Select Page

Το ημερολόγιο της Μήδειας, της Μαρίας Μπούρλη

Το ημερολόγιο της Μήδειας, της Μαρίας Μπούρλη

Μερικές φορές, για να ξεκαθαρίσουν τα πράγματα, χρειάζεται να τα πάρεις από το τέλος προς την αρχή. Ειδικά όταν έχεις να κάνεις με πολυακουσμένα ή με πρωταρχικά- αρχετυπικά θέματα. Έτσι κι εγώ, πριν μπω στην πορεία που επιβάλλουν οι καταγραφές του ημερολογίου της Μήδειας, θα βιαστώ να αναρωτηθώ για το φονικό της. Θα σπάσω την ροή των γεγονότων, για να φτάσω εξ αρχής στην πηγή του μύθου ετούτης της γυναίκας. “Μάνα”, ρωτά σε πρώιμη φάση, η Μήδεια, “έχεις σκεφτεί ποτέ να σκοτώσεις τα παιδιά σου;”.

Όπως αναφέρει ο Northrop Frye, “από αρχετυπική άποψη αποδεικνύεται ότι η λογοτεχνία παίζει έναν ουσιαστικό ρόλο, καθώς αναδιαμορφώνει το απρόσωπο υλικό σύμπαν σε ένα εναλλακτικό ρηματικό σύμπαν, το οποίο γίνεται καταληπτό και βιώσιμο, επειδή προσαρμόζεται στις βασικές και οικουμενικές ανθρώπινες ανάγκες και ανησυχίες”. Προσέξτε, σας παρακαλώ, την επισήμανσή του για το “εναλλακτικό ρηματικό σύμπαν”. Οι οικουμενικές αλήθειες ενσωματώνονται μέσα σε μια δομή λόγου. Και ο λόγος αυτός θα πρέπει να αντανακλά -με τον τρόπο του- μιαν ολόκληρη εγκυκλοπαίδεια της ανθρώπινης ουσίωσης. Γι’ αυτό χρειαζόμαστε τα σύμβολα. Δηλαδή, ένα συνεκτικό σύστημα το οποίο -μέσα από την δική του δόμηση και γραμματική- να αποτυπώνει ένα σύνολο σχέσεων, σημασιών και δραστηριοτήτων- να αποτυπώνει, με λίγα λόγια, αυτό που αποτελεί το “ανθρώπινο”. Σε καμία περίπτωση, δεν θα μπορούσα να πιστέψω ότι ο Ευριπίδης, μέσα στον Τιτάνα του έργου του, αποφασίζει να μας παρουσιάσει μιαν ιστορία φόνων, πάθους κι αίματος. Δυσκολεύομαι να τον φανταστώ να προσφέρει το θέαμα της ρωμαϊκής αρένας- άρα να εξισώνει την Αττική τραγωδία με το “άρτον και θεάματα” της ρωμαϊκής αποχαλίνωσης και ωμότητας (βλέπε τραγωδίες αίματος). Μήπως η Μήδεια αντιπροσωπεύει κάτι άλλο;

Για μένα, προσωπικά, ο φόνος της Μήδειας δεν αποτελεί φόνο. Είναι μια συμβολική πράξη εκδίκησης απέναντι στον άντρα. Με το μαχαίρι -φαλλικό σύμβολο- θέτει τον εαυτό της απέναντι από τον προδότη- σύζυγο και του αφαιρεί κάθε δικαίωμα επάνω στα παιδιά και σ’ ό, τι αυτά αντιπροσωπεύουν. Σημάδια αυτού που περιγράφω βλέπουμε στην επιλογή των λέξεων “πριν φοινίαν τέκνοις προσβαλείν χερ’ αυτοκτόνον”, καθώς και των “σεμνήν εορτήν και τέλη προσάψομεν το λοιπόν αντί τούδε δυσσεβούς φόνου”. Αρκεί να θυμηθούμε με ποιο τρόπο, ο Ντερριντά, προσεγγίζει την έννοια του υποκειμένου και τον σαρκο- φαλλογοκεντρισμό στην Δυτική σκέψη περί δικαίου και αδίκου.

Με αυτά -λοιπόν- ως αξίωμα, θα επικεντρώσουμε την προσοχή μας στη Μήδεια της Μαρίας Μπούρλη.

“Θα σε συγχωρήσω εκδικούμενη και θα εκδικηθώ συγχωρώντας”

 

Ο Έρωτας στα ακρότατα του ανθρώπινου πάθους. Ο Έρωτας γιος του Πόρου και της Πενίας… ο αξεδίψαστος που όλο γυρίζει να τελειωθεί και ποτέ δεν πληρούται. Ή όπως πολύ όμορφα τον περιγράφει ο Μίλαν Κούντερα στην Αθανασία του: “…ο έρωτας προκειμένου ν’ αποδείξει ότι είναι αληθινός, θέλει να ξεφύγει από το λογικό, θέλει να αγνοήσει κάθε μέτρο, θέλει να ξεφύγει από το προφανές, θέλει να μεταμορφωθεί σε “δραστικά παραληρήματα του πάθους” (να μην ξεχνάμε και τον Ελυάρ), μ’ άλλα λόγια, θέλει να είναι τρελός! Το απίθανο μιας κίνησης υπερβολικής δεν μπορεί λοιπόν παρά να προσκομίσει πλεονεκτήματα…”.

Η Μήδεια. Μια γυναίκα δοσμένη στον Άντρα. Παθιασμένη από το δόσιμό της. Εκπληρούμενη μέσα από την -άνευ όρων- παράδωσή της στον άντρα- εραστή- σύζυγο, βρίσκεται -ξαφνικά- στην θέση της μιας από τις πολλές. Χάθηκε η ιδέα της αποκλειστικότητας. Χάθηκε η μοναδικότητά της και η εξασφαλισμένη διατηρησή της στον χρόνο. Γιατί -ας μη γελιόμαστε!- η πλάνη του ανήκειν δεν είναι τίποτε άλλο παρά η μανιώδης μας αντιπαλότητα με το πεπερασμένο. Με το πεπερασμένο του αισθήματος. Με το πεπερασμένο μιας σχέσης. Με το πεπερασμένο της νιότης και της ομορφιάς μας. Με το πεπερασμένο τέλος- τέλος της ίδιας της ύπαρξής μας. Η γυναίκα που χάνει τον άντρα της αμέσως βιώνει έναν μικρό πρόωρο θάνατο.

Αλαφιασμένη από την αδικία της μοίρας της (“Είναι στην Μοίρα των γυναικών να τρώνε κέρατο από τον άντρα τους. Νόμος. Ποιανού; Δεν ξέρω να σου πω”), καταριέται τα σύμπαντα. Αν και από την αρχή των καταγραφών της θεωρεί ότι δεν είναι φτιαγμένη για συμβατικούς ρόλους, παρ’ όλα αυτά πέφτει με λύσσα στα δίχτυα. Όσο κι αν ανταρτεύει στον γάμο της ενάντια στο “Πέπλο”, όσο κι αν κοροϊδεύει τον πρίγκιπα των παραμυθιών, όσο κι αν θυμώνει με τον ρόλο της γυναίκας (όπως αυτός εκφράζεται μέσα στο πλέγμα χρόνου και σχέσεων εξουσίας)… είναι στην πραγματικότητα διαποτισμένη απ’ όλο αυτό το “ανάθεμα”. Πριν ακόμα συνειδητοποιήσει τα γεγονότα. Πριν πάρει την οποιαδήποτε απόφαση. Αφήνεται στα προκαθορισμένα κιτάπια των σχέσεων σαν παθητικός δέκτης… “Μπορώ να το κάνω να ακούγεται καλύτερα. Ο Ιάσονας, η Μήδεια, η Γλαύκη, η Οργή και ο Φθόνος. Τι λες τώρα;”. Πριν ακόμα διαγραφεί η τραγική εξέλιξη των γεγονότων, η ειρωνεία του αναπόδραστου ηχεί σαν κέρας του αναπόφευκτου πολέμου.

Και μετά; Μετά σειρά έχει η εκδίκηση. Γυρίζοντας ξανά στον Ντερριντά: “Στην κουλτούρα μας η σαρκοβόρα θυσία είναι θεμελιακή, δεσπόζουσα…”. Ως θύμα η Μήδεια ζητά πληρωμή για την προδοσία του Ιάσονα ζητά μιαν εξισορρόπηση πάλι των πάντων. Τον εκ νέου προσδιορισμό της αλλά και την δικαίωση ότι αυτή πραγματικά τον αγάπησε. Και πως μπορεί κάτι τέτοιο να αποδειχθεί; Μα, φυσικά, με κάτι υπερβολικά τρελό!

Πριν συνεχίσουμε, θα πρέπει στο σημείο αυτό να ξανατονίσουμε τον συμβολικό χαρακτήρα όλων αυτών που περιγράφουμε. Η παθητική γυναίκα θέλει να πάρει -έστω και αργά- ενεργό ρόλο στην εξέλιξη της ζωής της. Ακόμα και κοντά στο τέλος, προσδίδει στην γυναικεία φύση- μοίρα μια παθητικότητα, παρόλο που έχει ήδη αποφασιστεί η ενεργή και τελειωτική της κίνηση.

Αξιοσημείωτη είναι η λέξη “αποτυπώθηκα” στο τέλος του βιβλίου. Ορίστε το κέρδος του “δολοφονικού της έργου”. Να υπάρξει για πρώτη φορά, δίχως τον Ιάσονα Να υπάρξει πέρα από τον Ιάσονα, πέρα από τον έρωτα, πέρα από τα παιδιά, πέρα από τα χαραγμένα σύνορα του κόσμου της. Μπορεί να αισθάνεται και να της καταλογίζεται κιόλας ότι γεννήθηκε “από την οργή και τον φθόνο”, αλλά η αλήθεια είναι ότι μόνη της γέννησε τον παράδεισό της μόνη της και την κόλαση. Χρειάστηκε να επαναστατήσει ενάντια στον ίδιο της τον εαυτό (κι εδώ επανερχόμαστε στο χερ’ αυτοκτόνον του Ευριπίδη) για τον εαυτό της. Για τον αυτοκαθορισμό της. Για την ταυτοποίηση του γυναικείου δικαιώματος στην ζωή. Και στην απόλαυση της ζωής.

Στην 29η καταγραφή διαβάζουμε: “Τόλμησα φανερά να κάνω αυτό που εσείς κάνετε στα κρυφά”. Σε αντίθεση με την Μήδεια του Ευριπίδη, ετούτη η Μήδεια δεν σκοτώνει την Γλαύκη. Την αφήνει μόνη της να ακολουθήσει την δική της πορεία προς το τέλος. Γνωρίζει πια την μοναδικότητά της. Αυτή την νέα μοναδικότητα που κέρδισε με το σπαθί της. Ξέρει ότι καμιάν άλλη δεν θα αποτολμήσει αυτό που, η ίδια, καθόρισε ως έργο ζωής. Θα θανατωθούν η Γλαύκη και ο Ιάσονας, μοναχοί τους, και στα κρυφά. Θα ζήσουν νεκροί τον απονεκρωμένο τους έρωτα. Απολιθώματα της αδυναμίας τους να υπάρξουν ακέραιοι.

“Ο έρωτας είναι κάθαρση, είναι αίμα κόκκινο”. Ποιος, όμως, έρωτας; Ο Ουράνιος. Πέρα από καταναγκασμούς και άσκοπες υποσχέσεις ανεκπλήρωτων σταυρώσεων. Η δόνηση του στιγμιαίου στο επέκεινα της Μνήμης.

 

_

γράφει ο Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος

 

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε το!

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!