τοβιβλίο.net

Select Page

Ο Χατζή Μανουήλ, του Θράσου Καστανάκη

Ο Χατζή Μανουήλ, του Θράσου Καστανάκη

Ο «Χατζή Μανουήλ», ένα υπέροχο μυθιστόρημα του Θράσου Καστανάκη, δημοσιεύθηκε το 1956 και πρόκειται για ένα λεπτοκεντημένο ψυχογράφημα ανθρώπων που κινούνται στην Κωνσταντινούπολη κατά τη διάρκεια του Α΄ παγκοσμίου πολέμου, την εποχή δηλαδή κυριαρχίας του Εμβέρ πασά, ενός από τους ηγέτες του κινήματος των Νεότουρκων και ηγέτη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήδη από την εποχή των Βαλκανικών πολέμων, και του Ταλαάτ, ο οποίος μαζί με τον Εμβέρ και τον Τζεμάλ αποτέλεσαν την τριανδρία του τουρκικού κομιτάτου «Ένωση και Πρόοδος» (1908-1918).

Ο Χατζή Μανουήλ ξεκίνησε τη ζωή του φτωχόπαιδο, μαθητευόμενος σε θείο του αλευρέμπορα και μέσα σε δύο χρόνια κατέληξε να γίνει το δεξί του χέρι. Ο πλούσιος αυτός συγγενής του τον έστειλε στην Οδησσό και τη Βραΐλα. «Η θέση του δυνάμωνε». Ο θείος του πραγματοποίησε το τάμα της ζωής του και πήγε στα Ιεροσόλυμα μαζί με τον Μανουήλ αλλά πέθανε εκεί «κατά τρόπο ανεξήγητο» κι έτσι ο ανιψιός ανέλαβε τη δουλειά. Αγόρασε τους φούρνους του Πασά Μπαξέ, στο Τσιμπουκλί, στο Μπέικοζ κι όλοι τον φωνάζανε Χατζή. «Έβλεπε μόνο την ατίμωση και στο μαύρο χάος της αγρίωνε. Η ατίμωση του έδινε να καταλάβει τη δύναμή του και πόσο ήταν ξεχωριστός άντρας. Ποιος άλλος θα τολμούσε να τα κατεβεί έτσι μονομιάς τα σκαλοπάτια της ντροπής; Κανένας άλλος! Αυτός τ’ ανεβοκατέβαινε με μια ευκολία που έδειχνε ότι ήταν φτιαγμένος από άλλο υλικό» (σελ. 29 της 3ης έκδοσης, 1984). Βήμα το βήμα ο συγγραφέας απογυμνώνει το κεντρικό πρόσωπο και δείχνει όλες τις σκοτεινές εκφάνσεις της προσωπικότητάς του.

Ο Χατζή Μανουήλ είναι ένας άνθρωπος που δεν είναι βίαιος ο ίδιος ούτε καταφεύγει σε ακραίες πράξεις, ακόμη κι όταν τον φέρνουν στα όριά του. Όσο συγκρατημένος είναι όμως απέναντι στη φυσική βία, τόσο λαχταρά τη διαφθορά, την απάτη και κάθε τρόπο που θα του επιφέρει όχι τόσο περισσότερα πλούτη όσο δύναμη, κύρος και ισχύ. Κανείς δεν έχει καλή γνώμη γι’ αυτόν κι όμως τον φοβούνται. Η γνωριμία του με τον Ιμπραχήμ, ανιψιό του καϊμακάμη Χασάν αφέντη, «…που είχε υψηλές σχέσεις μέσα στους πρώτους της σημερινής Τουρκίας» και τον πιστό του μισότυφλο Κιόρ Αλή, είναι γνωριμίες που αποθαρρύνουν τους εχθρούς του.

Ο κεντρικός άξονας είναι η δολοφονία του θείου καϊμακάμη, με ένα άριστα καταστρωμένο σχέδιο, και οι συνέπειες αυτής της πράξης στις μεταξύ τους σχέσεις. Πόρνες και υποτακτικοί, δολοφονίες και σωματεμπορία, η σκληρή αμαρτωλή ζωή της Κωνσταντινούπολης είναι το φόντο μπροστά από το οποίο διαδραματίζονται ηθικά και σωματικά ξεγυμνώματα. Η αμαρτία, η λαγνεία, ο πόθος είναι η κινητήρια δύναμη πολλών ενώ ταυτόχρονα, λόγω της κατάστασης, η αστική τάξη αρχίζει να αποδυναμώνεται. Ο Χατζή Μανουήλ καταστρώνει καλά τα πλάνα του, χειρίζεται με υστεροβουλία τους ανθρώπους γύρω του, με στόχο να πραγματοποιηθούν τα όνειρα και τα απωθημένα του. Τι θα συμβεί όμως όταν ο παράγοντας άνθρωπος κυριαρχήσει με τις αδυναμίες του και τα ελαττώματά του κι αρχίσουν ένα ένα αυτά τα βήματα να αντιστρέφονται και να οδηγούν στον όλεθρο και την τιμωρία;

Παιδικό απωθημένο του Χατζή Μανουήλ ήταν η ευημερία της οικογένειας των Μουράτηδων, με την καλλονή μητέρα που πέθανε αιφνιδίως κι αυτό ήταν η αρχή του τέλους τους και της οικονομικής τους έκπτωσης. Η κόρη, Μαρίκα Μουράτη, κατάφερε να συνεχίσει την τρυφηλή ζωή της παρ’ όλ’ αυτά, κάνοντας παρέα με ανθρώπους του κύκλου τους. Αυτό καταφέρνει να εκμεταλλευτεί ο πρωταγωνιστής και μάλιστα με ανατριχιαστικό τρόπο. Η γυναίκα που αγάπησε από παιδί επιτέλους θα έρθει κοντά του, υποταγμένη, εξαρτημένη, δέσμια. Κι εδώ έρχεται η πρώτη μεγάλη ανατροπή, που τον κάνει να σκυλιάσει και να ανοίξει την πόρτα προς τον χαμό του. Λεπτοδουλεμένες βελονιές η δράση και η αντίδραση των χαρακτήρων σε αυτό το βιβλίο, με μελετημένη και διεισδυτική παρατήρηση, αξιολόγηση και καταγραφή. Αίτια και αιτιατά φωτίζονται με την υπέροχη γλώσσα του συγγραφέα, που στολίζεται με ιδιωματικές λέξεις και εκφράσεις ενώ ταυτόχρονα αποδίδεται λυρικά και με πλούσιο λεξιλόγιο, σχεδόν ξεχασμένο σήμερα. Παρασύρθηκα από την ανάγνωση, ταξίδεψα σε μια εποχή που οι λογοτέχνες έδιναν τον καλύτερο εαυτό τους και δημιουργούσαν έργα στιβαρά, που άντεξαν και δοκιμάστηκαν στον χρόνο.

Ο έρωτας είναι κυρίαρχος στο βιβλίο είτε φωτισμένος άπλετα είτε κυλώντας υποδόρια. Ο Χατζή Μανουήλ φτάνει στο σημείο να εκπορνεύσει την ίδια του τη γυναίκα, την Τασούλα, έχει απωθημένο τη Μαρίκα, διαλέγει το Σοκολατί για να του χαρίζει ατέλειωτες νύχτες ηδονής στης μαντάμ Ροζέτας, δεν μπορώ όμως να προσπεράσω τον λανθάνοντα ερωτισμό μεταξύ Κιόρ Αλή και Ιμπραχήμ, που η επικοινωνία τους και ο σεβασμός του υποτακτικού προς τον αφέντη είναι σίγουρα κάτι παραπάνω από δεσμός φιλίας. Ο έρωτας, ο πόθος, η ηδονή σαπίζουν στάλα στάλα την Κωνσταντινούπολη και φέρνουν όλο και πιο κοντά την καταστροφή και το λογικό, λυτρωτικό τέλος. Αυτό είναι άλλο ένα θετικό χαρακτηριστικό του κειμένου: ότι τα πάντα ανατρέπονται εκεί που δεν το περιμένεις από χαρακτήρες που δεν περιμένεις, όλα δοσμένα σωστά, ρεαλιστικά, εκλογικευμένα. Και η αυτογνωσία τους είναι εξαιρετικά κεντημένη, νιώθουν το τέλος τους αλλά και το αναπόφευκτο και οι στιγμές που μας χαρίζει ο συγγραφέας καθώς σουλατσάρει μέσα τους είναι τουλάχιστον αριστοτεχνικές.

Η γραφή και το στυλ καθαυτά είναι εξίσου προσεγμένα και πρωτότυπα. Πολλές φορές ο συγγραφέας περιγράφει ένα προγενέστερο της δράσης περιστατικό μέσα από τις μνήμες του εκάστοτε χαρακτήρα που έχει στο συγκεκριμένο κεφάλαιο, έχουμε ένα πρωτότυπο πρωθύστερο δηλαδή. Η απόδοση της εποχής, του τόπου και του ιστορικού υπόβαθρου δίνονται λιτά, σχεδόν δωρικά ενώ η αποφορά από την ψυχική σαπίλα άρχισε να γίνεται πιο έντονη όσο ανέβαινε ο Χατζή Μανουήλ τα σκαλιά της ισχύος.

Και οι λέξεις, αχ, οι λέξεις: γλυκαισθησία, μοναναπνιάς… Τι λεξιπλασία, τι όμορφες και στέρεες εικόνες χαρίζονται από τις περιγραφές, την εξέλιξη της ιστορίας, τη σκιαγράφηση των χαρακτήρων.  «Δεν είχες το κουράγιο ούτε την όρεξη να μάθεις την ηλικία του. Το μόνο που στοχαζόσουν ήταν να φύγεις και να τον ξεχάσεις, όπως μια μορφή φρίκης που είδες μέσα σε βραχνά» (σελ. 15). Αν και μετά λύπης μου κατά την πορεία της ανάγνωσης διαπίστωσα πως πολλές επαναλαμβάνονταν, δηλαδή έχουμε ωραίο λεξιλόγιο αλλά σχετικά περιορισμένο.

Ο συγγραφέας πολλές φορές παρεμβαίνει στην αφήγησή του, με φράσεις όπως: «Ήτανε μια παρένθεση αυτά που είπα, για να κατατοπιστεί γενικότερα ο αναγνώστης…» (σελ. 56, οπ. π.) ενώ η αντιτουρκική του στάση διαποτίζει το κείμενο: «…για την ατιμία που, μερικές χώρες, λαμπρές κατά τα άλλα, χρησιμοποιούν κάθε που έρχονται σε επαφή μαζί μας. Για την ατιμία που δείχνουνε και για την κουταμάρα, που ξεπερνά πολλές φορές την ατιμία τους, άμα κάνουνε να συνεργαστούνε μ’ εμάς τους Έλληνες» (σελ. 56, οπ. π.). Πολλές φορές όταν περιγράφει καταστάσεις που αφορούν τους Έλληνες γράφει ξεκάθαρα: «εμάς»! Όλο αυτό εξηγείται μετά την ολοκλήρωση της μυθιστορίας που αφήνει τον αναγνώστη να καταλάβει πως όλα αυτά είναι η εκμυστήρευση μιας προσωπικής ιστορίας από μια γυναίκα που συνάντησε ο ίδιος ο Θράσος Καστανάκης.

Ομολογώ ότι επέλεξα να διαβάσω αυτό το μυθιστόρημα παρακινούμενος από τη Μαρία Ιορδανίδου, που έγραφε στο τέλος του βιβλίου της «Στου κύκλου τα γυρίσματα» πως με χαρά ανακάλυψε τον επίσης Ταταυλιανό Θράσο Καστανάκη, νομίζοντας πως θα περιέγραφε τις δικές της ρομαντικές, πραγματικές αναμνήσεις. Με τρόμο διαπίστωσε στη συνέχεια πως ο άνθρωπος που γαλουχήθηκε εξίσου με όλου του κόσμου τα καλά και μ’ ένα πλούσιο γλωσσικό, λαογραφικό και κοινωνικό υπόβαθρο όπως κι εκείνη, στράφηκε στον υπόκοσμο της πόλης τους, καταγράφοντας μίση και πάθη κι έτσι γεννήθηκε μέσα της η απόφαση να γράψει για τη Λωξάντρα της.

Ο «Χατζή Μανουήλ», που έγινε και τηλεοπτική σειρά από την ΕΡΤ το 1984, με πρωταγωνιστές τους Γιάννη Μόρτζο στον πρωταγωνιστικό ρόλο, Κάτια Δανδουλάκη στον ρόλο της Τασούλας και Δάνη Κατρανίδη στον ρόλο του Ιμπραχήμ, είναι ένα σκληρό λεκτικά μυθιστόρημα, με ελάχιστες αλλά δυνατές σκηνές βίας, που υφαίνει με εύσχημες σαϊτιές την ψυχολογία των ανθρώπων που ζουν σε μια δύσκολη ιστορικά και κοινωνικά εποχή στην Κωνσταντινούπολη, παίζει με τις εύθραυστες ισορροπίες μεταξύ των ηρώων και καταφέρνει να αναδείξει την αρετή και την αγνότητα ως νικήτριες, με σημαντικό όμως και ανθρωποβόρο τίμημα (δε θα ξεχάσω τη σκηνή του τέλους του Ιμπραχήμ). Είναι ένα βιβλίο που με ταξίδεψε, μου αποκάλυψε σκηνές και καταστάσεις που δε θα ήθελα να γνωρίσω και μου απέδειξε πως μπορείς να κρατήσεις τον αναγνώστη ως το τέλος, ακόμη κι αν δεν έχεις πολλές σκηνές δράσης.

 

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Bazaar βιβλίων

Έρευνα

Εγγραφείτε στο newsletter

Ενημέρωση μόνο για λογοτεχνικούς διαγωνισμούς

Οδηγός ιστοσελίδας

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος