Select Page

Τίτος Πατρίκιος: ‘Σε βρίσκει η ποίηση’

Τίτος Πατρίκιος: ‘Σε βρίσκει η ποίηση’

Η ποιητική συλλογή του Τίτου Πατρίκιου με τίτλο ‘Σε βρίσκει η ποίηση’ (2012), αναφέρεται από τις ίδιες τις εκφάνσεις της ποίησης, μίας ποίησης η οποία προσλαμβάνει πολύ-κεντρη δυναμική, εκβάλλει στο πεδίο της υπαινικτικής οικειότητας & της φανερής ανοικειότητας, ανα-καλώντας συμβάντα ανατροπής.

O Tίτος Πατρίκιος υπενθυμίζει και προσδιορίζει παράλληλα την ανοιχτότητα μίας ποίησης που ‘διεισδύει’ στις πτυχές της καθημερινότητας, ‘εγκαλώντας’ την ευπείθεια ή τους όρους της ευπείθειας και, συγκροτώντας λιτές απευθύνσεις, ‘ενοχικές’ απολαύσεις υπό το πρίσμα του ευρύτερου ποιητικού κύκλου που διαπερνάται από ‘ασύγγνωστες’ προβολές, από το ίδιο το υπόδειγμα που εγκολπώνεται την ποιητική του μη-τεχνάσματος: ”Σε βρίσκει η ποίηση”.

Ο χρόνος μνημονεύει σώματα και στιγμές, εκεί όπου ο ποιητής αξιώνει από την ποίηση θέση συμβολικής ‘μήτρας’, ‘μήτρας’ που ‘γεννά’ την προθυμία, που επιφέρει την ‘συνάντηση’ μαζί της, απρόβλεπτα, απρόοπτα, χαμηλόφωνα, και, με έναν ιδιαίτερο τρόπο, ‘θεληματικά’: «Εκεί που αναρωτιέσαι για πράγματα που πρώτη φορά αντικρίζεις για πράγματα χιλιοειπωμένα που έχουνε πια περάσει για πράγματα που ξαφνιάζουν κι ας γίνονται κάθε μέρα για πράγματα που έλεγες δεν θα συμβούν ποτέ και τώρα συμβαίνουν μπρος στα μάτια σου Εκεί απάνω σε βρίσκει η ποίηση».[1]

 Η ποίηση ‘βρίσκει’ τον αναγνώστη, το υποκείμενο εντός της πολύσημης απορίας για αυτό που υπάρχει & για αυτό που υπάρχει ως δική του δυνατότητα, τον ‘βρίσκει’ στις διαμεσολαβήσεις και στην εκτατική συνήθεια, στην καθημερινή ‘οικία’ των λέξεων, στην α-συνέχεια που εκφράζει την αίσθηση και την εν-συναίσθηση.

Στις προκείμενες της ‘μαρτυρικής’ και μη εκφοράς, η ποίηση ‘συναντάται’ με τις διάστικτες επιθυμίες, με τα απονενοημένα διαβήματα, με μία γλώσσα που παραμένει στο μέσον, με το έλεος που δεν αξιώνει παρά την δική του ιστορία.

Φανερώνοντας τις προθέσεις του, ο ποιητής καταθέτει μία ποίηση των καθημερινών εμβαπτίσεων στις συνηχήσεις του δυναμικού συναισθηματισμού, ποίηση που αποδίδει και αποδίδεται από την πραγματικότητα, δίχως ‘παραμορφωτικούς φακούς’, διαμεσολαβώντας παράλληλα αντιθέσεις και αμφιβολίες: λειτουργώντας υπενθυμίζει, πράττοντας εγγράφει & ασκεί την ‘προνομία’ του φυσικού πεδίου, αναφέροντας επιτελεί, ανασημασιοδοτεί την πολλαπλότητα των κοινωνικών κινήσεων και των ‘διασταυρούμενων’ φωνών.

