Πρέπει να προλάβει την αυτοσχέδια καταπακτή. Ναι,αυτή που εμφανίζεται στην άμμο και χάσκει εντελώς προσωπική. «Διαπλάτυνση» θα του πεις πως την ονομάζεις. «Σχήμα!» θα σου αντιτάξει. Πάντως όπως και να΄χει κάπου εκεί ανταμώνουν οι απόψεις σας. Τοπικό το ζήτημα,θέμα γεωγραφίας. Εσύ ακόμα πιστεύεις ότι σου στερεί ένα κομμάτι ρηλάξ κι εκείνος θεωρεί πως λίγα υπομονετικά παιχνίδια με τα πόδια σου θα συσσωρεύσουν από πάνω του την αμείλικτη εφικτή ποσότητα κόκκων που θα τον καλύψουν. Κι έτσι καλυμμένος δεν θα ξαναενοχλήσει.

Κι ύστερα θα έρθει το φεγγάρι. Για σένα δεν θα είναι παρά μια αποχώρηση άμα τη εμφανίσει του - σχεδόν. Η ρομαντζάδα σου κράτησε ως το πρώτο ενοχλητικό αεράκι. Εκείνος όμως τώρα θα ψηθεί εκεί χάμω,θα θυμηθεί με δυσκολία τότε που ανέβαινε τη φιδωτή σκάλα και καλωσόριζε τον νέο αιώνα με κοκτέηλς και άκακα χιτ. Αν τότε του ζητούσαν να προτείνει εκδοχές χαρτονομισμάτων θα προτιμούσε δυο καστανά ματάκια ή μια σελήνη κόκκινη. Πόσο μετανόησε που δεν εννόησε από τότε την αξία της νύχτας…

Θα χορέψει λίγο πάλι με τη σκιά της και θα προσπαθήσει να θυμηθεί τα μάτια της. Να δώσουν μια επανεμφάνιση. Μα εκείνα χρειάζονται δάκρυα για να στάξουν έστω και θολά τη θύμησή τους. Και έχει πολύ ξεραΐλα δίπλα στο κύμα... Μα τώρα για κείνον δεν υπάρχουν ούτε επιφάνειες,ούτε χρώματα. Κοιμάται αποκαμωμένος δίπλα στο νεράκι,αλλά δεν τ’ακούει,είναι καλά μονωμένος. Μόνο κάνα ζευγαράκι σαν θα ‘ρθει να συρθεί στο γιαλό καμιά νύχτα,θα του ταράξει κάπως τις θύμησες. Και δεν θα έχει ούτε καν στρογγυλό φεγγαράκι για να την βρει. Δεν ξέρει αν τον ονειρεύεται. Γιατί κοιμήθηκε πολύ πριν απ’ αυτόν, σε κάποια άγνωστη ακτή. Εσένα, στα λέει, γιατί της μοιάζεις, έτσι ελαφριά και ανίδεη που διατάσσεις το κορμί σου πάνω απ’ το μνήμα του.

Ποιος φτιάχνει και ποιος στολίζει σήμερα, ποτέ αμμάνθρωπο;

 

_

γράφει ο Δημήτρης Τούλιος 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!