφωση της κρίσης. Ωστόσο, τον τελευταίο χρόνο υπάρχει η αίσθηση ότι η πορεία του βελτιώνεται ξανά. Εσείς τι γνώμη έχετε;

Χρησιμοποιήσατε δύο λέξεις: Βιβλίο και κρίση. Είναι εντελώς διαφορετικό να μιλάμε για το ευπώλητο βιβλίο και διαφορετικό για το διαχρονικό. Θα σας εξηγήσω. Το ευπώλητο έχει διάρκεια ζωής δύο χρόνια. Μετά ξεχνιέται, ενώ ο «Μόμπι Ντικ» πουλάει συνέχεια, κάθε χρόνο. Η κρίση επηρέασε μόνο τα ευπώλητα βιβλία, όχι τα διαχρονικά. Βέβαια, επειδή τα ευπώλητα βιβλία επιτυγχάνουν μεγάλους τζίρους, παρά την οικονομική κρίση αυτά παραμένουν δυνατά.

Προσωπικά θεωρώ ότι το βιβλίο περνάει κρίση τις τελευταίες δεκαετίες και η κρίση αυτή δεν έχει να κάνει με την οικονομία είναι κάτι πολύ βαθύτερο. Βλέπετε, το βιβλίο είναι αγαθό πολιτισμού. Αναφέρομαι στο διαχρονικό βιβλίο κι όχι στα ευπώλητα που αποτελούν καταναλωτικό προϊόν. Το βιβλίο, ως αγαθό πολιτισμού για να αναπτυχθεί απαιτεί ένα μεγάλο σύστημα βιβλιοθηκών που με τη σειρά του θα βοηθήσει το μαθητή να μυηθεί στην ανάγνωση. Ας το εξειδικεύσουμε ακόμα περισσότερο. Στο σχολείο ο μαθητής πρέπει να μάθει το τι είναι λογοτεχνία και στη συνέχεια μέσα από τις δημόσιες βιβλιοθήκες να ανακαλύψει τα μεγάλα έργα, να μορφωθεί και στην πορεία αυτός ο μαθητής, ως αυριανός «καταναλωτής» θα γίνει ο κριτής για το τι θα εκδοθεί.

“Αν διδασκόταν ο Καβάφης ως ψυχολογικό θεμέλιο «τους Λαιστρυγόνες και τους Κύκλωπες μη φοβηθείς», τότε και ο άνθρωπος δεν θα φοβόταν τον εαυτό του, δεν θα έφτανε στην κατάθλιψη από την αδυναμία να αντιμετωπίσει το φάντασμα μέσα του.” 

Και προφανώς δεν θα είναι μόνο «κριτής» του τι θα εκδοθεί, αλλά και γενικότερα της κοινωνίας.

Προφανώς. Κύριε Καλογήρου, η λογοτεχνία θα πρέπει να διδάσκεται ως μέσω επικοινωνίας. Ως μέσω για να έρθουν οι άνθρωποι πιο κοντά ο ένας με τον άλλο, γιατί στην κοινωνία ο θεμέλιος λίθος είναι η επικοινωνία. Αν ο γονιός δεν μιλήσει με το παιδί του, αν μέσα από τη διαλεκτική δεν αναδείξουμε τα πιστεύω μας, τότε πως θα βγάλουμε το καλύτερο για τον κόσμο; Εγώ θα αναλύσω τα δικά μου πιστεύω, εσύ τα δικά σου και ακολούθως θα θυσιάσω κάτι αυτά και αντίστοιχα θα θυσιάσει ο συνομιλητής. Στο τέλος από την αντίθεσή μας, θα αναδειχθεί το καλύτερο κομμάτι και από τους δύο. Αυτές είναι οι βασικές αρχές της φιλοσοφίας του Χέγκελ. Έτσι θα πρέπει να διδάσκεται η λογοτεχνία’ ως εσωτερικό κριτήριο, ως εφόδιο ζωής, ένα όπλο για να έρθει το πρόσωπο πιο κοντά στους άλλους και στον εαυτό του.  Αν διδασκόταν ο Καβάφης ως ψυχολογικό θεμέλιο «τους Λαιστρυγόνες και τους Κύκλωπες μη φοβηθείς», τότε και ο άνθρωπος δεν θα φοβόταν τον εαυτό του, δεν θα έφτανε στην κατάθλιψη από την αδυναμία να αντιμετωπίσει το φάντασμα μέσα του.

Αυτά που προτείνετε δεν έχουν σχέση με τα όσα ισχύουν σήμερα στα σχολεία σχετικά με τη διδασκαλία της λογοτεχνίας.

Αυτή είναι η κακοδαιμονία του εκπαιδευτικού συστήματος. Ο τρόπος με τον οποίο γίνεται η διδασκαλία στα σχολεία σήμερα τείνει προς το σκοταδισμό, γι’ αυτό έχουμε φτάσει το όνειρο του Έλληνα να είναι να πεθάνει η κατσίκα του γείτονα.

Και δεν φταίει ο εκπαιδευτικός γι’ αυτό. Είναι ο τρόπος με τον οποίο το σύστημα δομημένο. Ποιο θα μπορούσε να είναι το καθοριστικό βήμα ώστε να οδηγηθεί η λογοτεχνία στο επίπεδο που αναφέρετε;

Το πιο σημαντικό στοιχείο για μια κοινωνία είναι οι δημόσιες βιβλιοθήκες και σε αυτό η Ελλάδα έχει μείνει πίσω. Η απουσία δημόσιων βιβλιοθηκών λειτουργεί ως ανασταλτικός παράγοντας στην εξέλιξη του κράτους, δεν ανοίγει ορίζοντες στην έρευνα. Όλα τα σπουδαία κράτη έχουν σοβαρό δίκτυο βιβλιοθηκών. Ο Μάικλ Κέιν δούλευε ανθρακωρύχος και αυτομορφώθηκε από τη δημοτική βιβλιοθήκη της γειτονιά του.

Ήταν πολλά τα παραδείγματα που έδωσε ο κ. Κώστας Δαρδανός σχετικά με τη σπουδαιότητα των δημόσιων βιβλιοθηκών και για το ρόλο που μπορούν να διαδραματίσουν στην κοινωνία. Για το πώς αυτές μπορούν να μορφώσουν το παιδί, να το οδηγήσουν στο να σταματήσει να καίει τα σχολικά βιβλία στο τέλος της σχολικής χρονιάς (ορισμένα παιδιά ακολουθούν την πρακτική αυτή), να του διευρύνουν  τους ορίζοντές του, να το καταστήσουν ως άτομο – θεμέλιο στην κοινωνία των ανθρώπων. Μίλησε για τις ιδιωτικές προσπάθειες που έγιναν στο παρελθόν ώστε στην Ελλάδα να δημιουργηθεί ένα σπουδαίο δίκτυο βιβλιοθηκών, που όμως εγκαταλείφθηκε από το κράτος (ο πατέρας του κ. Γιώργος Δαρδανός είχε πρωτοστατήσει, αφιέρωσε πολύ χρόνο και τεράστια προσπάθεια προς την κατεύθυνση αυτή). Επίσης έκανε γνωστό ότι υπάρχουν ήδη έτοιμα μοντέλα λειτουργίας τέτοιων χώρων και μέθοδοι ώστε αυτοί εμπλουτιστούν με τα κατάλληλα βιβλία.

Όσο η λογοτεχνία γίνεται κομμάτι της ζωής των παιδιών, όσο τα παιδιά μεγαλώνοντας ανακαλύπτουν τα μεγάλα έργα, αντιλαμβάνονται την αξία της έρευνας, εξερευνούν τον ψυχισμό τους, τόσο μπορούν να  γίνουν πραγματικοί κριτές του κράτους. Αυτά τα παιδιά, αυτά τα πρόσωπα είναι η βάση πάνω στην οποία μπορεί να στηριχθεί ολόκληρη η κοινωνία και όσο καλλιεργείται η λογοτεχνία, άλλο τόσο η βάση διευρύνεται.

‘Η σύγχρονη λογοτεχνία της ωμής βίας θέλει να υποτάξει τον άνθρωπο. Να τον αποξενώσει από τον εαυτό του. Στον αντίποδα η φρίκη, όπως παρουσιάζεται από τον Όμηρο και τον Ε.Α. Πόε έχει ως σκοπό να σε εξυψώσει και να σε εξαγνίσει.’

Παρακολουθούμε την πρωτοβουλία σας να αναδείξετε «τα ψαγμένα» βιβλιοπωλεία. Τι σας ώθησε στο να κάνετε μια τέτοια κίνηση;

Αυτή είναι η δικιά μας απάντηση στο τι σημαίνει επιμορφώνω τον κόσμο. Με τον τρόπο αυτό απαντάω στο «χασάπη» που αποφάσισε την κατάργησης ενιαίας τιμής βιβλίου. Το κάνουμε γιατί πρέπει να επιβιώσει ο κλάδος. Κάποια στιγμή είχαμε πει οι εκδότες να συντονιστούμε και όλοι μαζί να προτείνουμε… στην πορεία καταλάβαμε ότι κάτι τέτοιο δεν γίνεται. Έτσι, ως εκδόσεις Gutenberg αποφασίσαμε να το κάνουμε μόνοι μας. Θα πρέπει να ξέρετε ότι για εμάς αυτή η προσπάθεια έχει κόστος και εμείς ως εκδοτικός οίκος δεν έχουμε κέρδος από όλο αυτό. Όμως το κάνουμε, το υποστηρίζουμε και θα συνεχίσουμε να το κάνουμε, διότι πιστεύουμε ότι τα βιβλιοπωλεία αυτά είναι η ραχοκοκαλιά του ελληνικού βιβλίου…  αν χαθούν, είναι σαν να χάνονται οι σπόνδυλοί της θα καταρρεύσει.

Παρακολουθώντας την προβολή που κάνετε, μού γεννήθηκε η αίσθηση ότι είναι λίγα αυτά τα βιβλιοπωλεία.

Είναι περίπου 30 βιβλιοπωλεία. Έχουμε θέσει αρκετά κριτήρια για την επιλογή τους και το χαρακτηρισμό τους ως «ψαγμένα». Θέλουμε να είναι ενημερωμένα, να γνωρίζουν τους αναγνώστες, να προτείνουν ανάλογα με τις ανάγκες τους. Να τους οδηγούν ένα βήμα πιο μπροστά. Βέβαια, καλούμε και τους αναγνώστες να προτείνουν βιβλιοπωλεία, ώστε να αναδείξουμε όλους τους «ψαγμένους».

Ως εκδοτικός οίκος έχετε ακολουθήσει πορεία που απευθύνεται προς εναλλακτικό κοινό. Πανεπιστημιακά, σχολικά, ειδικές κατηγορίες, λογοτεχνία που δίνει τροφή για σκέψη. Το αναγνωστικό κοινό αυτών των κατηγοριών άντεξε στην κρίση; Μειώθηκε, αυξήθηκε;

Αυξήθηκε το κοινό. Βέβαια, το «εναλλακτικό» δεν είναι ο κατάλληλος χαρακτηρισμός. Εχουμε τη λογοτεχνία ως βασικό κοινό και αυτό το κοινό έχει κάνει στροφή προς τα ψαγμένα βιβλία. Κι εμείς αυτό θέλουμε. Ο κόσμος δέχεται την ποιότητα όταν τη γνωρίζει και όσο περισσότεροι διαβάζουν μεγάλα και κλασσικά έργα, τόσο πιο πολύ διευρύνεται η βάση και η χώρα πάει ψηλότερα. Εκδίδουμε τον Πεσσόα, τον οποίο θεωρώ ότι είναι ο μεγαλύτερος λογοτέχνης των τελευταίων 200 χρόνων.  Η έκδοση γίνεται με τη μετάφραση της Μαρίας Παπαδήμα και το αποτέλεσμα είναι ένα έργο που στέκεται πάνω στους δύο βασικούς πυλώνες της λογοτεχνίας: Να είναι πηγή απόλαυσης και στοχασμού. Αυτός είναι και ο πραγματικός μας στόχος. Όταν κάποιος διαβάζει Gutenberg να νιώθει ότι πηγαίνει απ’ ευθείας στην πηγή.

Έχουμε στην Ελλάδα συγγραφείς για τις κατηγορίες αυτές;

Το σίγουρο είναι ότι αυτό θα το κρίνει ο χρόνος. Αυτός είναι ο μοναδικός κριτής και δεν μιλάω για 5 ή 10 χρόνια. Η αξία ενός μεγάλου έργου φαίνεται στο πέρασμα πολλών ετών.  Δεν είναι τυχαίο ότι στην Oxford, το πρώτο βιβλίο σε πωλήσεις είναι ο Όμηρος. Κάθε γενιά στην Αγγλία θεωρεί ότι ζει εφόσον έχει καλές μεταφράσεις των μεγάλων έργων της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Αυτό είναι το μέτρο σύγκρισης της ποιοτικής λογοτεχνίας

 

Μιλάμε διαρκώς για τη βάση της κοινωνίας. Τι γίνεται όμως με εκείνους που βρίσκονται στα κέντρα εξουσίας; Έχουμε πολιτικό λόγο στην Ελλάδα;

Για να έχεις πολιτικό λόγο, πρέπει να έχεις μελετήσει τα σημαντικότερα πολιτικά κείμενα. Πρέπει να έχεις μελετήσει την «Πολιτεία» του Πλάτωνα, τα «Πολιτικά» του Αριστοτέλη, τον «Αφορισμό» του Καμπανέλα, την «Ουτοπία» του Τόμας Μουρ, τη «Νέα Ατλαντίδα» του Μπέικον κλπ. Στην Αμερική, στο πεντάγωνο διδάσκουν Θουκιδίδη.  Σας λέω ότι στην Ελλάδα δεν έχουμε πολιτικό λόγο. Έχουμε μόνο ιδεολογικό λόγο.  Αλλά έτσι ήταν πάντα. Ο Πλάτωνας έλεγε ότι «ή οι φιλόσοφοι θα κυβερνήσουν ή οι κυβερνήτες θα φιλοσοφήσουν». Στο πέρασμα των αιώνων,  μόνο ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Μάρκος Αυρήλιος, μπόρεσε να συνδυάσει τις κυβερνητικές του αρετές, τις πολεμικές του ικανότητες και ταυτόχρονα να σταθεί και να αναγνωριστεί ως ένας από τους σημαντικότερους Στωικούς φιλοσόφους. Αρά, αν θέλουμε να έχουμε αρετές, σε όποια θέση κι αν είμαστε, είτε στη βάση, είτε στην εξουσία, πρέπει να διαβάσουμε τα μεγάλα κείμενα και να έχουμε κριτήρια.

 

Τα τελευταία χρόνια η ωμότητα (όλων των κατηγοριών) όπως προβάλλεται στις οθόνες, έχει περάσει και στο βιβλίο και μάλιστα αυτή η λογοτεχνική κατηγορία προβάλλεται ως ευπώλητη. Θα έχει διάρκεια όλο αυτό; Θα επηρεάσει τη βιβλιοπαραγωγή;

Τίποτα είναι απόλυτα καλό ή απόλυτα κακό. Στο Σήμερα, ο πρόεδρος της Αμερικής ξύπνησε την περασμένη Παρασκευή, σκότωσε κόσμο και μετά βγήκε και πανηγύρισε (αναφέρεται στην επίθεση προς τη Συρία, στις 07 Απριλίου). Εμείς τον φέραμε τον Τραμπ και τον φέραμε γιατί γενικά πολιτισμός μας είναι σε σήψη. Αυτό δεν διορθώνεται. Σε ό,τι αφορά τη βία στη λογοτεχνία, πρέπει να το δούμε σε σύγκριση με τα μεγάλα έργα. Στους αρχαίους τραγωδούς, για παράδειγμα, δεν γινόταν περιγραφή ωμής βίας επί σκηνής, διότι κάτι τέτοιο θεωρούνταν ως ασέβεια προς το νεκρό. Από την άλλη πλευρά, στην «Ιλιάδα» η βία παρουσιαζόταν ως μέσο για να τονωθεί η πολεμική αρετή, για να εξοικειωθεί ο στρατιώτης με το θάνατο, για να δείξει ότι η ζωή είναι πόλεμος. Η φρίκη βρίσκεται στο να πεθάνει κάποιος στο νοσοκομείο, με σωληνάκια. Η σύγχρονη λογοτεχνία της ωμής βίας θέλει να υποτάξει τον άνθρωπο. Να τον αποξενώσει από τον εαυτό του. Στον αντίποδα η φρίκη, όπως παρουσιάζεται από τον Όμηρο και τον Ε.Α. Πόε έχει ως σκοπό να σε εξυψώσει και να σε εξαγνίσει.

 

Ποια η δική σας ευχή για το Αύριο του βιβλίου;

Οι άνθρωποι βρίσκονται ακόμα σε άγνοια. Εύχομαι να έρθει μια στιγμή στο μέλλον, που η άγνοια να έχει σταματήσει να υπάρχει και το βιβλίο να πάψει να είναι αναγκαίο.

  

_

Συνέντευξη στον Νεκτάριο Καλογήρου

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!