Με όρους κοινωνιο-ανθρωπολογικούς, ‘σε βρίσκει η ποίηση’ την στιγμή της μεταιχμιακής συνάρθρωσης κριτικής & απώλειας, δοτικότητας & διάψευσης, εμπρόθετης κίνησης & άφεσης.

«Εκεί πάνω που συλλογίζεσαι ποιος είσαι και τι έκανες πόσο ανοίχτηκες στους άλλους για να σε δεχτούν πόσο επιδείχτηκες στο κοινό για να τους αρέσεις πως κλείστηκες τόσο πολύ για να προστατευτείς σε τι έφταιξες σ’ εκείνους που σ’ απέρριψαν για πόσο καιρό τ’ ανέβαλλες κι εσύ να τους απορρίψεις πότε έδωσες ένα στήριγμα σε κάποιον που το χρειαζόταν πότε εγκατέλειψες τον άνθρωπο που σε είχε ανάγκη πόσο αντέδρασες όταν έβλεπες να πλουτίζουν αυτοί που έλεγαν ότι μάχονται για τους φτωχούς όταν άκουγες να δημηγορούν υπέρ των αδικημένων εκείνοι που αδικούσαν έχοντας πάντα δίκιο πόσο ενίσχυσες αυτούς που τους προσφέρθηκες να σε δυναστεύουν πόσο με τη δράση σου βοήθησες ν’ ανατραπούν ως πότε απόλυτα δεχόσουν τις μονολιθικές αλήθειες πόσο αντιπάλεψες την κάθε φορά ακράδαντή σου πίστη για πόσο φερόσουν σαν πιστός ενώ πια δεν πίστευες πόσο αφέθηκες στις παρορμήσεις σου, πόσο τις δάμασες πόσο προχώρησε η γνώση σου, πόσο δοκιμάστηκε ως πού κατόρθωσε να φτάσει η πράξη σου, πού στόμωσε πόσο άργησες ή πόσο βιάστηκες για μια κρίσιμη απόφαση… Εκεί απάνω σε βρίσκει η ποίηση».[2]

 Με σαφείς κοινωνικές προεκτάσεις, με διάστικτες τις αναφορές επινόησης ενός ιδιαίτερου ποιητικού συμβολισμού που ‘εδαφοποιεί’ καταστάσεις κριτικής ενός ‘αλληλέγγυου’ πλουτισμού, (πάνω στο πλαίσιο της αριστερής μνήμης και μίας αριστερίζουσας, υφολογικής και μη, κριτικής), στηλίτευσης της αδιαφορίας, στηλίτευσης της ερμηνείας και της μετερμηνείας του γίγνεσθαι με όρους βεβαιωτικού-δογματικού αφορισμού, ο Τίτος Πατρίκιος, πέρα από τις εκφάνσεις του χρησμού, διευρύνει τις κατευθύνσεις της ποίησης προς ένα εσύ που διαρκεί.

Συν-διαλεγόμενος με την πολιτική ορθότητα, τις μονολιθικές και αφαιρετικές βεβαιότητες, πολιτικές και μη συγκροτεί και ανα-συνθέτει τα πεδία μίας ποιητικής ‘ετερογλωσσίας’, για να παραπέμψουμε στον Μιχαήλ Μπαχτίν, μία ετερογλωσσία, μία ποιητική ‘ετερογλωσσία’ που εγγράφει υποκείμενα που σιωπούν, άλλοτε σιωπηρά και άλλοτε επιδεικτικά, υποκείμενα που αναζητούν τον εαυτό τους, τις φυγόκεντρες δυναμικές της μίας και ‘αστόχαστης’ λέξης-γλώσσας.

Οι εικόνες που καταλήγουν στην ποιητική ευρύτητα και συγ-κίνηση, στον συναισθηματικό ορθολογισμό της πρώτης φοράς, που καταλήγουν σε ένα προσιτό ‘Σε βρίσκει’, συνθέτουν μία εμπρόθετη ετερότητα, όπου η αποδοχή και η παραδοχή, η παραίτηση και η δύναμη της πίστης, ο πειραματισμός σε πρώιμο και μη στάδιο, προσιδιάζουν στην Πατρίκεια γλώσσα του κοινωνικά-ποιητικά προσπελάσιμου.

Η συλλογή ‘Σε βρίσκει η ποίηση’ δύναται να συναρθρώσει την ποιητική ‘ετερογλωσσία’, τις ‘έτερες’ φωνές και πρακτικές που συνενώνονται σε έναν αστερισμό αντιθέσεων-αντιφάσεων με την δυνατότητα εγγραφής της ίδιας της ποίησης-ποιητικότητας ως γλώσσας που αρθρώνει την ενεστωτική-χρονική απεύθυνση με τους αντικατοπτρισμούς του δοτικού πάθους: ‘Σε βρίσκει η ποίηση’ την στιγμή άρσης των περιώνυμων βεβαιοτήτων, την στιγμή όπου το πρόθημα ‘Σε’ διαρκώς διερωτάται για τα όρια του.

‘Σε βρίσκει’ η ποίηση στις εκφάνσεις της πραγμάτωσης της την ακριβώς ανύποπτη στιγμή. Αθόρυβα, με αυτόν τον τρόπο, σε μία συνάντηση-σύνθεση, σε μία διαφορετική θέαση, η ποίηση επιτελείται. Ο Τίτος Πατρίκιος δεν υπογράφει το ποιητικό ‘κύκνειο άσμα’ του, αλλά την ποίηση που επιδιώκει να διερωτηθεί για το ‘γιατί’ της ύπαρξης, ‘διεισδύοντας’ σε καθημερινές υπάρξεις, σε οντολογικές εκφάνσεις, σε αντικειμενικές πραγματώσεις.

Η ποίηση ως άρση των βεβαιοτήτων, ‘ύλη σκοτεινή’ των πνευματικών-σωματικών ακροάσεων και συναντήσεων, ως πλαίσιο συγκατάνευσης με τον τρόπο της Κικής Δημουλά: «Κύριε μη μας πάρεις κι άλλο τις απώλειες μας. Δεν έχουμε που αλλού να μείνουμε».[3]

 Διακρατώντας την απώλεια, η ποίηση σπεύδει να ‘προδώσει’ τον άνθρωπο: «Δίπλα στον γαμπρό που εκπροσωπεί τον καιρό του ο Λιστ είναι ένας σκαροφαγωμένος άρχοντας. Πρόκειται για μεταμφίεση. Το βάθος που δοκιμάζει και απορρίπτει διάφορα προσωπεία έχει γι’ αυτόν διαλέξει ακριβώς αυτό- το βάθος που θέλει να μπει μέσα, στους ανθρώπους , δίχως να δείξει το πρόσωπο του».[4]

Το σώμα ‘ρηγματώνεται’ έντονα, με την Πατρίκεια ποίηση που ‘σε βρίσκει’ την ‘κατάλληλη’ αλλά κυρίως την ‘ακατάλληλη’ στιγμή, να προ-καλεί, να ζητεί όχι πιστοποιητικά ‘νομιμοφροσύνης’, αλλά συναντήσεις, συναισθηματικές εντάσεις, αμφίδρομες επικοινωνίες και λεκτικά ‘παίγνια’.

Στο κειμενικό ‘σώμα’ της ποίησης διασπείρονται εντάσεις και συνθέσεις, οι όροι της έκκλησης, της προτροπής και της ‘μοιραίας συνάντησης’-συσχέτισης: ”Σε βρίσκει η ποίηση όταν”. Στα συμφραζόμενα της ποίησης του Τίτου Πατρίκιου, οι εκφάνσεις της ανατροπής, έτσι όπως τίθενται καθίστανται ‘επικίνδυνοι’, όπως ‘επικίνδυνος’ καθίσταται, για τον αναγνώστη, και ο προσδιορισμός: ”Σε βρίσκει η ποίηση”.

Η ποίηση δεν διαμορφώνει τα πλαίσια της ‘συνάντησης’ παρά σπεύδει να επιστρέψει τμήμα της εμπιστοσύνης, φανερής & κεκαλυμμένης, έναν συναισθηματισμό που δεν ‘γεννάται’ σε ‘λευκά χαρτιά’. Η ποίηση ‘σε βρίσκει’ την στιγμή της ‘βεβήλωσης’ και της συνάντησης με το και με τον ‘άλλον’, αποδίδοντας εκ νέου τις εκφάνσεις της ‘πλάνης’.

Και όπως αναφέρει ο Pablo Neruda: «Κι η λέξη αυτή, το χαρτί που έχουν γράψει τα χίλια χέρια ενός χεριού μονάχου, δε μένει μέσα σου, για όνειρα δε φελάει, πέφτει στη γη: συνέχεια εκεί έχει μόνο».[5]

Η ποιητική συλλογή ‘Σε βρίσκει η ποίηση’ συνιστά ‘προϊόν’ της διάθεσης επικοινωνίας του ποιητή με τον ευρύτερο περίγυρο, με τον έρωτα, με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα των ψιθύρων και μη, με το ανθρώπινο υποκείμενο, το οποίο, εντός ποίησης, εκτίθεται. Και η ‘επικίνδυνη’ στιγμή της ‘συνάντησης’, μία ‘έκρηξη’ διαθέσεων και μυστικών, σωματικών και ‘θεατρικών’ ακροάσεων.

Σε αυτό το πλαίσιο, η συλλογή του Τίτου Πατρίκιου, άμεση και εκφραστικά, δεν σπεύδει να ‘επιδαψιλεύσει’ τιμές, αλλά να καταστεί μέσο επαφής με την ίδια την ποίηση ως συνάρθρωση αντιθέτων. Και όπως τονίζει ο συγγραφέας Ανδρέας Μήτσου: «για να καταστεί όμως σήμερα παρηγορητικός ο λόγος, θα πρέπει, ίσως, να εστιάσει ο ποιητής στο λίγο, στο μικρό και συγκεκριμένο, το φαινομενικά ασήμαντο, με χαμηλόφωνους καινούργιους τρόπους».[6] Ο ποιητικός τρόπος του Τίτου Πατρίκιου, εκφράζει λιτά, άμεσα, καθημερινές στιγμές επίγνωσης.

 

_

γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

 

_____

[1] Βλέπε σχετικά, Πατρίκιος Τίτος, ‘Σε βρίσκει η ποίηση’, Εκδόσεις Κίχλη, Αθήνα, 2012.

[2] Βλέπε σχετικά, Πατρίκιος Τίτος…ό.π.

[3] Βλέπε σχετικά, Δημουλά Κική, ‘Το πρόβλημα της στέγης’, Ποιητική συλλογή ‘Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως’, Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα, 2007, σελ. 21.

[4] Βλέπε σχετικά, Τρανστρέμερ Τούμας, ‘Πένθιμη γόνδολα ΑΡ. 2’, Ποιητική συλλογή, ‘Πένθιμη Γόνδολα’, Μετάφραση-Επίμετρο: Παπαγεωργίου Βασίλης, Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα, 2000, σελ. 11.

[5] Βλέπε σχετικά, Neruda Pablo, ‘Εκατό ερωτικά σονέτα’, Μετάφραση και πρόλογος: Ματθαίου Ηλίας, Εκδόσεις Γνώση, Αθήνα, 2001, σελ. 130.

[6] Βλέπε σχετικά, Μήτσου Ανδρέας, ‘Ο «εθνικός» Παλαμάς’, Εφημερίδα ‘Τα Νέα Σαββατοκύριακο/Πρόσωπα’, 20-21/01/2018, σελ. 5.

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Εγγραφείτε στο newsletter

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Ακολουθήστε μας στο Twitter

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος